Σάββατο 15 Αυγούστου 2026

 

ΙΕΡΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΣ

ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ

 ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΛΑΤΟΜΙΤΙΣΣΗΣ  ΧΙΟΥ














     Σάββατο 15ην Αυγούστου 2026 εορτάσαμε με λαμπρότητα στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου, Λατομιτίσσης Χίου.

Eίναι το καλοκαιρινό Πανηγύρι του καλοκαιριού.

Ο εφημέριος  του  Ιερού Ναού π. Βασίλειος Φιλιππάκης τέλεσε με ευλάβεια την Θεία Λειτουργία μετ’ αρτοκλασίας.

Φέτος δύο ενορίτες μας στόλισαν τον Ιερό Ναό με τεράστιους βασιλικούς  όπως επιβάλει η παράδοση στην Παναγία Λατομίτισσα.

Με συγκίνηση ο εφημέριος ψέλνοντας «Αλαλα τα χείλη των ασεβών….» κρατώντας την εικόνα της Παναγίας την οποία τοποθέτησε στον προαύλιο χώρο του Ναού και όλος ο κόσμος την ασπάστηκε με ευλάβεια.

Αθρόα ήταν φέτος  η προσέλευση των πιστών.

Το Εσπέρας του Σαββάτου και ώραν 7.30 μ.μ. θα ψαλή ο Μεθεόρτιος Εσπερινός και η Ιερά Παράκλησις της Παναγίας.

    Την 16ην Αυγούστου, ημέραν Κυριακήν θα τελεσθή Πανηγυρική Θεία Λειτουργία εις τον ως άνω Ιερό Ναό προς τιμήν του Οσίου Πατρός ημών Αρσενίου του εν Πάρω, θα εκτεθή δε εις προσκύνησιν τεμάχιον του Ιερού Λειψάνου του Αγίου.

Προσκαλούνται οι φιλέορτοι Χριστιανοί όπως προσέλθουν κατά τας Ιεράς Ακολουθίας εις συμπροσευχήν.

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2026


 

 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 31
ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
09-08-2026
Συνεχίζεται, ἀδελφοί μου, ἡ ἀναφορά μας γιά τά ἱερά σύμβολα
τῆς Ἐκκλησίας μας.

Η ΕΛΑΙΑ (Ή ΕΛΙΑ) Στόν χριστιανισμό «ἡ ἐλαία διά τόν καρπόν
τοῦ ἐλαίου, τήν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ μηνύει», σημειώνει ὁ ἱερός
Χρυσόστομος. Ἡ ἐλιά εἶναι σύμβολο ἀθανασίας ὡς δένδρο ἀειθαλές.
Τό κλαδί τῆς ἐλιᾶς ἦταν πάντοτε σύμβολο εἰρήνης. Περιστέρι μέ
κλάδο ἐλιᾶς στό ράμφος εἰκονίζει τήν θεία εὐσπλαχνία καί τήν
εἰρήνη μεταξύ οὐρανοῦ καί γῆς, ὅπως συνέβη στόν κατακλυσμό τοῦ
Νῶε. Ἡ καρποφορία τῆς ἐλιᾶς συμβολίζει τίς πλούσιες εὐλογίες τοῦ
Θεοῦ στή ζωή τῶν πιστῶν. «Ἐγώ δέ ὡσεί ἐλαία κατάκαρπος ἐν τῷ
οἴκῳ τοῦ Θεοῦ ἤλπισα ἐπί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ εἰς τόν αἰῶνα καί εἰς
τόν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος», ἀναφωνεῖ ὁ Δαβίδ στόν ψαλμό του (51,10).
Ἡ πολύκαρπος ἐλιά συμβολίζει, εἰδικώτερα, τήν χριστιανή μητέρα,
πού μέ τούς καρπούς τῆς ἀγάπης της, τά παιδιά της, πλουτίζει τό
σπίτι της. «Ἡ γυνή σου ὡς ἄμπελος εὐθυνοῦσα ἐν ταῖς κλίτεσι τῆς
οἰκίας σου· οἱ υἱοί ὡς νεόφυτα ἐλαιῶν κύκλῳ τῆς τραπέζης σου»
(Ψαλμ. 127,3). Τό περιστέρι μέ τό κλαδί ἐλιᾶς στό ράμφος του
ἀπεικονίζει καί τίς ψυχές τῶν πιστῶν, πού ἀποχωροῦν ἐν εἰρήνῃ.
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος παρομοιάζει τόν μή χριστιανό ἄνθρωπο,
μέ ἄγρια ἐλιά «ἀγριέλαιον», ἐνῶ τήν Ἐκκλησία μέ «καλλιέλαιον».
Ἡ «ἀγριέλαιος», ὅταν ἐμβολιασθεῖ μέ «καλλιέλαιον» τότε ἀποκτᾶ τίς
ἰδιότητες τῆς «καλλιελαίου» καί γίνεται ἥμερο δένδρο, γιατί
«δυνατός γάρ ὁ Θεός ἐστι πάλιν ἐγκεντρίσαι αὐτόν» (Ρωμ. 11,16-24).
Η ΦΟΙΝΙΚΙΑ. Ὁ συμβολισμός τῆς φοινικιᾶς εἶναι
ἀξιοσημείωτος. Συμβολίζει τήν ἀγαλλίαση, τήν δικαιοσύνη, τήν
φήμη, ἐπειδή ἀναπτύσσεται πάντα ὄρθια, τήν εὐλογία, τόν θρίαμβο
καί τήν νίκη. Οἱ κλάδοι τοῦ φοίνικα, κοινῶς βάγια, ἦταν σύμβολο
νίκης καί μέ αὐτούς στεφάνωσαν τούς νικητές. Ὁ Πλούταρχος
ἀναφέρει ὅτι «ἡ φοινικιά ποτέ δέν ρίχνει τό φύλλωμά της, εἶναι
πάντα στολισμένη μέ τό ἴδιο πράσινο. Αὐτή τήν δύναμη τοῦ δένδρου
οἱ ἄνθρωποι τήν θεωροῦν σύμφωνη καί κατάλληλη, γιά νά
ἀντιπροσωπεύει τήν νίκη». Τό ᾎσμα Ἀσμάτων στήν Παλαιά
Διαθήκη παρατηρεῖ: «Τό παράστημα σου εἶναι σάν τήν φοινικιά, τά
στήθη σου σάν τσαμπιό» (7,8). Στούς Ἑβραίους εἶναι σύμβολο τοῦ
δικαίου ἀνθρώπου καί ἔμβλημα τῆς Ἰουδαίας μετά τήν Ἔξοδο. Στόν
χριστιανισμό συμβολίζει τούς δικαίους πού θά «ἀνθίσουν σάν
φοίνικες». Πάνω στόν τάφο τοῦ μάρτυρα συμβολίζει τόν θρίαμβο.
Οἱ χριστιανοί συνοδεύουν τούς νεκρούς τους μέ κλάδους φοινίκων,
ψάλλοντες τόν στίχο τοῦ Ψαλμοῦ: «Δίκαιος ὡς φοίνιξ ἀνθίσει»
(Ψαλμ. 91,13), γιατί ἦταν σύμβολο νίκης καί θριάμβου κατά τοῦ
θανάτου, ἀλλά καί σύμβολο πίστεως στήν ἀθανασία. Ὁ κορμός τοῦ
φοίνικα εἶναι στενός, γυμνός, περιορισμένος καί συμπιεζόμενος ἀπό
τόν φλοιό. Ἀντίθετα ἡ κορυφή εἶναι καταστολισμένη ἀπό καρπούς
καί ἐλεύθερη νά ἀνεμίζει στούς ἀνέμους. Ἔτσι καί ἡ ζωή τοῦ δικαίου
ἀνθρώπου ἀρχίζει πάνω στή γῆ μέ ταπεινώσεις καί στερήσεις,
κορυφώνεται δέ στούς οὐρανούς μακάρια καί εὐτυχισμένη.
Ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννου ἀναφέρει πώς «ὁ λευκοχειμονών ὄχλος»
δηλαδή ὁ ἀσπροφορεμένος ὄχλος πού στέκεται μπροστά στόν Θρόνο
τοῦ Ἀρνίου, φέρει στά χέρια του φοίνικες (Ἀποκ. 7,9). Ὁ ὄχλος τῶν
Ἰουδαίων, ὅταν ὁ Κύριος θριαμβευτικά εἰσῆλθε στά Ἱεροσόλυμα
κατά τήν Κυριακή τῶν Βαΐων, τόν ὑποδέχθηκε μέ κλάδους φοινίκων
λέγοντας: «Ὠσαννά εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Kυρίου,
ὁ βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ» (Ἰω. 12,13-14).
Ο ΣΙΤΟΣ (ΤΟ ΣΙΤΑΡΙ). Στούς ἀρχαίους Ἕλληνες καί Ρωμαίους
ὁ σῖτος ἦταν σύμβολο γονιμότητας, ἀφθονίας, ζωῆς. Ὁ καρπός τῶν
δημητριακῶν ἦταν τό κεντρικό σύμβολο τῶν Ἐλευσινίων μυστηρίων.
Στήν Ἁγία Γραφή γίνεται πολύς λόγος γιά τό σιτάρι. Στήν Παλαιά
Διαθήκη ἄλλοτε μέν ὀνομάζεται πυρός: «Ἐπορεύθη δέ Ρουβήμ ἐν
ἡμέρᾳ θερισμοῦ πυρῶν» (Γεν. 30,14), ἄλλοτε δέ σῖτος, «καί Γεδεών ὁ
υἱός αὐτοῦ ραβδίζων σῖτον ἐν λινῷ» (Κριτ. 6,11). Στήν Καινή Διαθήκη
ὀνομάζεται σῖτος: «σύ δέ πόσον ὀφείλεις; ὁ δέ εἶπεν· ἑκατόν κόρους
σίτου» (Λουκ. 16,7). Στήν Καινή Διαθήκη ὁ ὅρος αὐτός ἔχει
μεταφορική καί συμβολική σημασία γιά τόν Κύριο. Ὁ Ἰωάννης ὁ
Βαπτιστής λέγει γιά τόν Κύριο: «οὗ τό πτύον ἐν τῇ χειρί αὐτοῦ καί
διακαθαριεῖ τήν ἅλωνα αὐτοῦ, καί συνάξει τόν σῖτον αὐτοῦ εἰς τήν
ἀποθήκην, τό δέ ἄχυρον κατακαύσει πυρί ἀσβέστῳ» (Ματθ. 3,12).
Αὐτός δέ ὁ Κύριος λέγει: «Ἀμήν, ἀμήν λέγω ὑμῖν, ἐάν μή ὁ κόκκος τοῦ
σίτου πεσών εἰς τήν γῆν ἀποθάνῃ, αὐτός μόνος μένει» (Ἰω. 12,24).
Εἰκόνες τόσο ἀπό τή σπορά, ὅσο καί τό θερισμό τοῦ σιταριοῦ
δανείστηκε ὁ Κύριος, προκειμένου νά διδάξει τήν παραβολή τοῦ
Σπορέως (Λουκ. 8,5), νά τονίσει τή συμβολική ἔννοια τοῦ
σπειρόμενου λόγου τοῦ Θεοῦ στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων καί νά
διαβεβαιώσει τούς μαθητές του, ὅτι ὁ κόσμος εἶναι ἤδη ἕτοιμος νά
δεχθεῖ τήν σωτηρία του: «...Ἐπάρατε τούς ὀφθαλμούς ὑμῶν καί
θεάσασθε τάς χώρας, ὅτι λευκαί εἰσί πρός θερισμόν ἤδη» (Ἰω. 4,35).
Στήν λειτουργική πράξη τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ σῖτος ἔχει ἐξαιρετική
θέση καί σημασία. Πρῶτα - πρῶτα τό σιτάρι εἶναι σύμβολο τοῦ
Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας Του. Ὁ Χριστός παρομοίασε τόν λόγο Του
μέ κόκκο σιταριοῦ. Ὁ γεωργός σπέρνει τό σιτάρι στήν ἀγκαλιά τῆς
γῆς καί τρόπον τινά πεθαίνει. Μέ τόν θάνατο, ὅμως, αὐτό ἀρχίζει
μιά διαδικασία ζωῆς. Τήν λειτουργική αὐτή διαδικασία τοῦ σπόρου
χρησιμοποίησε ὁ Κύριος στόν συμβολισμό τοῦ θείου Πάθους Του καί
τῆς Ἀναστάσεώς Του (Ἰω. 12,24). Ἀπό τό σιτάρι παρασκευάζεται τό
ψωμί, πού γίνεται ὁ Ἄρτος τῆς θείας Εὐχαριστίας, τό Σῶμα τοῦ
Κυρίου, «ἡ τροφή τοῦ παντός κόσμου». Τό σιτάρι συμβολίζει τήν
Ἐκκλησία! Ὅπως τό σιτάρι, πού εἶναι ἁπλωμένο στό χωράφι,
συγκεντρώνεται καί γίνεται ἕνα ψωμί, ἔτσι καί οἱ πιστοί
διασκορπισμένοι σέ διάφορα μέρη, συγκεντρώνονται σ’ ἕνα τόπο,
στόν Ναό (ἰδιαίτερα τήν Κυριακή), καί συγκροτοῦν ἕνα σῶμα, τό
σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἀνάμεσα στόν Χριστό, πού εἶναι ὁ «κόκκος»
καί ὁ Ἄρτος τῆς ζωῆς, καί τούς πιστούς, τούς κόκκους τοῦ σιταριοῦ,
πού συγκροτοῦν τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ὑπάρχει μιά στενή
λειτουργική καί σωτήρια σχέση, σχέση ζωῆς καί ἀνάστασης. Ἐπίσης,
βρασμένο σιτάρι χρησιμοποιεῖται στά μνημόσυνα τῶν κεκοιμημένων
ἀδελφῶν μας. Ὅπως τό σιτάρι, ὅταν φυτεύεται στή γῆ, δέν πεθαίνει
ἀλλά ἀπό αὐτό δημιουργεῖται ὁ νέος καρπός, ἔτσι καί τό σῶμα τοῦ
τεθνεῶτος ἀνθρώπου εἰσέρχεται στή γῆ. Ἐξ ἄλλου ἀπό αὐτή ἔχει
πλασθεῖ καί ἀναμένει τήν ἀνάστασή Του ἀπό τόν Κύριο στή Δευτέρα
Παρουσία.
Θά συνεχίσουμε ὅμως, σύν Θεῷ, στό ἑπόμενο κήρυγμα. ΑΜΗΝ!  

Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026

 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 30
ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ
02-08-2026

Συνεχίζεται, ἀδελφοί μου, ἡ ἀναφορά μας στά ἱερά σύμβολα.
Εἴχαμε προείπει γιά τόν ΙΧΘΥ πού συμβολίζει τόν Χριστό.
Ὁ Τερτυλλιανός χαρακτηρίζει τούς πιστούς μικρά ψαράκια. «Ἰχθύδια
ἡμεῖς, κατά τό παράδειγμα τοῦ ἡμετέρου ἰχθύος, ἐγεννήθημεν ἐν τῷ
ὕδατι» καί μόνο ὅταν παραμένουμε στό νερό, δηλαδή στή Χάρη τοῦ
Βαπτίσματος, σωζόμεθα. Ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος λέγει πώς ψάρι στό
κάρβουνο εἶναι σύμβολο τοῦ θείου Πάθους. Ψάρι φέρον στή ράχη του
πλοῖο εἶναι σύμβολο τοῦ Χριστοῦ, ὡς θεμελίου ἀσαλεύτου τῆς
Ἐκκλησίας. Τό ψάρι ὡς χριστιανικό σύμβολο χρησιμοποιήθηκε στίς
λυχνίες, στίς σφραγίδες καί στά δαχτυλίδια τῶν πιστῶν. Τό
καθαγιασμένο ψάρι μέ κρασί καί ἕνα πανέρι μέ ψωμί (ὅπως ὑπάρχει
στήν εἰκόνα τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου) ἀντιπροσωπεύει στήν χριστιανική
τέχνη τήν Θεία Μετάληψη ἀπό τόν Κύριο. Τά τρία ψάρια μέ ἕνα κεφάλι
συμβολίζουν τήν ἑνότητα τῆς Ἁγίας Τριάδος καί τρία δεμένα
συμβολίζουν τό Βάπτισμα στό ὄνομα τῆς Τριάδος. Ὁ Κλήμης ὁ
Ἀλεξανδρεύς παρατηρεῖ: «Ὁ Χριστός εἶναι ὁ Ψαράς πού ψαρεύει καί
σώζει τούς ἀνθρώπους ἀπό τό πέλαγος τῆς κακίας.
Ο ΑΡΤΟΣ. Πάντοτε ὁ ἄρτος, ὡς βασικό στοιχεῖο τῆς τροφῆς τοῦ
ἀνθρώπου καί τῆς διατήρησης τῆς ζωῆς του, ἀπολάμβανε τήν
πρέπουσα τιμή στίς διάφορες θρησκεῖες. Στούς Ἑβραίους ἡ λέξη ἄρτος
δήλωνε στήριγμα (Γεν. 3,19, Λευϊτ. 26,26, Ἠσ. 3,1), καί ἡ φράση «ἐσθίειν
τόν ἄρτον» σήμαινε «τό γευματίζειν καί συντηρεῖσθαι». Στόν
χριστιανισμό θεωρήθηκε ὡς τό κατ’ἐξοχήν εὐλογημένο εἶδος
διατροφῆς: Εὐλογία τῶν πέντε ἄρτων (Ματθ. 14, 15-21), εὐλογία καί
κλάση τοῦ ἄρτου εἰς Ἐμμαούς (Λουκ. 24,30). Ὁ ἄρτος ἦταν σύμβολο
ζωῆς. Συμβολίζει τήν ἕνωση, ἀφοῦ συγκροτεῖται ἀπό πολλούς
σπόρους. Οἱ παραστάσεις: α) ψαριοῦ πού φέρει στίς ράχες του ἄρτους,
καί β) ἑπτά κοφίνων γεμάτων ἄρτους συμβολίζουν τήν Θεία
Εὐχαριστία. Στήν κατακόμβη τοῦ Ἁγίου Καλλίστου, «ὑπάρχει
παράστασις ἰχθύος», πού φέρει καλάθι μέ ἄρτους καί δοχεῖο μέ
κόκκινο κρασί. Εἶναι φανερή ἡ εὐχαριστιακή σημασία τοῦ περίφημου
αὐτοῦ συμβόλου πού σημαίνει τήν Θεία Εὐχαριστία» (Γ. Ἀντουράκη,
Χριστ. Ζωγραφική). Ὁ κοινός ἄρτος ἐθεωρεῖτο ἄξιος τιμῆς, λόγῳ τοῦ
συμβολισμοῦ αὐτοῦ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ «τοῦ ἄρτου τῆς ζωῆς» (Ἰω. στ΄,
35,51,41), «τοῦ ζῶντος ἄρτου» ἤ τοῦ «ἄρτου τοῦ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ
καταβάντος», ἀλλά καί σύμβολο αὐτῆς τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία, ἐνῶ
ἦταν διεσπαρμένη καί διασκορπισμένη, ὅπως τό σιτάρι στά βουνά, διά
τοῦ Χριστοῦ ἑνώθηκε σέ ἕνα σῶμα, κατά τό βιβλίο τῆς Διδαχῆς (Β.Ε.Π.
σελ. 218). Ἐσχατολογικῶς θεωρήθηκε, ἐπίσης, σύμβολο τῆς
ἀδιάλειπτης κοινωνίας μετά τοῦ Χριστοῦ στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί
τῆς ἀδιάλειπτης συμμετοχῆς στά οὐράνια ἀγαθά, σύμφωνα μέ τό
εὐαγγελικό: «Μακάριος ὅς φάγεται ἄρτον ἐν τῇ Βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ»
(Λουκ. 14,15), ὅπου ἔχομε τήν βρώση τοῦ οὐράνιου ἄρτου,
τοποθετημένου στήν Τράπεζα τοῦ Κυρίου. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός
χαρακτηρίζει τόν ἑαυτό του «ὡς ἄρτον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ», «ἄρτον Θεοῦ»
καί «ἄρτον ἀληθινόν», πού δίνει ζωή στόν κόσμο (Ἰω. 6,32-33).
Κατ’ ἀναλογίαν πρός τό «μάννα», ὅπου χαρακτηρίζεται «ὡς ἄρτος
ἀγγέλων» (Ψαλμ. 77,25) καί ὡς «ἄρτος ἐξ οὐρανοῦ» (Ἐξόδ. 16,4). Ὅμως,
«τό μάννα» δέν ἐξασφάλισε τήν ἀθανασία (Ἰω. 6, 48). Ὁ Γρηγόριος ὁ
Θεολόγος γράφει: «Ἰησοῦς εἶναι ὁ ἀληθινός ἄρτος καί τῆς ἀληθινῆς
ζωῆς αἴτιος». Ὁ λόγος αὐτός ἐφαρμόζεται στήν Θεία Εὐχαριστία, ὅπου
ὁ ὀρθόδοξος χριστιανός κοινωνεῖ Σῶμα Χριστοῦ «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν
καί ζωήν αἰώνιον».
Ο ΑΣΤΗΡ (ΑΣΤΕΡΙ, ΑΣΤΡΟ). Στό χριστιανισμό ὁ ἀστήρ εἶναι
σύμβολο θείας καθοδήγησης καί εὔνοιας καί χαρᾶς. «Καί ἰδού ὁ ἀστήρ
ὅν εἶδον ἐν τῇ ἀνατολῇ προῆγεν αὐτούς· ἰδόντες δέ τόν ἀστέρα
ἐχάρισαν χαράν μεγάλην σφόδρα» (Ματθ. 2,9-10). Δώδεκα ἄστρα
συμβολίζουν τίς δώδεκα φυλές τοῦ Ἰσραήλ καί τούς δώδεκα
Ἀποστόλους. Ὁ «ἀστήρ» εἶναι σύμβολο τῆς θεότητος τοῦ Χριστοῦ. Στήν
Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἀποκαλεῖται «ὁ ἀστήρ ὁ
λαμπρός ὁ πρωϊνός» (Ἀποκ. 22, 16). Ἀστέρες ἀποκαλοῦνται καί οἱ ἑπτά
Ἐκκλησίες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, πρός τίς ὁποῖες ἡ Ἀποκάλυψη ἀπευθύνει
νουθεσίες. «Ἀστέρες πολύφωτοι τοῦ νοητοῦ στερεώματος»
χαρακτηρίζονται οἱ Πατέρες τῶν ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων
(Δοξαστικό τῶν αἴνων). Στήν Θεία Λειτουργία ὁ «ἀστήρ - ἀστερίσκος»
χρησιμοποιεῖται σάν ἱερό σκεῦος. Ἔτσι, ὁ ἀστέρας μᾶς συνδέει μέ τό
γεγονός τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Κυρίου. «Προῆγεν αὐτούς» δηλαδή
ὁ ἀστήρ «ἕως ἐλθών ἔστη ἐπάνω οὗ ἦν τό παιδίον» (Ματθ. 2,9).
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος προσδίδει στόν ἀστέρα κάι ἄλλη συμβολική
ἔννοια. Κάθε ἀστέρας, λέγει, διαφέρει ἀπό τόν ἄλλο, ὡς πρός τήν
λαμπρότητα. Ἔτσι καί οἱ ἄνθρωποι, οἱ πιστοί, στήν Βασιλεία τῶν
Οὐρανῶν θά ἔχουν διαφορετική λάμψη, ἀνάλογα μέ τό μέγεθος τῆς
ἀρετῆς καί τῆς ἁγνότητάς τους. (Α΄ Κορ. 15,41). Καί ὁ Προφήτης Ἰώβ
ἀναφωνεῖ: «Ὅτε ἐγεννήθησαν ἄστρα, ἤνεσάν με (μέ ὕμνησαν) φωνῇ
μεγάλῃ, πάντες οἱ ἄγγελοί μου» (Ἰώβ 38,7).
Η ΑΜΠΕΛΟΣ. Ἡ ἐκκλησιαστική ὑμνολογία παρομοιάζει τήν
Θεοτόκο, ὡς «ἄμπελον ἀληθινήν», γιατί βλάστησε τόν καρπό τῆς ζωῆς
καί οἱ πιστοί τήν παρακαλοῦν γιά τήν σωτηρία τους. Τό ἀμπέλι
τυγχάνει νά εἶναι ὄχι μόνο ἀρχαία, ἀλλά καί προσφιλέστατη
παράσταση, γιά τήν Ἐκκλησία καί τούς πιστούς. Ὁ λόγος εἶναι
προφανής, ἀφοῦ ἀπ’ αὐτό παράγεται ὁ «οἶνος» πού χρησιμοποιεῖται
στό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ἡ παράσταση αὐτή συναντᾶται
ἰδιαίτερα στήν γλυπτική, ζωγραφική, ὑμνολογία καί ρητορική.
Ἐξεικονίζει τήν Ἀληθινή Ἄμπελο, δηλαδή τόν Κύριο, τήν Θεία
Μετάληψη, τήν Ἐκκλησία καί τούς μαθητές τοῦ Κυρίου. «Ἐγώ εἰμι ἡ
ἄμπελος, ὑμεῖς τά κλήματα» (Ἰω. 15,5) ἀναφωνεῖ ὁ Κύριός μας. Στήν
λειτουργική καί ὑμνολογία ἔχομε τόν Ἀρχιερέα νά εὔχεται:«ἐπίβλεψον,
Κύριε, ἐπί τήν ἄμπελον ταύτην», τό χριστεπώνυμο πλήρωμα καί ἡ
Θεοτόκος νά ὑμνεῖται ὡς «ἡ ἄμπελος ἡ ἀληθινή... τόν βότρυν τόν
πέπυρον ἡ γεωργήσασα». Τό σταφύλι εἶναι τό σύμβολο τῶν ζώντων
πιστῶν «ἐν Χριστῷ» (Γαλ. 2,20, Φιλιπ. 1,20, Ρωμ, 14,7, Τιμ. 1,1, Α΄ Ἰω. 1,1),
καί σύμβολο τῆς Θείας Μετάληψης. Πτηνό ἤ πτηνά, τά ὁποῖα
τσιμπολογοῦν σταφύλια, εἶναι σύμβολο τῶν πιστῶν πού κοινωνοῦν
τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Τό ἀμπέλι ὡς Δέντρο τῆς Ζωῆς μέ
περιστέρια πού ζοῦν στά κλαδιά του, συμβολίζει τίς ψυχές πού ζοῦν
στόν Χριστό καί τήν πνευματική καρποφορία. Στήν Παλαιά Διαθήκη
τό ἀμπέλι ἀντιπροσωπεύει τούς Ἰσραηλῖτες (Ψαλμ. 79, 9-15). Στήν
Θεία Λειτουργία «προσφέρων καί διαδιδόμενος» εἶναι Αὐτός ὁ Κύριος.
Ὁ πιστός πού παρακάθεται στό Δεῖπνο (Θεία Κοινωνία), ἐσθίει καί
πίνει τόν μυστηριακό οἶνο, ὁ ὁποῖος μεταγγίζει ζωή αἰώνιο καί χαρά
Θεοῦ. Ὁ Κύριλλος Ἱεροσολύμων γράφει: «ἐφυτεύθη ἐν τῇ γῇ ἄμπελος,
ἵνα ἐκριζωθῇ ἡ διά τοῦ Ἀδάμ γενομένη κατάρα». Καί ὁ Σωτήρας μας
διαλαλεῖ: «Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὁ μένων ἐν ἐμοί καγώ ἐν αὐτῷ, οὗτος
φέρει καρπόν πολύν» (Ἰω. 14,5).
Θά συνεχίσουμε, ὅμως, σύν Θεῷ, στό ἑπόμενο κήρυγμα. ΑΜΗΝ!

Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

 


 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 29
ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ
26-07-2026

