Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026

 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 23
ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
14-06-2026

Συνεχίζουμε μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἀδελφοί μου, τήν ἀναφορά
μας στό σωτήριο σύμβολο τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ:
η) Τό χάλκινο ὁμοίωμα ὄφεως, τό ὁποῖο ὁ Μωϋσῆς ὕψωσε σέ
κοντάρι καί αὐτό σέ ὕψωμα, γιά νά προβλέπουν καί νά σώζονται
ἀπό τά δηλητηριώδη φίδια (Ἀριθμ. 21,6) οἱ Ἰσραηλῖτες, εἶναι
τύπος τοῦ ξύλου τοῦ Σταυροῦ. Τό συμβάν αὐτό ὑπενθύμισε ὁ Ἰησοῦς
στούς ἀκροατές του λέγοντας: «Καθώς Μωϋσῆς ὕψωσε τόν ὄφιν
ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τόν Υἱόν τοῦ ἀνθρώπου, ἵνα πᾶς
ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχει ζωήν αἰώνιον»
(Ἰω. 3, 14-15). Ὁ ἱερός Χρυσόστομος λέγει ὅτι ὁ Σταυρός τυγχάνει
«τό τοῦ Πατρός θέλημα, τοῦ μονογενοῦς δόξα, τό τοῦ Πνεύματος
ἀγαλλίαμα, ὁ τῶν ἀγγέλων κόσμος, τῆς Ἐκκλησίας ἡ ἀσφάλεια, τό
καύχημα τοῦ Παύλου. Μέ τό Σταυρό γίναμε ἀπό δοῦλοι ἐλεύθεροι,
συρθήκαμε ἀπό τό βυθό τῆς ἁμαρτίας στόν οὐρανό, πατήσαμε τίς
κορυφές τῆς ἁγιότητος, κατατροπώσαμε τό σατανᾶ, γίναμε ὅμοιοι
τῶν ἀγγέλων» (PG 36.653). Ὁ Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός
ὑπογραμμίζει λέγοντας: «Κανένα θαῦμα δέν εἶναι παρόμοιο μέ
τό θαῦμα τοῦτο τῆς σωτηρίας μας. Λίγες σταγόνες αἵματος
ἀναπλάθουν καί σώζουν ὅλο τόν κόσμο» (PG 36,653). Ἡ πατερική καί
ποιητική γλῶσσα τοῦ Ἀνδρέα Κρήτης ὑμνεῖ τόν Σταυρό μέλποντας:
«Σταυρός, χριστιανῶν ἐλπίς, ἀπεγνωσμένων σωτήρ, νενεκρωμένων
ζωή... Σταυρός, κλίμαξ εἰς οὐρανόν ἄγουσα, ὁδός πρός ἀρετήν
ὁδηγοῦσα, ζωῆς πρόξενος, θανάτου λύσις, φθορᾶς ἀλλοτρίωσις...
Σταυρός φύλαξ ἐν νυκτί, ἐν ἡμέραις πύργος, ἐν σκότει χειραγωγός,
ἐν εὐθυμίᾳ χαλινός, ἐν ἀθυμίᾳ ψυχαγωγός, διαλακτήριος, ἱκέσιος,
φiλιος, συνήγορος, προασπιστής, ἐπίκουρος» (PG 97.1020).
Ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός γράφει: «Προσκυνοῦμεν καί τόν τύπον
τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ «εἰ καί ἐξ ἑτέρας ὕλης γεγένηται
οὐ τήν ὕλην τιμῶντες (μή γένοιτο), ἀλλά τόν τύπον, ὡς Χριστοῦ
σύμβολον» (PG 94.1132). Καί ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς διαπιστώνει
λέγοντας: «Κατηλλάγημεν τῷ Θεῷ τῆς τοῦ Σταυροῦ δυνάμεως».