Συνεχίζεται, ἀδελφοί μου, ἡ ἀναφορά μας στά ἱερά σύμβολα.
Η ΛΥΡΑ ΚΑΙ Ο ΟΡΦΕΑΣ. Ἡ λύρα εἶναι ἕνα ἀρχαῖο ἑλληνικό
ὄργανο. Ἡ λύρα εἶναι γνώρισμα τοῦ Ὀρφέα. Ὁ Ὀρφέας εἶχε τήν
ἱκανότητα νά μαγεύει ὄχι μόνο τά ἔμψυχα, ἀλλά ὅλη τήν φύση, μέ τόν
ἦχο τῆς λύρας του. Ἡ λύρα στά χέρια τοῦ Ὀρφέα συμβολίζει «τήν
ἑλκυστικήν τοῦ Εὐαγγελίου δύναμιν», τήν γλυκύτητα τοῦ κηρύγματος
καί τήν ἑλκυστική ἐπίδρασή του. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι τό μοναδικό
καί ἀκαταμάχητο ὅπλο τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν ἐξάπλωση τοῦ
εὐαγγελικοῦ φρονήματος τῶν πιστῶν, τήν ἀναθέρμανση τῆς πίστεως,
τήν ἀνανέωση τῆς ἀγωνιστικότητος καί τήν ἑδραίωση τῆς ἐλπίδας
στήν ἐκπλήρωση τῶν ἐπαγγελιῶν τῆς Ἐκκλησίας (π. Γ. Μεντιδάκη.
Τύπος καί συμβ. στήν ὀρθόδοξη λατρεία). Τό μυθικό αὐτό πρόσωπο τοῦ
Ὀρφέα εἰκονίζει τόν ἴδιο τόν Χριστό, πού μέ τόν θεῖό Του λόγο ἡμερεύει
τά ἔθνη καί τά προσελκύει στή Βασιλεία Του. Ὁ Κύριος λέγει:
«Τά ρήματα ἅ ἐγώ λαλῶ ὑμῖν, πνεῦμά ἐστι καί ζωή ἐστιν» (Ἰω. 6, 63).
Καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος παρατηρεῖ: «Ζῶν γάρ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ
καί ἐνεργής καί τομώτερος ὑπέρ πᾶσαν μάχαιραν δίστομον (εἶναι
κοφτότερος ἀπό κάθε δίκοπο μαχαίρι)» (Ἑβρ. 4,12). Καί ὁ ἱερός
Χρυσόστομος λέγει: «Μή τοίνυν, ἐπειδή λόγον ἤκουσας, ἁπλῶς λόγον
νομίσης· μαχαίρας γάρ ἐστί, φησί τομώτερος (εἶναι καί ἀπό τό μαχαίρι
πιό κοφτερός). Ὁ Γ. Ἀντουράκης γράφει: «Ὁ Ὀρφέας σάν βοσκός,
θεωρεῖται σάν μιά ἄλλη μορφή τοῦ Καλοῦ Ποιμένα, σάν σύμβολο τοῦ
Χριστοῦ, πού μέ τήν μοναδική διδασκαλία Του γοητεύει τίς ψυχές τῶν
πιστῶν. Ἡ λύρα στά χέρια τοῦ Ὀρφέα παριστάνει τήν ἑλκυστική
δύναμη τοῦ Εὐαγγελίου» (Χριστ. Ζωγραφική).
Η ΑΓΚΥΡΑ. Ἡ ἄγκυρα ἦταν τό κυριώτερο σύμβολο τῆς ναυτικῆς
ζωῆς γιά τήν διασφάλιση καί στερέωση τῶν πλοίων στή θάλασσα.
Ἡ ἄγκυρα εἶναι τό ἔμβλημα τῆς ἐλπίδας σύμφωνα μέ τόν Ἀπόστολο
Παῦλο: «Ἰσχυράν παράκλησιν ἔχωμεν οἱ καταφυγόντες κρατῆσαι τῆς
προκειμένης ἐλπίδος· ἥν ὡς ἄγκυραν ἔχομεν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καί
βεβαίαν» (Ἑβρ. 6,18-19). Κατά τούς χρόνους τῶν διωγμῶν, ὁπότε τό
σκάφος τῆς Ἐκκλησίας κινδύνευε νά καταποντισθεῖ, τό μόνο
καταφύγιο τῶν πιστῶν ἦταν ἡ ἐλπίδα στό Θεό. Ὅταν, λοιπόν,
σχεδίαζαν τήν ἄγκυρα, διακήρυτταν: «Ἡ ἐλπίδα μου εἶναι ὁ Χριστός».
Ἡ ἐλπίδα προσφέρει τήν βεβαιότητα γιά τήν εἴσοδο τοῦ πιστοῦ «εἰς τό
ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος, ὅπου πρόδρομος ὑπέρ ἡμῶν εἰσῆλθεν
Ἰησοῦς» (Ἑβρ. 6,20). Ἡ ἐλπίδα καρπός τῆς πίστεως, συνδέει τόν
χριστιανό ἄνθρωπο μέ τήν ἀγάπη τοῦ Θεανθρώπου καί τόν ὁδηγεῖ
στήν «ἐν πνεύματι ἁγίῳ» ἕνωση μαζί Του. Ἡ ἐλπίδα μέσα στή Θεία
Λατρεία καί ἰδιαίτερα στή Θεία Λειτουργία, ὅπου ὁ πιστός ζεῖ τήν
παρουσία τοῦ Κυρίου, ἐνισχύεται καί ἐνδυναμώνεται ἀκόμη
περισσότερο. Ὁ Θεόδωρος Μοψουεστίας γράφει: «Ἄγκυρα ἐν βυθῷ
κεκρυμμένη, οὐκ ἐᾶ (δέν ἀφήνει) κλονεῖσθαι τάς ἡμετέρας ψυχάς».
Η ΝΑΥΣ (ΤΟ ΠΛΟΙΟ). Στόν χριστιανισμό, πλοῖο στή θάλασσα,
ἀνάμεσα στά κύματα, συμβολίζει τήν ἀνθρώπινη ζωή, ἡ ὁποία μέσα
ἀπό μόχθο κατευθύνεται στόν προορισμό της ἤ τήν Ἐκκλησία, πού
πορεύεται πρός τόν οὐρανό. Ὁ Ἰππόλυτος Ρώμης στό ἔργο του «Περί
τοῦ Χριστοῦ καί περί τοῦ ἀντιχρίστου «γράφει τά ἑξῆς: «Ὁ κόσμος εἶναι
θάλασσα, ὅπου ἡ Ἐκκλησία, σάν πλοῖο στό πέλαγος, ταλαιπωρεῖται,
ἀλλά δέν χάνεται. Γιατί ἔχει μαζί της, ὡς ἔμπειρο Κυβερνήτη, τόν
Χριστό. Στό κέντρο της ὑψώνεται τό σημεῖο τῆς νίκης, κατά τοῦ
θανάτου, πού εἶναι ὁ Σταυρός τοῦ Κυρίου. Ἡ πλώρη της εἶναι ἡ
ἀνατολή καί ἡ πρύμνη της ἡ δύση... Τό πηδάλιό της οἱ δύο διαθῆκες καί
τά τεντωμένα σχοινιά της, ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, πού ἀγκαλιάζει τήν
Ἐκκλησία καί ἡ ἀντλία της τό Βάπτισμα, μέ τό ὁποῖο ἀνανεώνονται
αὐτοί πού πιστεύουν. Σέ αὐτήν σάν φωτεινό καραβόπανο, βρίσκεται τό
Ἅγιο Πνεῦμα, μέ τό ὁποῖο σφραγίζονται ὅσοι πιστεύουν στόν Θεό.
Μαζί της φέρνει καί σιδερένιες ἄγκυρες, τίς ἅγιες ἐντολές τοῦ ἰδίου τοῦ
Χριστοῦ, πού εἶναι δυνατές σάν σίδερο. Δεξιά καί ἀριστερά της ἔχει καί
ναῦτες, τούς ἁγίους ἀγγέλους, μέ τούς ὁποίους πάντοτε στηρίζεται καί
φυλάγεται ἡ Ἐκκλησία. Σέ αὐτήν ὑπάρχει καί ψηλή σκάλα, πού ὁδηγεῖ
σέ σχῆμα σταυροῦ, στήν κορυφή τοῦ πλοίου, εἰκόνα τοῦ πάθους τοῦ
Χριστοῦ, πού τραβάει τούς πιστούς, γιά νά ἀνέβουν στόν οὐρανό. Στήν
κορυφή τῶν ἱστίων ὑπάρχουν οἱ φάροι πού ἑνώνονται καί ἀποτελοῦν
τούς χορούς τῶν Προφητῶν,τῶν Μαρτύρων καί τῶν Ἀποστόλων,
πού ἀναπαύονται στήν Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ» (ΒΕΠ, τόμ. 5ος). Τό πλοῖο
αὐτό, ἄλλοτε φέρει ἱστία, καί σπεύδει πρός τόν φάρο τῆς σωτηρίας ἤ
πρός τό μονόγραμμα τοῦ Χριστοῦ, ἄλλοτε φέρει πάνω στό ἱστίο πτηνό,
σύμβολο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού κινεῖ τό πλοῖο. Ὑπάρχει καί ἡ
παράσταση τοῦ πλοίου μέ τούς μαθητές, πού σύρουν τά δίχτυα,
γεμάτα μέ ψάρια. Ἐδῶ συμβολίζεται ἡ ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας, πού
σκοπό ἔχει νά περιλάβει μέσα της ὅλους τούς ἀνθρώπους, γιά νά τούς
ὁδηγήσει στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὁ Δίδυμος ὁ τυφλός γράφει:
«Ἡ κιβωτός σώσασα τούς ἐν αὐτῇ εἰσφρήσαντας (εἰσελθόντας) εἰκών
τῆς σεπτῆς τυγχάνει Ἐκκλησίας». Ὁ καθηγητής Ἀντουράκης
σημειώνει: «Στούς χριστιανικούς χρόνους ἡ ναῦς (τό πλοῖο) πῆρε ἕναν
εὐρύτερο συμβολισμό. Συμβολίζει τήν ζωή τῶν χριστιανῶν, πού ἔχουν
κυβερνήτη τόν Χριστό καί ὁδηγοῦνται μέ ἀσφάλεια στό λιμάνι τοῦ
Παραδείσου. Συμβολίζει γενικῶς τήν σωτηρία τῶν πιστῶν ἀπό τίς
ποικίλες τρικυμίες τῆς ζωῆς» (Χριστ. Ζωγραφική).
Ο ΙΧΘΥΣ (ΤΟ ΨΑΡΙ). Στούς Ἑβραίους ἦταν τό καθαρό δεῖπνο τοῦ
Σαββάτου, ἡ τροφή τῶν εὐλογημένων στόν Παράδεισο, σύμβολο του
οὐράνιου συμποσίου τῆς μελλοντικῆς ζωῆς καί εὐτυχίας. Ψάρια εἶναι
οἱ πιστοί τοῦ Ἰσραήλ, στό πραγματικό στοιχεῖο τους, πού εἶναι τά
ὕδατα τῆς Τορᾶ. Στόν χριστιανισμό υἱοθετήθηκε ὡς σύμβολο τοῦ
Χριστοῦ. Ἡ δημοτικότητά του μάλιστα ἐξηγεῖται ἀπό τό γεγονός ὅτι
εἶχε τετραπλό συμβολισμό. Πρῶτα τά πέντε συστατικά γράμματα τῆς
λέξης συνέπιπταν μέ τά ἀρχικά γράμματα τῶν λέξεων «Ἰησοῦς.
Χριστός. Θεοῦ. Υἱός. Σωτήρ» (Ι-Χ-Θ-Υ-Σ) καί ἔτσι ἀναπαριστοῦσαν
τόν Ἀρχηγό τῆς πίστεως σέ ὅλο τό πλήρωμα τῆς Θεότητός Του.
Δεύτερον ἡ λέξη ἔχει ἀναγωγική ἔννοια τοῦ μυστηρίου τῆς Θείας
Εὐχαριστίας στήν παράσταση «ἰχθύς» μέ ἄρτους στήν ράχη. Τρίτον
συμβόλιζε τόν «βεβαπτισμένον». Τέταρτον ἦταν σημεῖο ἀναγνώρισης
μεταξύ τῶν πιστῶν, σέ συνδυασμό μέ ἄλλα σύμβολα. Ἀπό ἐπιγραφές,
ἀλλά καί μαρτυρίες Πατέρων, συνάγεται ὅτι «ὁ ἰχθύς» ἦταν σύμβολο
τοῦ Χριστοῦ καί συνεπῶς τοῦ χριστιανοῦ. Ὁ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς
χαρακτηρίζει τόν Σωτῆρα «ἰχθύν δελεάζοντα τούς ἁγνούς πρός
γλυκεράν ζωήν».
Θά συνεχίσουμε ὅμως, σύν Θεῷ, στό ἑπόμενο κήρυγμα. ΑΜΗΝ!

 Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026

 


 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 28
ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ
Δ΄ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ
19-07-2026