Καί συνεχίζει: «Οὐ μόνον ὁ λόγος τοῦ Σταυροῦ καί τό μυστήριον,
ἀλλά καί ὁ τύπος θεῖος καί προσκυνητός, σφραγίς ὤν ἱερά καί
αἰδέσιμος, ἁγιαστική τε καί τελεστική τῶν ἐκ Θεοῦ τῷ γένει τῶν
ἀνθρώπων ὑπειργμένων ὑπερφυῶν καί ἀπορρήτων ἀγαθῶν» (PG
151.125 καί 144). Ὁ Σταυρός τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ φρίκη καί ὁ τρόμος
τοῦ διαβόλου, «φρίττει γάρ καί τρέμει μή φέρων καθορᾶν αὐτοῦ τήν
δύναμιν». «Τῷ γάρ σημείῳ τοῦ Σταυροῦ καί μόνον ὁ ἄνθρωπος
χρώμενος ἀπελαύνει τούτων τάς ἀπάτας» παρατηρεῖ ὁ Μέγας
Ἀθανάσιος. Γι’αὐτό καί ὁ Παῦλος γεμᾶτος ἐνθουσιασμό, φωνάζει
πρός τόν ἐξουθενωμένο ᾃδη: «Ποῦ σου, θάνατε, τό κέντρον; Ποῦ
σου, ᾃδη τό νῖκος;» (Α’ Κορ. 15,55). Τώρα πιά «κατεπόθη ὁ θάνατος
εἰς νῖκος». Καί ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος διαλαλεῖ: «Καί γάρ τούτῳ
τῷ σημείῳ πλήθη πολεμίου στρατιᾶς ὑπεχώρει, τούτῳ θεομάχων
μεγαλαυχίαι καθηροῦντο, τούτῳ δυσφήμων καί δυσσεβῶν γλῶτται
κατεσυχάζοντο, τούτῳ βάρβαρα φῦλα καθυπετάττετο, τούτῳ
δυνάμεις ἀφανῶν δαιμόνων ἠλαύνετο». Τέλος, ὁ Σταυρός θά εἶναι τό
σημεῖο τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου, πού θά φανεῖ «πολύ
φαιδρότερον ἀπό τάς ἡλιακάς ἀκτῖνας, ὅπως ἐξηγεῖ ὁ ἱερός
Χρυσόστομος. Ὁ ἀείμνηστος καθηγητής Γεώργιος Ἀντουράκης
ἀνακεφαλαιώνει: Τό σύμβολο τοῦ Σταυροῦ κατέλαβε τήν πρώτη
θέση μεταξύ ὅλων τῶν χριστιανικῶν συμβόλων καί ἔγινε τό
κατ’ἐξοχήν σύμβολο τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων μέ τή σταυρική
θυσία τοῦ Χριστοῦ (Χριστ. Ζωγραφική σελ. 30).
ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΙ ΤΥΠΟΙ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΙ. Στήν Παλαιά
Διαθήκη ὑπάρχουν πολλοί «τύποι» καί «εἰκόνες», πού προτυπώνουν
γεγονότα τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ἡ Καινή Διαθήκη ἀποτελεῖ
ἐκπλήρωση καί πραγμάτωση τῶν συμβόλων αὐτῶν καί τό γεγονός
αὐτό τονίζει τήν θεοπνευστία καί τῶν δύο Διαθηκῶν. «Πᾶσα
γραφή θεόπνευστος...» (Β΄ Τιμ. 3,16). Ἡ ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας περί
σαρκώσεως τοῦ Λόγου, ἀποτελεῖ τήν βάση τῆς θεολογίας τοῦ
συμβόλου. Βεβαίως τά αἰσθητά πράγματα, τά ὁποῖα ὡς σύμβολα
γίνονται «χειραγωγία καί ὁδός» (Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου PG 3,397),
πρός τά νοητά, δέν εἶναι παρά κτιστά δημιουργήματα καί αἰσθητά
προϊόντα τῆς θείας δημιουργίας, πού εἶναι «καλά λίαν» καί μέ τή
θεία ἐνανθρώπηση γίνονται ἰδιότυποι «φορεῖς» καί «ἀγωγοί» τῆς
σωτηριώδους χάριτος. Εἶναι τά ὁρατά σημεῖα τῆς ἀόρατης χάρης:
«ὧν εἶδες τά σύμβολα, τούτων ἀποδέχου τά πράγματα» θά πεῖ ὁ
Μέγας Ἀθανάσιος (PG 28). Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τονίζει: «τά γάρ
ἀόρατα αὐτοῦ