«Ὁ χριστιανισμός, ἀδελφοί μου, δέν ἀνακάλυψε τά σύμβολα.
Χρησιμοποίησε τήν κοινή πανανθρώπινη αὐτή γλῶσσα, γιά νά
ἀναγάγει τόν ἄνθρωπο ἀπό τά γνωστά στά ἄγνωστα, ἀπό τά αἰσθητά
στά νοητά καί ἀπό τίς εἰκόνες καί τά ἀπομιμήματα, στό ἀρχέτυπο καί
θεῖο κάλλος», γράφει ὁ μακαριστός Καθηγητής Λειτουργικῆς Ἰωάν.
Φουντούλης. Ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης σημειώνει ὄτι ἡ Ἐκκλησία
«διά συμβόλων ἱερῶν διδάσκει τά ὑπέρ ἔννοιαν». Ὁ Διονύσιος ὁ
Ἀρεοπαγίτης θεωρεῖ τά σύμβολα ὡς ὁρατές εἰκόνες τῶν ἀοράτων
ἰδεῶν, γεννήματα τῶν θείων ἰδιοτήτων καί συνεπῶς μετέχοντα τῆς
θείας φύσεως. Ὁ ἱερός Καβάσιλας θά πεῖ ὅτι ἡ Ἐκκλησία μας χειρίζεται
τά σύμβολα μέ σκοπό «μή δοῦναι τῇ λήθῃ χώραν» καί γιά νά
διατηρήσουν «τήν μνήμην ἀκμάζουσαν». Ὁ μακαριστός ἐπίσκοπος
Περγάμου Ἰωάννης Ζηζούλιας σημειώνει ὅτι τά σύμβολα βοηθοῦν τούς
πιστούς στήν ἀναβίωση τῆς σωτηριολογικῆς πορείας, ὅμως δέν εἶναι
στόχος τους ἡ προσκόλληση στό παρελθόν, στά ἱστορικά γεγονότα,
ἀλλά στή μέλλουσα Δευτέρα Παρουσία. Σύμφωνα δέ μέ τήν
διδασκαλία τοῦ Ἰωάννη τοῦ Δαμασκηνοῦ, ἡ εἰκόνα εἶναι τό βιβλίο τῶν
ἀγραμμάτων καί τά σύμβολα ἡ γλῶσσα τῆς πίστεως. Περί τῶν
συμβόλων αὐτῶν γράφουν στά ἔργα τους οἱ ἀρχαῖοι ἐκκλησιαστικοί
συγγραφεῖς Τερτυλλιανός καί Κλήμης. Ἄς δοῦμε ἕνα - ἕνα τά σύμβολα
ἀπό κοντά καί ἄς θαυμάσουμε τή σοφία μέ τήν ὁποία τά χρησιμοποιεῖ
ἡ Ἐκκλησία μας καί τά τοποθετεῖ στίς τοιχογραφίες τῶν ναῶν της
καί στά ἱερά βιβλία της.
ΤΑ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑΤΑ Α καί Ω, τά ὁποῖα βλέπουμε συνήθως σέ
ὁρισμένα σημεῖα τοῦ τέμπλου στηρίζονται στό χῶρο τοῦ βιβλίου τῆς
«Ἀποκάλυψης» τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου. Ἐδῶ ὁ Κύριος δηλώνει:
«Ἐγώ εἰμί τό Α καί τό Ω, ὁ πρῶτος καί ὁ ἔσχατος, ἡ ἀρχή καί τό τέλος»
(Ἀποκ. 22,13), διατρανώνοντας τήν Θεότητά Του. Ὁ ἀείμνηστος
καθηγητής Παν. Μπρατσιώτης γράφει: «Διά τοῦ Α – Ω κατακλείεται
καί τό ὅλον περιεχόμενον τῆς Ἀποκαλύψεως, ἀκριβῶς καθ’ ὅν τρόπον
καί ἤρχισε» (Ὑπόμν. Στήν Ἀποκάλυψη). Ὁ Χριστός εἶναι ἡ ἀρχή τῆς
Δημιουργίας» (Γεν. 1,1). Αὐτός «ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν τόν οὐρανόν καί τήν
γῆν» (Γεν. 1,1). Ὁ Χριστός εἶναι καί τό «τέλος» τοῦ κόσμου καί τῆς
ἱστορίας.
ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ . Τό σύμβολο αὐτό
σχηματίζεται ἀπό τά γράμματα Ι (Ἰησοῦς) καί Χ (Χριστός)
προσθέτοντας στήν κορυφή τοῦ Ι καί ἕνα ἡμικύκλιο Ρ, ὥστε νά
σχηματίζεται τό δεύτερο γράμμα τοῦ ὀνόματος: ΧΡΙΣΤΟΣ. Ὁ Μέγας
Κωνσταντῖνος εἶναι γνωστό, ὅτι ἔθεσε στήν περικεφαλαία του τό
μονόγραμμα τοῦ Χριστοῦ. Αὐτό ἔφερε καί ἡ σημαία τῆς
σωματοφυλακῆς του (ἱστορικός Εὐσέβιος). Τό μονόγραμμα τοῦ Χριστοῦ
εἶναι ὁμολογία πίστεως στόν θεάνθρωπο Κύριο, πού εἶναι τό κέντρο
τῆς ζωῆς καί τῆς λατρείας τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό ἀποτελεῖ καί ἕνα εἶδος
ὑπογραφῆς ἤ σήματος τοῦ Χριστοῦ. Μέ τήν ἔννοια αὐτή χαράσσεται
στούς τοίχους τοῦ ναοῦ κατά τά ἐγκαίνια, καί συμβολίζει τήν παρουσία
καί τήν κυριότητα Του. «Τῷ οἴκῳ σου, Κύριε, πρέπει ἁγίασμα. Ἐν τούτῳ
γάρ τό ὄνομα τό σόν, Φιλάνθρωπε, ἐνθέως δοξάζεται» (Ἀκολουθία
Ἐγκαινίων). Ὁ Καθηγητής Χαραλαμπίδης γράφει: «ὁ νικητής Χριστός,
τό χριστόγραμμα, τό θριαμβευτικό στεφάνι, ὁ νικητήριος Σταυρός καί
ἄλλες συμπαριστάμενες συμβολικές ἀπεικονήσεις θριάμβου καί δόξας
ἀπό τό ζωικό καί φυσικό βασίλειο ἀντιπαραβάλλονται στίς ἔννοιες τῆς
ἁμαρτίας καί τοῦ θανάτου».
Ο ΚΑΛΟΣ ΠΟΙΜΕΝΑΣ. Ὁ Κύριος ἀναφωνεῖ: «Ἐγώ εἰμί ὁ Ποιμήν
ὁ καλός. Ὁ ποιμήν ὁ καλός τήν ψυχήν αὐτοῦ τίθησιν ὑπέρ τῶν
προβάτων» (Ἰωάν. 10,11). Ἡ εἰκόνα τοῦ καλοῦ Ποιμένος ὑπάρχει καί
στήν Παλαιά Διαθήκη. Ὁ Ψαλμῳδός λέγει: «Κύριος ποιμαίνει με καί
οὐδέν μέ ὑστερήσει· εἰς τόπον χλόης ἐκεῖ μέ κατεσκήνωσε» (Ψαλμ. 22,
1-2). Καί ὁ προφήτης Ἠσαΐας προφητεύει λέγοντας. «Ἰδού ὁ Κύριος
μετ’ ἰσχύος ἔρχεται... ὡς ποιμήν ποιμανεῖ τό ποίμνιον αὐτοῦ καί
τῷ βραχίονι αὐτοῦ συνάξει ἄρνας» (Ἠσ. 40,10-11). Καί ὁ προφήτης
Ἰεζεκιήλ προβλέπει καί προλέγει: «Ἀναστήσω ἐπ’ αὐτούς ποιμένα ἕνα
καί ποιμανεῖ αὐτούς... Καί σώσω τά πρόβατά μου». (Ἰεζεκιήλ 34, 22-23).
Ὅταν δέ ὁ Χριστός ἦλθε στόν κόσμο καί τό ἔργο τοῦ ποιμένα
πραγματοποιήθηκε, τότε οἱ Ἀπόστολοι διαπίστωσαν στό πρόσωπο τοῦ
Χριστοῦ «τόν Ποιμένα τῶν προβάτων τόν μέγαν» (Ἑβρ. 13,20), «τόν
ἀρχιποίμενα καί Ἐπίσκοπον τῶν ψυχῶν», ὁ Ὁποῖος «ἐπέστρεψε τά
πρόβατα τά πλανώμενα» (Α΄Πέτρ. 2,25 καί 5,4). Ἀλλά τήν ἰδιότητα
αὐτή καί τό ἔργο αὐτό περιγράφει θαυμάσια ὁ Κύριος στήν παραβολή
τοῦ «Καλοῦ Ποιμένα» (Ἰω. 10,1-16). Ὁ Κύριος εἶναι ὁ καλός, ὁ ἀγαθός
Ποιμένας, γιατί ὄχι μόνο ἀρνήθηκε ἑαυτόν, ἀλλά καί θυσιάστηκε χάρη
τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς ὑπενθυμίζει λέγοντας:
«Συνίστησι δέ τήν ἑαυτοῦ ἀγάπην εἰς ἡμᾶς ὁ Θεός, ὅτι ἔτι ἁμαρτωλῶν
ὄντων ἡμῶν Χριστός ὑπέρ ἡμῶν ἀπέθανε» (Ρωμ. 5, 8). Τά ἴδια προλέγει
καί ὁ προφήτης Ἰεζεκιήλ, ὅταν προφητεύη: «Καί σώσω τά πρόβατά
μου, καί μή ὦσιν ἔτι εἰς προνομήν (δηλ. εἰς διαρπαγήν), καί ἀναστήσω
ἐπ’αὐτούς ποιμένα ἕνα καί ποιμανεῖ αὐτούς... καί ἀφανιῶ θηρία
πονηρά ἀπό τῆς γῆς» (Ἰεζ. 34, 21 κ. ἑξ.). Ὁ Καλός Ποιμένας γνωρίζει
ἀπό κάθε ἄποψη τά δικά του «πρόβατα», γι αὐτό καί προνοεῖ γι’ αὐτά.
Πέραν αὐτῶν, ἡ παράσταση πού μᾶς ἐμφανίζει τόν Κύριο νά ἀναζητᾶ
τό πλανώμενο πρόβατο, ἀφήνοντας τά «ἐνενήκοντα ἐννέα»,
ἀποκαλύπτει τήν ἄπειρη θεϊκή Του ἀγάπη. Δηλώνει τήν στοργή καί τό
ἐνδιαφέρον τοῦ Θεανθρώπου, ὄχι μόνο γιά τόν ἁμαρτωλό ἄνθρωπο,
ἀλλά καί γιά τήν Ἐκκλησία Του «ὡς ποιμήν», ἀφοῦ, ὅταν βρίσκει τό
χαμένο πρόβατο, τό σηκώνει στούς ὤμους Του καί τό ἐπιστρέφει στό
κοπάδι. Οἱ ἀρχαιότερες παραστάσεις τῆς Ἀνατολῆς βρέθηκαν στήν
Κυρηναϊκή τῆς Ἀφρικῆς, ὅπου ὁ Ποιμένας ἔχει στεφανωμένη τή
κεφαλή μέ φύλλα, καί, ἐνῶ φέρει στούς ὤμους Του ἕνα πρόβατο, ἄλλα
ἕξι πρόβατα, ἔνθεν καί ἔνθεν, τόν κυκλώνουν καί τόν κοιτάζουν, πλήν
ἑνός. Ἡ παράσταση συμβολίζει τόν Ποιμένα Χριστό, τόν πλανώμενο
ἄνθρωπο, τούς Ἀποστόλους καί τόν προδότη Ἰούδα. Ὁ Ἰεζεκιήλ
προφητεύει γιά τόν Καλό Ποιμένα: «Ἐγώ βοσκήσω τά πρόβατά μου καί
ἐγώ ἀναπαύσω αὐτά... Τό ἀπολωλός ζητήσω καί τό πλανώμενον
ἐπιστρέψω καί τό συντετριμμένον καταδήσω... καί τό ἰσχυρόν φυλάξω»
(Ἰεζ. 34, 15-16). Ὁ ἀείμνηστος καθηγητής Γ. Ἀντουράκης γράφει: «Πολύ
ἐνωρίς ἡ παράσταση τοῦ Καλοῦ Ποιμένα κυριαρχεῖ στίς ὀροφές τῶν
νεκρικῶν θαλάμων, σάν τό κατ’ ἐξοχήν σύμβολο τοῦ Λυτρωτοῦ
Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος στήν ἐποχή τῶν διωγμῶν ἔδινε ἐλπίδα καί θάρρος
στίς ψυχές τῶν δοκιμαζομένων χριστιανῶν... Ἡ παράσταση τοῦ Καλοῦ
Ποιμένα ἀπεικονίζεται ὄχι μόνο στίς σαρκοφάγους, ἀλλά καί σέ μικρά
ἀγάλματα, τά ὁποῖα τοποθετοῦνται εἴτε σέ πλατεῖες χριστιανικῶν
πόλεων, εἴτε σέ χριστιανικές κρῆνες, εἴτε σέ χριστιανικούς τάφους»
(Χριστιανική Ζωγραφική).
Θά συνεχίσουμε ὅμως, σύν Θεῷ, στό ἑπόμενο κήρυγμα. ΑΜΗΝ!

Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2026

 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ


ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
12-07-2026
*

ΤΑ ΣΥΜΒΟΛΑ ΤΩΝ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΩΝ. Οἱ τέσσερις Εὐαγγελιστές,
ἀδελφοί μου, συνοδεύονται ἀπό τό συμβολικό «τετράμορφον», τόν
ἄνθρωπο, τό λιοντάρι, τό μοσχάρι καί τόν ἀετό. Ὁ συμβολισμός αὐτός
εἶναι πολύ παλαιός. Ἐκπηγάζει ἀπό τό ὅραμα τοῦ Προφήτου Ἰεζεκιήλ:
«καί εἶδον ... ὡς ὁμοίωμα τεσσάρων ζώων... πρόσωπον ἀνθρώπου...
λέοντος... μόσχου... καί ἀετοῦ» (Ἰεζ. 4-10). Καί ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης
σέ ὅραμά του στήν «Ἀποκάλυψη» λέγει: «εἶδον... κύκλῳ τοῦ θρόνου
τέσσερα ζῶα...τό πρῶτον ὅμοιον λέοντι, καί τό δεύτερον ζῶον ὅμοιον
μόσχῳ καί τό τρίτον ἔχων τό πρόσωπον ὡς ἀνθρώπου καί τό τέταρτον
ζῶον ὅμοιον ἀετῷ πετομένῳ». Καί συνεχῶς λέγουν: «ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος
Κύριος ὁ Θεός ὁ παντοκράτωρ, ὁ ἦν καί ὁ ὤν καί ὁ ἐρχόμενος» (Ἀποκ.
Ἰωάν. δ΄, 6-8). Οἱ παλαιοί ἑρμηνευτές, ὅπως ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος, ὁ ἅγιος
Ἐπιφάνιος Κύπρου, ὁ ’Ιωάννης Χρυσόστομος κ. ἄ. ἑρμηνεύοντας αὐτά τά
ὁράματα θά ποῦν:
1) Ὁ Εὐαγγελιστής Ματθαῖος συνοδεύεται ἀπό τήν εἰκόνα ἑνός
ἀνθρώπου, ἐπειδή τό Εὐαγγέλιό του ἀρχίζει μέ τό γενεαλογικό δένδρο
τοῦ Κυρίου καί μᾶς παρουσιάζει τήν ἀνθρώπινη πλευρά τοῦ Κυρίου
«Βίβλος γενέσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, υἱοῦ Δαυϊδ, υἱοῦ Ἀβραάμ»(Ματθ. 1,1).
Ἡ παράσταση αὐτή τονίζει τήν ἐνανθρώπιση τοῦ Κυρίου, τήν
συγκατάβασή Του. «Καί καλέσουσι τό ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ, ὅ ἐστι
μεθερμηνευόμενον μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός»(Ματθ. 1,23). Ὁ ἱερός
Χρυσόστομος παρατηρεῖ: «Οὐδέν γάρ ὄντως ἀνέπαυε τόν Ἰουδαῖον, ὡς
τό μαθεῖν αὐτοῦ ὅτι τοῦ Ἀβραάμ καί Δαυΐδ ἔκγονος ἦν ὁ Χριστός»
2) Ὁ Εὐαγγελιστής Μᾶρκος στήν ἱερή του εἰκόνα τόν συνοδεύει
ἕνας λέοντας. Ἀρχίζει τό Εὐαγγέλιό του ἀπό τόν Ἰωάννη τόν Πρόδρομο,
«φωνή βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἐτοιμάσατε τήν ὁδόν Κυρίου (Μάρκ. 1,3),
τονίζοντας τήν βασιλική ἰδιότητα, τό βασιλικό ἀξίωμα τοῦ Κυρίου, τή
θεία Του καταγωγή. Ὁ Τίμιος Πρόδρομος κηρύττοντας μέ δύναμη
παρομοιάζεται μέ λέοντα πού βρυχᾶται. Κύριο χαρακτηριστικό τοῦ
Εὐαγγελίου τοῦ Μάρκου εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ, καθώς καί ὁ
λέοντας εἶναι ὁ βασιλικός ἀρχηγός τῶν ζώων.
3) Ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς ἐμφανίζεται μέ τήν παράσταση ἑνός
μόσχου, ἐπειδή συνδέει τήν Παλαιά Διαθήκη σύμφωνα μέ τήν ὁποία
γινόταν θυσίες ζώων μέ τήν Καινή Διαθήκη. Ὁ μόσχος ἦταν ζῶον θυσίας
καί σύμβολο ἱερωσύνης (Ἐξ. 24,5). Ὁ Λουκᾶς ἐξιστορεῖ στό Εὐαγγέλιό του
τό Ἀρχιερατικό ὑπούργημα τοῦ Κυρίου, τήν θυσία, τό «πάθος»Του. Ἡ
παραβολή τοῦ Ἀσώτου εἰκονίζει τόν Κύριο «ὡς μόσχον σιτευτόν», πού
θυσιάζεται, γιά τήν σωτηρία τοῦ κόσμου (Λουκ. 15,11-32). Γράφει ὁ
Κύριλλος Ἀλεξανδρείας: «Μόσχος νοεῖται, ἀπειρόζυγος μέν τοῦ νόμου
τῆς ἁμαρτίας σιτευτός δέ καθ’ ὅ πρό καταβολῆς κόσμου προώριστο τό
κατά Χριστόν μυστήριον, ἡ φρικώδης καί μεγάλη θυσία». Δικαίως τό
Εὐαγγέλιο τοῦ Λουκᾶ χαρακτηρίζεται, ὡς Εὐαγγέλιο «τῆς εὐσπλαχνίας
καί τοῦ ἐλέους».
4) Τέλος, ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης «πνευματικόν ποιῆσαι
Εὐαγγέλιον» κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο, ζωγραφίζεται μέ τήν
παράσταση ἑνός ἀετοῦ, γιατί «δίκην ἀετοῦ ὑψηπέτου πρός τά ὕψη τῆς
θείας φύσεως αἰθεροβατεῖ». Ἐμφανίζει ἔτσι τήν θεία φύση τοῦ Κυρίου,
«ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος καί ὁ Λόγος ἦν πρός τόν Θεόν καί Θεός ἦν ὁ
Λόγος»(Ἰω. 1,1-2), τό ὕψος τῆς θεολογίας τοῦ Εὐαγγελίου του, ἀλλά καί
τοῦ ἰδίου, «ἐξ οὗ καί Θεολόγος». Τήν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος
καί τήν Θεία Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, «δηλοῖ ὁ ἀετός».
Ὁ πανάρχαιος αὐτός συμβολισμός τῶν τεσσάρων Εὐαγγελίων, πού
συναρτῶνται πρός τά τέσσερα ἀποκαλυπτικά ζῶα, κάνει πιό ἔντονη τήν
εὔνοια τῆς διά τοῦ Εὐαγγελίου ἀποκαλύψεως καί παρουσίας τοῦ Θεοῦ.
Ἑπομένως, τό λιοντάρι εἶναι ὁ βασιλιᾶς τῶν ἀγρίων ζώων, τό μοσχάρι
τῶν ἡμέρων, ὁ ἀετός τῶν πτηνῶν καί ὁ ἄνθρωπος ὅλης τῆς φύσεως. Ἔτσι
ὅλη ἡ ἀφρόκρεμα τῆς γῆς καί τοῦ οὐρανοῦ ὑποβάλλουν τά σέβη τους
στόν Δημιουργό τῆς ζωῆς, τόν Θεό. Ἄλλη ἑρμηνεία ἔχει ὡς ἀκολούθως:
Ἐπειδή ὁ ἀετός ἔχει ταχύτητα, τό λιοντάρι τήν μεγαλοπρέπεια, τό
μοσχάρι τήν δύναμη καί ὁ ἄνθρωπος τήν λογική, ἐδῶ συμβολίζονται ὅλες
οἱ δυνάμεις ὅλου τοῦ κόσμου καί μάλιστα τοῦ ζωϊκοῦ βασιλείου, πού,
ὅμως, βρίσκονται κάτω ἀπό τόν Θεό, εἶναι «ὑποπόδιον» τοῦ Θεοῦ. Γιά
τούς τέσσερις Εὐαγγελιστές κάνει λόγο καί ὁ ἅγιος Γερμανός, Πατριάρχης
Κωνσταντινουπόλεως. Κατ’αὐτόν ὁ Ματθαῖος, ἑρμηνεύεται, «μέλι», ὁ
Μᾶρκος «οἶνος», ὁ Λουκᾶς «γάλα» καί ὁ Ἰωάννης «ἔλαιον». Τέσσερα
εἶναι τά Εὐαγγέλια, γιατί τέσσερα εἶναι καί τά καθολικά πνεύματα
σύμφωνα μέ τά τετράμορφα ζῶα. Τό ἱερό Εὐαγγέλιο εἶναι
«τετράμορφον» καί τά «τετραπρόσωπα» τῶν ζώων «εἰκονίζουσι τήν
πραγματείαν τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ». «Ὁ λέων τό ἔμπρακτον αὐτοῦ καί
ἡγεμονικόν καί βασιλικόν χαρακτηρίζει. Ὁ μόσχος, τήν ἱερουργικήν καί
ἱερατικήν τάξιν ἐμφαίνει. Τό δέ ἔχων πρόσωπον ἀνθρώπου, τήν κατ’
ἄνθρωπον αὐτοῦ παρουσίαν φανερῶς διαγράφει. Τό τέταρτον ὅμοιον μέ
ἀετόν τήν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐφιπταμένην δόσιν (παρουσίαν)
σαφηνίζει». Καί συνεχίζει ὁ Γερμανός λέγοντας ὅτι τέσσερις διαθῆκες
δόθηκαν στήν ἀνθρωπότητα: «Μία μέν τῷ κατακλυσμῷ. Δευτέρα δέ, τῷ
Ἀβραάμ, ἐπί τοῦ σημείου τῆς περιτομῆς. Τρίτη δέ ἡ νομοθεσία διά
Μωυσέως. Τέταρτη δέ, ἡ τοῦ Εὐαγγελίου Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου
ἡμῶν». Καί γάρ τόν «ἐπινίκιον ὕμνον» τῆς Λειτουργίας γράφει: «ᾌδοντα
ἐστιν ὁ ἀετός· βοῶντα ἐστί, ὁ βοῦς· κεκραγότα, ὁ λέων καί λέγοντα,
ἄνθρωπος» (Μυστ. Θεωρία PG 98). Καί ὁ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης
σημειώνει: «Ἡ μορφή τοῦ λέοντος συμβολίζει τό ἡγεμονικόν καί
ρωμαλέον καί ἀδάμαστον. Ὁ δέ βοῦς, τό ἰσχυρόν καί ἀκμαῖον. Καί τά
κέρατα, τό φρουρητικόν καί ἀκράτητον. Ὁ δέ ἀετός, τό βασιλικόν καί
ὑψίφορον καί ταχυπετές».
Τέλος, ἄς σημειωθεῖ, πώς ὁ ἱστορικός Δαμάσκιος ἀναφέρει, ὅτι
κατά τούς Ὀρφικούς, μία ἀπό τίς ἀρχές τοῦ κόσμου ἦταν ὅμοια μέ ἕνα
Δράκοντα, πού «εἶχε φυτρωμένες κεφαλές ταύρου καί λέοντος καί στό
μέσο εἶχε πρόσωπο Θεοῦ καί στούς ὤμους φτερά καί τό ὄνομά του ἦταν
αἰώνιος χρόνος» (Περί Ἀρχῶν 123). Πρόκειται, γιά ἕνα σύμβολο
καταπληκτικῆς ὁμοιότητος μέ τό τετράμορφο ὄν τῆς ὁράσεως τοῦ
Ἰεζεκιήλ καί τά τέσσερα σύμβολα τῶν Εὐαγγελιστῶν» (Γ. Προκοπίου).
Δέον νά σημειωθεῖ ὅτι σέ ἁγιογραφίες σέ ναούς τῆς Καππαδοκίας
δίπλα στίς συμβολικές ἀπεικονίσεις τῶν Εὐαγγελιστῶν ὑπάρχουν οἱ
λέξεις «ᾄδοντα» στόν Ἀετό, «βοῶντα» στόν Μόσχο, «κεκραγότα» στόν
Λέοντα καί «λέγοντα» στόν Ἄνθρωπο. Καί ἐμεῖς οἱ γηγενεῖς ἄνθρωποι
ἀναβοοῦμε: «Τίς Θεός μέγας ὡς ὁ Θεός ἡμῶν ὁ ποιῶν θαυμάσια. Σύ εἶ
Θεός μόνος».
Θά συνεχίσουμε, ὅμως, στό ἑπόμενο κήρυγμα, Θεοῦ θέλοντος.
ΑΜΗΝ!     Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2026

 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
05-07-2026

Στήν κορυφή τοῦ τρούλλου τοῦ Ἱ. Nαοῦ, ἀδελφοί μου, εἰκονίζεται ὁ
Παντοκράτορας. Ὁ ἀείμνηστος ἁγιογράφος Φώτης Κόντογλου σημειώνει:
«Ἀπό ὅλα τά χαρακτηριστικά τοῦ Κυρίου ἐκπέμπεται ΄΄ὀσμή
εὐωδίας πνευματικῆς΄΄ ἀπό τήν ἀκήρατον κορυφήν Του καί ἀπό τά
μαλλιά Του βγαίνει σεμνή μεγαλοπρέπεια. Ἀπό τά ὄμματά Του ἀγάπη,
ἀλλά καί αὐστηρότης ΄΄τοῦ ἐτάζοντος καρδίας καί νεφρούς΄΄. Ἀπό τήν
μύτην εὐθύτης καί ἔλεος. Ἀπό τό στόμα εἰρήνη καί συγγνώμη. Ἀπό τά
μηλομάγουλά Του ἁπλότης καί ἀγαθότης. Ἀπό τόν λαιμόν καί ἀπό τό
στῆθος ἔλεος καί εὐσπλαχνία. Ἀπό τήν δεξιάν χεῖρα εὐλογία καί
χρηστότητα. Ἀπό τήν ἀριστεράν, ὅπου κρατεῖ τό ἅγιον Εὐαγγέλιον,
ἐκπορεύεται Νόμος ζωοποιός, ἀνακουφίζων τούς κοπιῶντας καί
πεφορτισμένους. Τό γυριστόν σιαγόνι Του φανερώνει ἡμερότητα καί
μακροθυμίαν. Ἀπό τόν πώγωνά Του στάζει μύρον ἁγιότητας. Ἀπό τόν
μανδύα Του, ὁ ὁποῖος Τόν τυλίγει, ὡσάν τό σύγνεφον ὅπου κρύβει τόν
ἥλιον, διαχύνεται ἡ μεγαλοπρέπεια τοῦ παντός».
Κύκλω τοῦ Παντοκράτορος βλέπομε τίς Ἀγγελικές τάξεις, σύμφωνα
μέ τό ὅραμα τοῦ Προφήτη Ἠσαΐα, ὅπου λέγει: «Εἶδον τόν Κύριον
καθήμενον ἐπί θρόνου ὑψηλοῦ καί ἐπηρμένου, καί πλήρης ὁ οἶκος τῆς
δόξης Αὐτοῦ... Καί ἐκέκραγεν ἕτερος πρός ἕτερον καί ἔλεγον, ἅγιος,
ἅγιος, ἅγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πᾶσα ἡ γῆ τῆς δόξης Αὐτοῦ« (Ἠσ.
6,10). Ὁ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης γράφει: «Ἡ ἱερά αὕτη δορυφορία τῶν
Ἀγγελικῶν τάξεων εἰκονίζεται... διά νά ἀνεβάσουν τόν νοῦν μας ἀπό τά
ὑλικά εἰς τά ἄϋλα, «δι’αὐτῶν ἀνάγεσθαι πρός τάς ἀΰλους ἀρχετυπίας».
Ἀνάμεσα στίς Ἀγγελικές τάξεις βλέπομε τήν Θεοτόκο πρός ἀνατολάς καί
τόν Τίμιο Πρόδρομο πρός δυσμάς, γιατί ἡ μέν Παναγία εἶναι «τιμιωτέρα
τῶν Χερουβείμ καί ἐνδοξοτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ», ὁ δέ
Πρόδρομος εἶναι ὁ ἁγιώτερος ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους, «ἐν γεννητοῖς
γυναικῶν μείζων» καί ὁ τελευταῖος καί μεγαλύτερος τῶν Προφητῶν.
Μετά βλέπομε τούς Προφῆτες, γιατί ὡς ἄλλοι «Ἄγγελοι Κυρίου» (Ἀγγαῖος
1,13) καί «στόματα Θεοῦ» (Ἰερεμ. 15,19), μίλησαν καί κήρυξαν τόν λόγο
τοῦ Θεοῦ στούς ἀνθρώπους, προφήτευσαν γιά τόν Μεσσία καί
προετοίμασαν τόν ἐρχομό Του στόν κόσμο.
Στήν συνέχεια, καί μάλιστα στά τέσσερα τρίγωνα, πού σχηματίζουν
οἱ καμάρες πού βαστάζουν τόν τροῦλλο, ὑπάρχουν οἱ τέσσερις
Εὐαγγελιστές, γιατί ὑπῆρξαν οἱ πιό αὐθεντικοί μάρτυρες τῆς ζωῆς, τῆς
διδασκαλίας καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Ἡ συμβολή τους στήν
θεμελίωση τῆς Ἐκκλησίας ἦταν ἀποφασιστική.
Ἡ Ἐκκλησία ὑπῆρξε στό ξεκίνημά της καί θά παραμείνει γιά πάντα
«ἀποστολική», δηλαδή θεμελιωμένη πάνω στήν μοναδική καί
ἀντικατάστατη ἐμπειρία τῶν Ἀποστόλων. Ἀλλά καί γιατί οἱ τέσσερις
κολῶνες, πού στηρίζουν τόν τροῦλλο, συμβολίζουν τούς τέσσερις
Εὐαγγελιστές καί στό σημεῖο αὐτό συναντᾶται ἡ Παλαιά μέ τήν Καινή
Διαθήκη, οἱ Προφῆτες ἀπό ἄνω πρός τά κάτω μέ τούς Εὐαγγελιστές καί
τἀνάπαλιν ἀπό κάτω, πρός τά ἄνω οἱ Εὐαγγελιστές - Ἀπόστολοι μέ τούς
Προφῆτες: Ὅπως ὁ «Χριστός Παντοκράτωρ» ὑπάρχει στόν τροῦλλο τῆς
Ἐκκλησίας ἔτσι καί ἡ Παναγία «Πλατυτέρα» εἰκονίζεται μέσα στήν κόγχη
τοῦ ἱεροῦ Βήματος καί στό ἄνω μέρος, πού σχεδιάζει ἡμικύκλιο. Ἡ κόγχη
συμβολίζει τά ἐπουράνια κάι ἡ Παναγία «Πλατυτέρα» ἀγκαλιάζει τό
σύμπαν, πάντοτε στά δεξιά τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ καί πάντοτε μεσίτρια πρός
τόν φιλάνθρωπο Θεό, ὑπέρ τῶν ἀγαπημένων τέκνων της, πάντοτε
γέφυρα καί κλίμακα μεταξύ οὐρανοῦ καί γῆς (Γ. Ἀντουράκη, Χριστ.
Ἀρχαιολογία).
Ἀκολουθοῦν, πρός τά κάτω, ἡ παράσταση τῆς Θείας Κοινωνίας καί
οἱ Μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, πού ἱερουργοῦν, κατέχοντες
εἰλητάρια μέ λειτουργικές Εὐχές, γιατί ὅπως λέγει ὁ Συμεών
Θεσσαλονίκης «τό ἅγιον βῆμα τά Ἅγια τῶν Ἁγίων τυποῖ, τά ὑπεράνω τῶν
οὐρανῶν καί τόν οὐρανόν. Ἡ ἱερά Τράπεζα τοῦ Θεοῦ τόν θρόνον καί τήν
Ἀνάστασιν Χριστοῦ καί τό σεβάσμιον μνῆμα... καί τό θυσιαστήριον, τόν
θρόνον τοῦ Θεοῦ καί τήν ἀνάπαυσιν, καί αὐτόν τυποῖ τόν Χριστόν,
ἐσφαγμένον καί ζῶντα καί νοητῶς ἐκεῖσε θυόμενον κείμενον, καί
ἀπαύστως ἱερουργούμενον καί τόν κατά ἀνατολάς ὑφ’ὑψηλοῦ θρόνου
Θεοῦ, τήν εἰς οὐρανούς καθέδραν Χριστοῦ ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός
σημαίνοντα»(PG 115 σ 292).
Τό τέμπλο εἶναι ἕνας χῶρος ἰδιαίτερος, πού χωρίζει τόν κυρίως ναό,
ἀπό τό ἱερό βῆμα καί οἱ εἰκόνες πού ὑπάρχουν ἐκεῖ ἔχουν τήν ἑξῆς
διάταση καί σημασία. Ὅπως κοιτάζουμε πρός τό Ἱερό, δεξιά τῆς Ὡραίας
Πύλης, εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, γιατί εἶναι ὁ οἰκοδεσπότης, ὁ ἱδρυτής
τῆς Ἐκκλησίας καί γιατί ἡ Ἐκκλησία μας πάντοτε εἶναι χριστοκεντρική.
Ἀριστερά τῆς Ὡραίας Πύλης βρίσκεται ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας. Ἡ θέση
αὐτή, κατά τήν τάξη τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι δεξιά του Κυρίου, γιατί ἡ
Παναγία πάντοτε βρίσκεται δεξιά τοῦ Υἱοῦ της, «παρέστη ἡ Βασίλισσα ἐκ
δεξιῶν Σου...», παραπλεύρως τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Προδρόμου,
λόγῳ τῆς σημασίας τοῦ ρόλου καί τοῦ ἔργου του στόν ἐρχομό τοῦ
Κυρίου, καί τέλος παραπλεύρως τῆς Παναγίας βρίσκεται ἡ εἰκόνα τοῦ
Ἁγίου πού εἶναι ἀφιερωμένος ὁ ναός, γιατί εἶναι τό τιμώμενο ἅγιο
πρόσωπο. Βεβαίως, στά παραβήματα, στή συνέχεια τοῦ τέμπλου,
ὑπάρχουν καί ἄλλες ἱερές εἰκόνες. Πάνω ἀπό τήν Ὡραία Πύλη, συνήθως
ὑπάρχει τό «μάτι» τοῦ ἐπιβλέποντος Θεοῦ· ὑπεράνω αὐτοῦ εἰκονίζεται ὁ
Μυστικός Δεῖπνος καί ἑκατέρωθεν οἱ εἰκόνες τοῦ Δωδεκάορτου πού
εἶναι: «Ὁ Εὐαγγελισμός, ἡ Γέννησις, ἡ Ὑπαπαντή, ἡ Βάπτισις, ἡ
Μεταμόρφωσις, ἡ ἔγερσις τοῦ Λαζάρου, ἡ Βαϊοφόρος, ἡ Σταύρωσις, ἡ
Ἀνάστασις, ἡ Ἀνάληψις, ἡ Πεντηκοστή καί ἡ Κοίμηή: Ισις τῆς Θεοτόκου. Μᾶς
θυμίζουν τίς Δεσποτικές κυρίως γιορτές καί Θεομητορικές, γιατί τά θεῖα
αὐτά γεγονότα εἶναι σταθμοί στή λατρευτική ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς
σωτηρίας μας γενικώτερα. Ὁ καθηγητής Κ. Καλοκύρης ἀνακεφαλαιώνει:
Τό δωδεκάορτο ἐμφανίζει εἰς τούς πιστούς, ἐν ὅλῳ, τήν ἐπί γῆς
παρουσίαν τοῦ Σωτῆρος». Πάνω καί στό κέντρο τοῦ τέμπλου ὑπάρχει ὁ
Σταυρός «τό Κυριακόν Σημεῖον», τό ὁποῖο σκέπει τόν ναό καί μέσα στίς
τέσσερις κεραῖες του ἀπεικονίζεται ἡ ἱστορία τοῦ Κυρίου καί «παρέχει
εἰς τούς κάτωθεν ἱσταμένους πιστούς τήν ὑψηλήν αἴσθησιν ὅτι
κυριαρχοῦνται ἀπό τό κατ’ἐξοχήν ἱερόν σύμβολον, ὅτι εὑρίσκονται ὑπό
τήν σκέπην Του» (Κ. Καλοκύρη, Θρησκ. καί Ἠθ. Ἐγκυκλοπαίδεια).
Θά συνεχίσωμε, ὅμως, Θεοῦ θέλοντος, στό ἑπόμενο κήρυγμα.
ΑΜΗΝ!    Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2026

 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 25
ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
28-06-2026

Συνεχίζουμε τήν ἀναφορά μας, ἀδελφοί μου, στούς ὑπόλοιπους
«τύπους» καί στίς «εἰκόνες» τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πού
προτυπώνουν γεγονότα τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ἔχουν σχέση μέ τόν
χριστιανικό Ναό, διότι ἀπεικονίζονται στίς τοιχογραφίες του.
ιβ) Τό ὅραμα τοῦ Ἰεζεκιήλ μέ τήν συναρμολόγηση καί
νεκρανάσταση τῶν ξηρῶν ὀστῶν. Αὐτό εἶναι τύπος τῆς ἀναστάσεως
τῶν νεκρῶν, κατά τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου. «Καί ἐγένετο
ἐπ’ ἐμέ χείρ Κυρίου, καί ἐξήγαγέ με ἐν πνεύματι Κύριος καί ἔθηκέ με
ἐν μέσῳ τοῦ πεδίου, καί τοῦτο ἦν μεστόν ὀστέων ἀνθρωπίνων»
(Ἰεζεκ. 37, 1). Ὁ Δανιήλ στό λάκκο τῶν λεόντων γίνεται προτύπωση
τῶν Ἁγίων Μαρτύρων (Δαν. 31 Βηλ. καί Δράκων). Οἱ τρεῖς παῖδες,
Σεδράχ, Μισάχ καί Ἀβδεναγώ, στό καμίνι, γίνονται τύποι τῶν
Μαρτύρων, οἱ ὁποῖοι «διά πυρός καί σιδήρου» ἐμαρτύρησαν
(Δαν. 3,23). Τέλος, ὁ Προφήτης Ἰωνᾶς, τριήμερος στό κῆτος εἶναι
σύμβολο τῆς τριημέρου ταφῆς τοῦ Κυρίου, τό δέ κῆτος, στενόμακρο,
προτυπώνει τόν «ἀρχέκακον ὄφιν» (Ἰωνᾶ 2, 1).
Καινή Διαθήκη: Στήν Καινή Διαθήκη ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ
γίνεται «σάρξ», ἀποκαλύπτεται πραγματικά καί ὄχι συμβολικά.
Αὐτό, ὅμως, δέν καταργεῖ τόν συμβολικό λόγο τῆς Γραφῆς. Ὁ Ἰησοῦς
Χριστός μιλᾶ «ἐν παραβολαῖς» καί ἡ Ἐκκλησία διατυπώνεται
«ἐν εἰκόνι», παρουσιάζεται δέ ὡς «φυτεία», «οἰκοδομή», «στῦλος τῆς
ἀληθείας» ἤ ὡς «οὐράνιος Ἱερουσαλήμ». Πέραν τούτων ἡ
προσκύνηση τῶν μάγων (Ματθ. 2,11) εἶναι τύπος ἐκείνων πού θά
προσέλθουν ἀπό τόν ἐθνικό κόσμο στόν Χριστιανισμό. Τό θαῦμα ἐν
Κανᾷ εἶναι εἰκόνα τῆς Θείας Μεταλήψεως (Ἰωάν. 2,1-3). Ὁ Κύριλλος
Ἱεροσολύμων, μέ ἀπορία, ἐρωτᾶ: «Τό ὕδωρ ποτέ εἰς οἶνον
μεταβέβληκεν οἰκείῳ αἵματι, ἐν Κανᾷ τῆς Γαλιλαίας, καί οὐκ
ἀξιόπιστός ἐστιν οἶνον μεταβαλών εἰς Αἷμα;» (Κατηχ. Δ΄, 2 Migne 33
1097). Τό θαῦμα τοῦ χορτασμοῦ τῶν πεντακισχιλίων μέ πέντε
ἄρτους εἶναι τύπος θρέψεως τῆς ψυχῆς ἀπό τήν Δεσποτική σάρκα
(Ματθ. 14,20). Ἡ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου εἶναι τύπος τῆς
ἀναστάσεως τῶν ψυχῶν κατά τήν Β΄Παρουσία τοῦ Κυρίου (Ἰω. 11,44).
Ἡ θριαμβευτική εἴσοδος τοῦ Κυρίου στά Ἱεροσόλυμα, τήν Κυριακή
τῶν Βαΐων, εἶναι εἰκόνα τῆς μελλοντικῆς δόξας τοῦ Βασιλέως τῶν
ὅλων (Ἰω. 12,13). Τόσον οἱ εἰκόνες, τό σύμβολο καί οἱ τύποι τῆς
Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅσο καί οἱ εἰκόνες τῆς Καινῆς, κάτω ἀπό τό φῶς
τῆς ἐνσάρκου παρουσίας τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, βεβαιώνουν,
πώς τό σύμβολο, βιβλικά – θεολογικά δέν ταυτίζεται μέ τήν
ἀλληγορία, ἡ ὁποία ἀγνοεῖ τήν ἱστορία κάι τήν μεταβάλλει σέ
ὑπόθεση. Τό σύμβολο στήν Ἐκκλησία εἶναι ἔντονα ρεαλιστικό καί
θεωρεῖται μιά ἑνωμένη πραγματικότητα μέ τήν ἀλήθεια. Πάντως
ὅσο πραγματικό καί νά εἶναι ἕνα σύμβολο, ὅσο ἐπιτυχημένα καί ἄν
μᾶς μεταδίδει αὐτή τήν ἄλλη πραγματικότητα, σκοπός του δέν εἶναι
νά μᾶς ξεδιψάσει, ἀλλά νά μᾶς μεγαλώσει τήν δίψα «Δίδου ἡμῖν
ἐκτυπώτερον σοῦ μετασχεῖν ἐν τῇ ἀνεσπέρῳ ἡμέρᾳ τῆς βασιλείας
σου» (Κανών τοῦ Πάσχα, ᾠδή θ΄). Τότε πού «πᾶσα σκιά καί ἅπας
τύπος καί τά νῦν σύμβολα καταπαύσουσι καί καθαροί καθαρῶς τοῦ
καθαρωτάτου θύματος αἰωνίως ἐπαπολαύσωμεν» θά προσθέσει ὁ
Συμεών Θεσσαλονίκης. Ὁ καθηγητής Ἀντουράκης στό ἔργο του
(Χριστ. Ζωγραφική), κάνει λόγο γιά τίς βιβλικές παραστάσεις τόσο
τῆς Παλαιᾶς, ὅσο καί τῆς Καινῆς Διαθήκης καί ἀναφέρεται σέ
κατακόμβες, σαρκοφάγους, παλαιούς ναούς, κ.λ.π.
Η ΕΙΚΟΝΑ. Ὅπως ὅλη ἡ λατρεία, ἔτσι κάι ἡ εἰκόνα, εἶναι μιά
ἀποκάλυψη τοῦ αἰωνίου μέσα στό χρόνο. Ὁ Μ. Βασίλειος γράφει:
«Ὅ,τι ὁ λόγος μεταδίδει διά τῆς ἀκοῆς, ἡ ζωγραφική τό δεικνύει
σιωπηρῶς μέ τήν παράστασιν» (PG 31,500). Οἱ εἰκόνες εἶναι
πραγματικά σύμβολα τῆς πίστεως, γιατί συμβάλλουν στήν
κατανόηση τῆς πραγματικότητας πού ἐπιχειροῦν νά ἐκφράσουν,
συμβάλλουν στήν φανέρωση τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ καί τῶν
Ἁγίων, ὡς μελῶν τοῦ σώματός Του (καθ. Τσεδεκίδης). Τό ὁρατό καί
τό ἀόρατο, τό ὑλικό καί τό πνευματικό συνενώνονται σέ μιά
ἀδιάσπαστη ἑνότητα στίς εἰκόνες (καθ. Βασιλειάδης). Ἡ τιμή τῶν
εἰκόνων ὀφείλεται στό γεγονός ὅτι τό συμβολιζόμενο πρόσωπο εἶναι,
κατά χάριν παρόν στό σύμβολο (εἰκόνα) καί ὅτι τό σύμβολο μετέχει
στή συμβολιζόμενη πραγματικότητα. Γι’αὐτό κάι οἱ πιστοί μποροῦν
νά συναντοῦν καί αἰσθητά τά εἰκονιζόμενα πρόσωπα. Στόχος τῶν
εἰκόνων καί τῶν συμβόλων γενικά στήν Ἐκκλησία εἶναι αὐτή
ἀκριβῶς ἡ μαρτυρία τῶν ἔργων τῆς σωτηρίας, πού ἔχει ἡ
ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ. Ὁ π. Παῦλος Εὐδοκίμωφ γράφει:
«Ἡ εἰκόνα εἶναι ἕνα θαῦμα πίστεως. Ὁ γήινος ἄνθρωπος, γίνεται
ἄνθρωπος οὐράνιος. Τά μεγαλωμένα μάτια, μέ τό προσηλωμένο
βλέμμα, βλέπουν τό ἐπέκεινα. Ἀπό τά λεπτά χείλη ἀπουσιάζει κάθε
αἰσθησιασμός, ὑπάρχουν γιά νά ψάλλουν τόν αἶνο, νά δέχονται τήν
Εὐχαριστία καί νά δίδουν τό φίλημα τῆς εἰρήνης. Ἡ μύτη δέν εἶναι
παρά μία λεπτότατη καμπύλη, τό μέτωπο πλατύ καί ψηλό, καί ἡ
ἐλαφριά παραμόρφωσή του τονίζει τήν κυριαρχία τοῦ στοχασμοῦ.
Κάθε ἀνησυχία καί ἀγωνία σβήνουν ἐμπρός στήν ἐσωτερική γαλήνη
καί εἰρήνη. Ἡ Ἐκκλησία ὡς θεϊκό παλάτι, εἶναι στολισμένη μέ τίς
ἅγιες εἰκόνες. Ἡ ἁγιογραφία μαζί μέ τίς ἄλλες ἱερές τέχνες,
συμβάλλει στή εὐπρέπεια τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ». Ὁ Χριστός, ὡς
«κεφαλή τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας» (Κολασ. 1,18), ἱστορεῖται στήν
κορυφή τοῦ τρούλλου, πού παριστάνει τόν οὐρανό, κατά τόν Συμεών
Θεσσαλονίκης. Ζωγραφίζεται, «ὁ Χριστός Παντοκράτωρ», στό
ὑψηλότερο μέρος τοῦ ναοῦ, γιατί ἀπ’ Αὐτόν ἐκπορεύονται καί
ζωοποιοῦνται καί ἀθανατίζονται ὅλα τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ὅλοι οἱ
Ἅγιοι, πού εἰκονίζονται μέσα στό ναό, ἀπό τόν τροῦλλο μέχρι τῶν
θεμελίων. «Ὁ Παντοκράτωρ Κύριος» ἀπό τό χῶρο αὐτό, εἶναι σάν νά
προβάλλει ἀπό τόν οὐρανό, ἐπιβλέποντας τούς ἀνθρώπους. Εἶναι
ὁ ἐνανθρωπήσας Λόγος τοῦ Θεοῦ καί, συγχρόνως, Θεός, πού κρατεῖ
καί ἐξουσιάζει τά σύμπαντα, ὁ Παντοκράτωρ.
Ἡ συνέχεια, ὅμως, στό ἑπόμενο κήρυγμα, Θεοῦ θέλοντος. ΑΜΗΝ!

Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2026

 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 24
ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
21-06-2026

Συνεχίζουμε, ἀδελφοί μου, Θεοῦ θέλοντος, τήν ἀναφορά μας
σχετικά μέ τούς χριστιανικούς τύπους καί συμβολισμούς, πού
προτυπώνουν γεγονότα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.
δ) Ἡ Ἐκκλησία μας στίς δοκιμασίες καί στή δόξα τοῦ παγκάλου
Ἰωσήφ, εἶδε τά Πάθη καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ (Γέν.
37,28). Ὁ Ἰωσήφ ἦταν ἀγαπητός υἱός τοῦ Ἰακώβ. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός
εἶναι ἀγαπητός Υἱός τοῦ Θεοῦ (Ματθ. 3,17). Τόν Ἰωσήφ φθόνησαν
καί κακομεταχειρίσθηκαν τά ἀδέλφια του, τόν Ἰησοῦ Χριστό
παρέδωσαν οἱ Ἀρχιερεῖς ἀπό φθόνο στόν Πιλάτο (Μάρκ. 15,10).
Ὁ Ἰωσήφ πειράζεται ἀπό τόν σατανᾶ, ἀλλά τόν νίκησε (Δευτερ. 6,
16-180. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἄφησε τόν σατανᾶ νά τόν βάλει σέ
πειρασμό, ἀλλά τόν νίκησε (Ματθ. 4, 1-11).
ε) Τό ὅραμα τοῦ Μωϋσῆ μέ τή φλεγόμενη καί μή καιόμενη
βάτο, ὅπου ὁ Μωϋσῆς λύνει τά σανδάλιά του, γίνεται τύπος τοῦ
χριστιανοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἐν ὥρᾳ προσευχῆς, ἀποβάλλει κάθε
μέριμνα βιοτική. «Μωϋσῆ, μήν πλησιάσεις ἐδῶ· βγάλε τά σανδάλιά
σου ἀπό τά πόδια σου· γιατί ὁ τόπος ὅπου στέκεσαι εἶναι ἱερός
(Ἔξοδ. 3, 4).
στ) Τό Πάσχα τῶν Ἑβραίων προεικονίζει τό Χριστιανικό Πάσχα.
Ἐκεῖνο ἐλευθέρωσε τούς Ἑβραίους ἀπό τήν αἰχμαλωσία τῶν
Αἰγυπτίων. Τό χριστιανικό Πάσχα χάρισε σπουδαιότερη
ἀπελευθέρωση.Ἔσπασε τά δεσμά τῆς ἁμαρτίας καί μᾶς ὁδήγησε στή
Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. «Καί γάρ τό Πάσχα ἡμῶν ὑπέρ ἡμῶν ἐτύθη
Χριστός» (Α΄ Κορ. 5, 7). «Αὕτη ἡ ἡμέρα, ἥν ἐποίησεν ὁ Κύριος
ἀγαλλιασώμεθα καί εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ» (Ψαλμ. 117, 24). Στό
Ἰουδαϊκό Πάσχα τό αἷμα τοῦ ἀμνοῦ ἔσωσε τούς Ἰσραηλῖτες. Στό
χριστιανικό Πάσχα λυτρωθήκαμε μέ τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ (Α΄Πέτρ.
1,19). Κατά τό Πάσχα τῆς Ἐξόδου (Ἔξ. 12, 1-28) μόνο Ἰσραηλῖτες
ἔφαγαν ἀπό τόν πασχαλινό ἀμνό. Στό χριστιανικό Πάσχα μόνο
μέλη τῆς Ἐκκλησίας καί καθαροί στήν ψυχή κοινωνοῦν τό Σῶμα καί
τό Αἷμα τοῦ Κυρίου. Κατά τό Πάσχα τῆς Ἐξόδου τῶν Ἑβραίων τά
ὀστᾶ τοῦ ἀμνοῦ δέν ἔσπασαν. Στή σταύρωση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ «οὐ
κατέαξαν αὐτοῦ τά σκέλη..., ἵνα ἡ γραφή πληρωθῇ, ὀστοῦν οὐ
συντριβήσεται αὐτοῦ (Ἰω. 19,33-36).
ζ) Ἡ διάβαση τῆς Ἐρυθρᾶς θάλασσας συμβολίζει τό μυστήριο
τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος (Α΄Κορ. 10,1-2). «Νεφέλη ποτέ καί θάλασσα
θείου προεικόνιζε Βαπτίσματος τό θαῦμα... θάλασσα δέ ἦν τύπος
ὕδατος καί νεφέλη τοῦ Πνεύματος...» (Ἀπό τήν ὑμνολογία τῶν
Θεοφανείων). «Σήκωσε τό ραβδί σου καί ἅπλωσε τό χέρι σου πάνω
ἀπό τή θάλασσα καί κόψε την στά δύο»(Ἔξ. 14,16). Οἱ Ἰσραηλῖτες
δόξασαν τόν Θεό, πού ἔγινε βοηθός καί σκεπαστής τους...
Ἡ Μαριάμ, ἀδελφή τοῦ Μωϋσῆ καί τοῦ Ἀαρών, κρατῶντας τό
τύμπανο, δοξολόγησε τόν Θεό «Ψάλτε στόν Κύριο, γιατί δοξάστηκε
θριαμβευτικά. Τόν ἵππο καί τόν ἀναβάτη ἔρριξε στήν θάλασσα»
(Ἔξ. 15, 21). Ὕστερα ἀπό αἰῶνες, ἡ Μαριάμ τῆς Καινῆς Διαθήκης,
ἡ Παναγία, θά ψάλλει τόν ὕμνο: «Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τόν
Κύριον...» (Λουκ. 1,46-55). Οἱ ἁμαρτίες μας, σάν ἄλλα ὑδάτινα τείχη,
μᾶς ἐμπόδισαν νά περάσουμε ἀπό τήν αἰχμαλωσία τῆς ἁμαρτίας
στήν Χαναάν τῆς Χάρης τοῦ Θεοῦ. Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ Ἰησοῦς
Χριστός, ὅπως ὁ Μωϋσῆς, ἄνοιξε τό δρόμο τῆς σωτηρίας μας.
η) Τό θαῦμα στή λίμνη Μερρᾶ, ὅπου ὁ Μωϋσῆς μέ διαταγή τοῦ
Θεοῦ, γλύκανε τά νερά ἐκεῖνα βυθίζοντας ἕνα κομμάτι ξύλο
(Ἔξ. 15, 25). Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας εἶδαν τόν Τίμιο Σταυρό, πού
ἁγιάζει τό νερό τοῦ Ἁγιασμοῦ καί τοῦ Βαπτίσματος. Στήν εὐχή τοῦ
Μεγάλου Ἁγιασμοῦ ὁ ἱερέας λέγει: «Σήμερον τό πικρόν ὕδωρ, τό ἐπί
Μωϋσέως τῷ λαῷ εἰς γλυκύτητα μεταποιεῖται τῇ τοῦ Κυρίου
παρουσίᾳ ...». Ἀλλά καί τό μάννα εἶναι σύμβολο τῆς Θείας
Εὐχαριστίας. Ὁ Κύριος διαβεβαίωσε ὅτι εἶναι «ὁ ἄρτος ὁ ζῶν, ὁ ἐκ τοῦ
οὐρανοῦ καταβάς» (Ἰω. 6, 31).
θ) Ἡ μάχη μέ τούς Ἀμαληκῖτες (Ἔξ. 17, 8), ὅπου ὁ Μωϋσῆς,
πάνω στόν λόφο, εἶχε τά χέρια ἁπλωμένα, μέ τήν βοήθεια τοῦ
Ἀαρών καί τοῦ Ὤρ, σέ σχῆμα σταυροῦ, εἶναι τύπος τῆς Σταυρώσεως
τοῦ Κυρίου. «Καί καθώς Μωϋσῆς ὕψωσε τόν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως
ὑψωθῆναι δεῖ τόν Υιόν τοῦ ἀνθρώπου, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν
μή ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχει ζωήν αἰώνιον» (Ἰω. 3,17). Ὁ Τερτυλλιανός
γράφει: «Ὁ Μωυσῆς προσευχόταν μέ ἁπλωμένα τά χέρια, γιατί καί
ὁ Κύριος ἔπρεπε νά ἁπλώσει τά χέρια Του στό Σταυρό, μέ τόν ὁποῖο
νίκησε τόν σατανᾶ». «Μωϋσῆς προετύπουν σε, χεῖρας ἐκτείνας εἰς
ὕψος, καί κατατροπούμενος, Ἀμαλήκ τόν τύραννον, Σταυρέ τίμιε»
(Ὑμνολογία Ὕψώσεως Τιμίου Σταυροῦ.
ι) Ὁ Δαβίδ ἔγινε ὁ τύπος τοῦ ἰδανικοῦ Βασιλέα, τοῦ Μεσσία. Τόν
προεφήτευσε καί περιέγραψε τά παθήματα καί τή δόξα Του μέ τούς
Ψαλμούς του. Πολλά ἀπό τά συμβάντα τῆς ζωῆς τοῦ Δαβίδ ἔχουν
ἀναφορά καί στή ζωή τοῦ Κυρίου. Γεννήθηκε στή Βηθλεέμ.
Καταδιώχθηκε ἄδικα ἀπό τόν Σαούλ. Ἀγαποῦσε τούς ἐχθρούς του
καί εἰλικρινά τούς συγχωροῦσε. Τά βάσανα τόν κατέληξαν σέ δόξα.
Ἦταν Βασιλέας, Κριτής καί Προφήτης. Οἱ Πατέρες λέγουν ὅτι ὁ 23ος
Ψαλμός μέ τούς στίχους «Ἄρατε πύλας...» κηρύττει τήν Ἀνάληψη τοῦ
Χριστοῦ. «Κύριε, ἀναλαμβανομένου σου ὅθεν οὐκ ἐχωρίσθης, αἱ
στρατιαί τῶν ἀγγέλων... ἐν ἀγαλλιάσει ἐβόων... Ἄρατε πύλας οἱ
ἄρχοντες ὑμῶν, καί εἰσελεύσεται ὁ Βασιλεύς τῆς Δόξης» (Ὑμνολογία
τῆς Ἀναλήψεως). Καί ὁ Σολομών συμβολίζει τήν δόξα τοῦ Ἰησοῦ
Χριστοῦ (Γ΄Βασιλ. 3,7-9).
ια) Ὁ Προφήτης Ἠλίας εἶναι τύπος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἠλίας
ὁ Θεσβίτης ἦταν Προφήτης. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι Προφήτης σέ
ἀπόλυτο βαθμό. Ὁ Ἠλίας ἀνάστησε τόν υἱό τῆς χήρας στήν πόλη
Σάρεπτα (Γ΄ Βασιλ. 17,21-22). Ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἀνάστησε τόν υἱό τῆς
χήρας στήν Ναΐν (Λουκ. 7,11-17). Ὁ Ἠλίας πολλαπλασίασε τό ἀλεύρι
καί τό λάδι. Ὁ Κύριος πολλαπλασίασε τούς ἄρτους (Ματθ. 14,13-21
καί 15,32-39). Ὁ Ἠλίας καταδιώχθηκε καί μισήθηκε μέχρι θανάτου.
Ὁ Κύριος λέγει: «Περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου, ἕως θανάτου» (Ματθ.
26,38). Ὁ Ἠλίας ἐνισχύθηκε ἀπό τόν ἄγγελο. Στόν Κύριο «ὤφθη
αὐτῷ ἄγγελος ἀπ’οὐρανοῦ ἐνισχύων αὐτόν» (Λουκ. 22,43). Τέ
ὁ Ἠλίας ἀναλήφθηκε μέ πύρινη ἅμαξα στόν οὐρανό ἐνώπιον τοῦ
διαδόχου του Ἐλισσαίου. Καί ὁ Κύριος κατά τήν εἰς τούς οὐρανούς
Θεία Ἀνάληψη, «ἐγένετο ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτόν αὐτούς διέστη
ἀπ’ αὐτῶν καί ἀνεφέρετο εἰς τόν οὐρανόν» (Λουκ. 24,51).
Θά συνεχίσωμε ὅμως, σύν Θεῷ, στό ἑπόμενο κήρυγμα. ΑΜΗΝ!

Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026

 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 23
ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
14-06-2026

Συνεχίζουμε μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἀδελφοί μου, τήν ἀναφορά
μας στό σωτήριο σύμβολο τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ:
η) Τό χάλκινο ὁμοίωμα ὄφεως, τό ὁποῖο ὁ Μωϋσῆς ὕψωσε σέ
κοντάρι καί αὐτό σέ ὕψωμα, γιά νά προβλέπουν καί νά σώζονται
ἀπό τά δηλητηριώδη φίδια (Ἀριθμ. 21,6) οἱ Ἰσραηλῖτες, εἶναι
τύπος τοῦ ξύλου τοῦ Σταυροῦ. Τό συμβάν αὐτό ὑπενθύμισε ὁ Ἰησοῦς
στούς ἀκροατές του λέγοντας: «Καθώς Μωϋσῆς ὕψωσε τόν ὄφιν
ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τόν Υἱόν τοῦ ἀνθρώπου, ἵνα πᾶς
ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχει ζωήν αἰώνιον»
(Ἰω. 3, 14-15). Ὁ ἱερός Χρυσόστομος λέγει ὅτι ὁ Σταυρός τυγχάνει
«τό τοῦ Πατρός θέλημα, τοῦ μονογενοῦς δόξα, τό τοῦ Πνεύματος
ἀγαλλίαμα, ὁ τῶν ἀγγέλων κόσμος, τῆς Ἐκκλησίας ἡ ἀσφάλεια, τό
καύχημα τοῦ Παύλου. Μέ τό Σταυρό γίναμε ἀπό δοῦλοι ἐλεύθεροι,
συρθήκαμε ἀπό τό βυθό τῆς ἁμαρτίας στόν οὐρανό, πατήσαμε τίς
κορυφές τῆς ἁγιότητος, κατατροπώσαμε τό σατανᾶ, γίναμε ὅμοιοι
τῶν ἀγγέλων» (PG 36.653). Ὁ Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός
ὑπογραμμίζει λέγοντας: «Κανένα θαῦμα δέν εἶναι παρόμοιο μέ
τό θαῦμα τοῦτο τῆς σωτηρίας μας. Λίγες σταγόνες αἵματος
ἀναπλάθουν καί σώζουν ὅλο τόν κόσμο» (PG 36,653). Ἡ πατερική καί
ποιητική γλῶσσα τοῦ Ἀνδρέα Κρήτης ὑμνεῖ τόν Σταυρό μέλποντας:
«Σταυρός, χριστιανῶν ἐλπίς, ἀπεγνωσμένων σωτήρ, νενεκρωμένων
ζωή... Σταυρός, κλίμαξ εἰς οὐρανόν ἄγουσα, ὁδός πρός ἀρετήν
ὁδηγοῦσα, ζωῆς πρόξενος, θανάτου λύσις, φθορᾶς ἀλλοτρίωσις...
Σταυρός φύλαξ ἐν νυκτί, ἐν ἡμέραις πύργος, ἐν σκότει χειραγωγός,
ἐν εὐθυμίᾳ χαλινός, ἐν ἀθυμίᾳ ψυχαγωγός, διαλακτήριος, ἱκέσιος,
φiλιος, συνήγορος, προασπιστής, ἐπίκουρος» (PG 97.1020).
Ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός γράφει: «Προσκυνοῦμεν καί τόν τύπον
τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ «εἰ καί ἐξ ἑτέρας ὕλης γεγένηται
οὐ τήν ὕλην τιμῶντες (μή γένοιτο), ἀλλά τόν τύπον, ὡς Χριστοῦ
σύμβολον» (PG 94.1132). Καί ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς διαπιστώνει
λέγοντας: «Κατηλλάγημεν τῷ Θεῷ τῆς τοῦ Σταυροῦ δυνάμεως».
Καί συνεχίζει: «Οὐ μόνον ὁ λόγος τοῦ Σταυροῦ καί τό μυστήριον,
ἀλλά καί ὁ τύπος θεῖος καί προσκυνητός, σφραγίς ὤν ἱερά καί
αἰδέσιμος, ἁγιαστική τε καί τελεστική τῶν ἐκ Θεοῦ τῷ γένει τῶν
ἀνθρώπων ὑπειργμένων ὑπερφυῶν καί ἀπορρήτων ἀγαθῶν» (PG
151.125 καί 144). Ὁ Σταυρός τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ φρίκη καί ὁ τρόμος
τοῦ διαβόλου, «φρίττει γάρ καί τρέμει μή φέρων καθορᾶν αὐτοῦ τήν
δύναμιν». «Τῷ γάρ σημείῳ τοῦ Σταυροῦ καί μόνον ὁ ἄνθρωπος
χρώμενος ἀπελαύνει τούτων τάς ἀπάτας» παρατηρεῖ ὁ Μέγας
Ἀθανάσιος. Γι’αὐτό καί ὁ Παῦλος γεμᾶτος ἐνθουσιασμό, φωνάζει
πρός τόν ἐξουθενωμένο ᾃδη: «Ποῦ σου, θάνατε, τό κέντρον; Ποῦ
σου, ᾃδη τό νῖκος;» (Α’ Κορ. 15,55). Τώρα πιά «κατεπόθη ὁ θάνατος
εἰς νῖκος». Καί ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος διαλαλεῖ: «Καί γάρ τούτῳ
τῷ σημείῳ πλήθη πολεμίου στρατιᾶς ὑπεχώρει, τούτῳ θεομάχων
μεγαλαυχίαι καθηροῦντο, τούτῳ δυσφήμων καί δυσσεβῶν γλῶτται
κατεσυχάζοντο, τούτῳ βάρβαρα φῦλα καθυπετάττετο, τούτῳ
δυνάμεις ἀφανῶν δαιμόνων ἠλαύνετο». Τέλος, ὁ Σταυρός θά εἶναι τό
σημεῖο τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου, πού θά φανεῖ «πολύ
φαιδρότερον ἀπό τάς ἡλιακάς ἀκτῖνας, ὅπως ἐξηγεῖ ὁ ἱερός
Χρυσόστομος. Ὁ ἀείμνηστος καθηγητής Γεώργιος Ἀντουράκης
ἀνακεφαλαιώνει: Τό σύμβολο τοῦ Σταυροῦ κατέλαβε τήν πρώτη
θέση μεταξύ ὅλων τῶν χριστιανικῶν συμβόλων καί ἔγινε τό
κατ’ἐξοχήν σύμβολο τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων μέ τή σταυρική
θυσία τοῦ Χριστοῦ (Χριστ. Ζωγραφική σελ. 30).
ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΙ ΤΥΠΟΙ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΙ. Στήν Παλαιά
Διαθήκη ὑπάρχουν πολλοί «τύποι» καί «εἰκόνες», πού προτυπώνουν
γεγονότα τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ἡ Καινή Διαθήκη ἀποτελεῖ
ἐκπλήρωση καί πραγμάτωση τῶν συμβόλων αὐτῶν καί τό γεγονός
αὐτό τονίζει τήν θεοπνευστία καί τῶν δύο Διαθηκῶν. «Πᾶσα
γραφή θεόπνευστος...» (Β΄ Τιμ. 3,16). Ἡ ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας περί
σαρκώσεως τοῦ Λόγου, ἀποτελεῖ τήν βάση τῆς θεολογίας τοῦ
συμβόλου. Βεβαίως τά αἰσθητά πράγματα, τά ὁποῖα ὡς σύμβολα
γίνονται «χειραγωγία καί ὁδός» (Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου PG 3,397),
πρός τά νοητά, δέν εἶναι παρά κτιστά δημιουργήματα καί αἰσθητά
προϊόντα τῆς θείας δημιουργίας, πού εἶναι «καλά λίαν» καί μέ τή
θεία ἐνανθρώπηση γίνονται ἰδιότυποι «φορεῖς» καί «ἀγωγοί» τῆς
σωτηριώδους χάριτος. Εἶναι τά ὁρατά σημεῖα τῆς ἀόρατης χάρης:
«ὧν εἶδες τά σύμβολα, τούτων ἀποδέχου τά πράγματα» θά πεῖ ὁ
Μέγας Ἀθανάσιος (PG 28). Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τονίζει: «τά γάρ
ἀόρατα αὐτοῦ ἀπό κτίσεως κόσμου τοῖς ποιήμασι νοούμενα
καθορᾶται ἥ τε ἀΐδιος αὐτοῦ δύναμις καί θειότης» (Ρωμ. 1,20).
Καί ὁ Μ. Φώτιος ὁμολογεῖ: «Τά ἀόρατα καί νοούμενα τοῦ Θεοῦ ἐστί·
ταῦτα δέ καθορᾶται ἀπό τῆς αἰσθητῆς κάι ὁρατῆς (χάριτος)
(PG 102,136). Τύποι καί εἰκόνες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης πού
μελλοντικά ἐκπληρώνονται ὡς «ἀντίτυπα» καί μᾶς προετοιμάζουν
γιά τήν ἀλήθεια καί τό καινούργιο τῆς Νέας Διαθήκης εἶναι οἱ ἑξῆς:
α) Ἡ θυσία τοῦ Ἄβελ (Γεν. 4,4) ἀλλά καί ἡ θυσία τοῦ ἱερέα
Μελχισεδέκ μέ ἄρτους καί οἶνο (Γεν. 14,18).
β) Ὁ Νῶε, διασωζόμενος στήν κιβωτό, εἶναι τύπος τοῦ πιστοῦ
πού μέ τό Βάπτισμα ἀπολυτρώνεται (Γεν. 7, 21-23). Καί ὁ Νῶε εἶναι
τύπος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Κήρυξε μετάνοια στούς ἀνθρώπους. Ἡ
κιβωτός εἶναι σύμβολο τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας. Οἱ ἄνθρωποι πού
εἶναι ζωντανά μέλη της καί τρέφονται ἀπό τά μυστήριά της,
σώζονται ἀπό τόν κατακλυσμό τῆς ἁμαρτίας. Μέ τό Ἅγιο Βάπτισμα
ἐνταφιάζομε τήν προπατορική ἁμαρτία, ὅπως στά νερά τοῦ
κατακλυσμοῦ ἐνταφιάστηκαν οἱ ἁμαρτωλοί ἄνθρωποι. Ἐπίσης, ἡ
κιβωτός ζωγραφίζεται στενότατη, γιά νά εἶναι εἰκόνα τῆς
χριστιανικῆς κολυμβήθρας, τῆς ὁποίας «ἀντίτυπον» στάθηκε ἡ
σωστική κιβωτός, σύμφωνα μέ τήν θεολογία τοῦ Ἀπόστολου Πέτρου
(Α΄Πέτρου 3,21).
γ) Ἡ θυσία τοῦ Ἰσαάκ, κατά τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι
εἰκόνα τῆς σταυρικῆς θυσίας τοῦ Κυρίου καί ὁ Ἰσαάκ, τύπος τοῦ
Ἰησοῦ Χριστοῦ (Ρωμ. 8, 32), (Γέν. 22, 10). Ὁ Ἰσαάκ ἦταν μονογενής
υἱός τοῦ Ἀβραάμ καί τῆς Σάρρας. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι Μονογενής
Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ (Ἰωάν. 1,1 καί 3,16). Ὁ Ἰσαάκ μετέφερε
στούς ὤμους του τά ξύλα τῆς θυσίας. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός: «καί
βαστάζων τόν σταυρόν αὐτοῦ ἐξῆλθεν εἰς τόν λεγόμενον κρανίου
τόπον... ὅπου αὐτόν ἐσταύρωσαν» (Ἰωάν. 19,17). Ὁ Ἰσαάκ μέ ὑπακοή
δέχτηκε νά θυσιαστεῖ ἀπό τόν πατέρα του Ἀβραάμ. Ὁ Ἰησοῦς
Χριστός ἔγινε «ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ σταυροῦ»
(Φιλιπ. 2, 8).
Θά συνεχίσωμε ὅμως, σύν Θεῷ, στό ἑπόμενο κήρυγμα. ΑΜΗΝ!

Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026

 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 22
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ
07-06-2026

Μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀδελφοί μου, εἰσερχόμεθα σέ νέα ἑνότητα,
ἡ ὁποία καί ἀναφέρεται στά:
ΣΥΜΒΟΛΑ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΗ ΖΩΗ ΤΗΣ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. Τί εἶναι σύμβολο: «Σύμβολον. Ἔμβλημα, γνώρισμα ἤτοι
(δηλαδή) αἰσθητόν τι ἀντικείμενον ἤ γεγονός, ὅπερ (τό ὁποῖον)
ἐμφαίνει ζωηρῶς ἤ ἐκφράζει ἀφηρημένον τι, καί δή ἰδέαν
ὑπεραισθητόν, πνευματικόν τι. Ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτοῦ ταύτης, τό
σύμβολον χρησιμοποιεῖται ἐν τῇ θρησκείᾳ, ἐν τοῖς μυστηρίοις...»
γράφει στό λεξικό τῆς φιλοσοφίας ὁ καθηγητής Ἀνδροῦτσος καί
συνεχίζει. «Οὕτω ἐν τῷ χριστιανισμῷ σύμβολον εἶναι οὐ μόνον πᾶν ὅ,τι
ἐκφράζει ἤ ἀναπαριστᾶ πνευματικήν τινα ἰδέαν ἤ ἀλήθειαν, οἷον
(ὅπως) ἡ ναῦς, ὁ ἰχθύς, τό σημεῖον τοῦ Σταυροῦ κ.λ.π. ἀλλά κατά τά
συγγράμματα Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτη, σύμβολα καλοῦνται καί
αὐτά τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ὄντα καί ταῦτα σημεῖα ὁρατά
τῆς ἀοράτου χάριτος»(Χρ. Ἀνδρούτσου. Συμβολική). Ὁ π. Γεώργιος
Μεντιδάκης γράφει: Σύμβολα στήν Ὀρθόδοξη λατρευτική ζωή, εἶναι
παραστάσεις, εἶναι ἀντικείμενα ἤ γεγονότα εἴτε ἀπό τήν Ἁγία Γραφή,
ἤ τήν καθημερινή ζωή, τά ὁποῖα ἐκφράζουν ἀλήθειες τῆς πίστεώς μας
καί συμβολίζουν ὑπεραισθητά καί πνευματικά γεγονότα θείας
οἰκονομίας καί θείας Ἀποκαλύψεως. Τά πρωτοχριστιανικά σύμβολα
ἔχουν σκοπό ἁπλό καί ἄμεσο· κηρύσσουν τή σωτηρία καί σχεδιάζουν
τά ὄργανά της μέ κρυπτογραφικά σημεῖα. Τά σύμβολα ἄρα (ἀπό τό
συν(μ)βάλλω) συμβάλλουν στή κατανόηση «τῶν ἀποκεκαλυμμένων
θείων ἀληθειῶν» καί βοηθοῦν τά μέγιστα στήν προσέγγιση τοῦ
μυστηρίου τῆς πίστεώς μας. Εἶναι ὁρατά – αἰσθητά σημεῖα θείας
διδασκαλίας καί χριστιανικῆς ταυτότητος, εἶναι δοχεῖα θείας γνώσεως
καί κοινωνίας «μετά τοῦ ζῶντος Θεοῦ». Τά σύμβολα ἀποτελοῦν
«τήν κρυπτογραφομένην» Θεολογίαν τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Συμεών
Θεσσαλονίκης γράφει: «Τά ἱερά Σύμβολα ἐγκρύπτουν ἀληθείας καί
δύναται ὁ ἄνθρωπος νά γνωρίσῃ, ὅσον δυνατόν καί, ἐφ’ὅσον ζητεῖ νά
εὕρῃ, καί ἐν περιεννοίᾳ νά καταστῇ τοῦ πνευματικοῦ νοήματος αὐτῶν.
Διά συμβόλων, ἄλλωστε, ἱερῶν διδάσκει τά ὑπέρ ἔννοιαν ἡ Ἐκκλησία».
Καί συνεχίζει: «Πᾶσα τελετή καί πᾶν ἐπί μέρους στοιχεῖον αὐτῆς καί τό
πλέον ἔτι φαινομενικῶς μικρόν καί ἀσήμαντον εἶναι σύμβολον καί
ἐγκρύπτει τήν ὑπέρ λόγον ἀλήθειαν, τήν ὁποίαν συμβολίζει, καί ὡς ἐκ
τούτου ἔχει δύναμιν καί λόγους καί σημασίαν» (PG 155, 208, 256). Κάθε
χριστιανός ἔχει καθῆκον καί χρέος νά γνωρίζει τό νόημα τῶν ἱερῶν
Συμβόλων τῆς θείας λατρείας του. Γιατί, ὅσο περισσότερο ὁ πιστός
γνωρίζει τό συμβολισμό καί τό βαθύτερο νόημα τους, τόσο
περισσότερο κατανοεῖ τό ὕψος τῆς ὀρθόδοξης λατρείας. Αἰσθάνεται τό
μεγαλεῖο κάι τήν ὡραιότητα τῆς ὀρθόδοξης ζωῆς καί ἐπιτυγχάνεται ὁ
σκοπός τῆς λατρείας, πού εἶναι ὁ ἁγιασμός τῆς ψυχῆς. Ἡ τέχνη
συμβάλλει στήν «ἀναγωγή τοῦ νοῦ» ἀπό τά φθαρτά στά ἄφθαρτα καί
χρησιμεύει «ὡς θεραπαινίδα» τοῦ ἁγιασμοῦ. Ἡ ἄμπελος π.χ. γιά τόν
πιστό ἄνθρωπο εἶναι ἡ καλύτερη ἀνάμνηση τῆς Ἀληθινῆς Ἀμπέλου,
δηλαδή τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, μέ κλῆμα αὐτό τοῦτο τόν πιστό
ἄνθρωπο. Οἱ πρῶτες μαρτυρίες περί Συμβόλων προέρχονται ἀπό τόν
Τερτυλλιανό (160-220), τόν Κλήμεντα Ἀλεξανδρείας (150-215) καί
κυρίως ἀπό τά διασωθέντα λείψανα τῆς ἀρχαίας τέχνης».
Ο ΣΤΑΥΡΟΣ, ΤΟ ΚΑΤ’ ΕΞΟΧΗΝ ΣΥΜΒΟΛΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.
Ὁ Ἅγιος Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως γράφει: «Ὁ Σταυρός εἶναι τό
πανσύμβολο· εἶναι ὄχι μόνο τό ἱερώτερο, ἀλλά καί τό πολυτιμότερο καί
τό πιό σεβαστό ἀπό ὅλα τά χριστιανικά σύμβολα· εἶναι τό ἔνσημο τῆς
χριστιανικῆς ζωῆς. Ὁ Σταυρός εἶναι ἡ σημαῖα τοῦ Χριστοῦ, εἶναι
ὁλόκληρο τό ἱερό Εὐαγγέλιο στενογραφημένο σέ δύο μόνο τεμνόμενες
γραμμές. Εἶναι τό σύμβολο τῆς κακοπάθειας (P.G. 98 σ. 396).
Ὁ Σταυρός ἦταν γνωστός στούς Ἀρχαίους ἱστορικούς λαούς. Ἦταν
ὄργανο θανατικῆς ἐκτέλεσης, ὄργανο φρίκης καί θανάτου. Βεβαίως,
κατά τήν ἐποχή αὐτή, ὁ Σταυρός εἰκόνιζε κάποια βαθύτερη ἔννοια, καί
κυρίως θρησκευτική. Ἔτσι π.χ. στούς Αἰγυπτίους συμβόλιζε καί τή
μέλλουσα ζωή, στούς Φοίνικες καί Ἀσσυρίους τή δύναμη τοῦ ἥλιου
«τήν πάντα ζωογονοῦσαν», στούς δέ βουδιστές καί Ἰνδούς ἔχει
βαθύτερη συμβολική κάι θρησκευτική σημασία. Πέραν τούτων ὁ
Σταυρός στήν Παλαιά Διαθήκη συσχετίστηκε μέ γεγονότα πολλά τῶν
ὁποίων θεωροῦνται ὡς ὁ τύπος καί ἡ προεικόνιση τῆς Καινῆς
Διαθήκης. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, σέ ὁμιλία του γιά τό Σταυρό,
λέγει: «Ὁ τοῦ Χριστοῦ Σταυρός προεκηρύττετο καί προετυποῦτο ἐκ
γενεῶν ἀρχαίων» (P.G.151,124). Τά σημεῖα ἐκεῖνα πού προεικονίζουν
τό Σταυρό εἶναι τά ἑξῆς:
α) Τό ξύλο στόν Παράδεισο (Γεν. 1,2).
β) Ἡ θυσία τοῦ Ἀβραάμ, ὅπου τόσο τά ξύλα, ὅσο καί ὁ Ἰσαάκ,
θεωροῦνται ὡς ὁ τύπος τοῦ Σταυροῦ καί τοῦ Κυρίου. Σχετικά ὁ
Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀναφέρει ὅτι ὁ Θεός «ἐν.... τῷ Ἀβραάμ τό
μυστήριον ἐνήργει τοῦ Σταυροῦ, ὁ δέ αὐτοῦ υἱός ἦν τύπος τοῦ
σταυρωθέντος ὕστερον Χριστοῦ».
γ) Ἡ προσκύνηση καί ἡ εὐλογία του Πατριάρχη Ἰακώβ
(Γεν. 47,31), γιά τήν ὁποία ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός γράφει: «Ἰακώβ...
προσκυνήσας τό ἄκρον τῆς ράβδου Ἰωσήφ, τόν σταυρόν εἰκόνισε καί
ἐνηλλαγμέναις χερσί τούς υἱούς αὐτοῦ εὐλογήσας, τό σημεῖον τοῦ
Σταυροῦ διέγραψε σαφέστατα».
δ) Ὁ Πάγκαλος Ἰωσήφ, γιά τόν ὁποῖο ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς
γράφει: «Ὁ υἱός τοῦ Ἰακώβ, αὐτός ἦν τύπος καί μυστήριον τοῦ
σταυρωθησομένου μετά ταῦτα θεανθρώπου Λόγου».
ε) Ἡ ράβδος τοῦ Μωϋσῆ, μέ τήν ὁποία κτύπησε τήν Ἐρυθρά
Θάλασσα «καί ἐσχίσθη τό ὕδωρ καί εἰσῆλθον οἱ υἱοί Ἰσραήλ» (Ἐξόδου
14,15-25), εἶναι προτύπωση τοῦ Σταυροῦ. Ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός
ἐπισημαίνει: «Ράβδος μωσαϊκή σταυροτύπως τήν θάλασσαν πλήξασα,
τόν σταυρόν προεικονίζει».
στ) Τό Ξύλο πού ὁ Κύριος ἔδειξε στό Μωϋσῆ «καί ἐνέβαλεν αὐτό
εἰς τό ὕδωρ καί ἐγλυκάνθη τό ὕδωρ» (Ἐξόδου 15,25), στή λίμνη Μερρᾶ,
θεωρεῖται τύπος τοῦ ξύλου τοῦ σταυροῦ.
ζ) Ἐπίσης, τά τεταμένα χέρια τοῦ Μωϋσῆ, ὥστε νά διαγράφεται
τό σχῆμα τοῦ Σταυροῦ, στόν ἀγῶνα κατά τῶν Ἀμαληκιτῶν, εἶναι
εἰκόνα τοῦ σταυροῦ. Ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέγει τά ἑξῆς:
«Ἀναζωγράφησον παρ’ ἑαυτῷ χεῖρας ἡπλωμένας, ἵνα ἴδης τοῦ
προσκυνητοῦ Σταυροῦ λάμπουσαν τήν εἰκόνα».
Θά συνεχίσουμε ὅμως, σύν Θεῷ, στό ἑπόμενο κήρυγμα. ΑΜΗΝ!

Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου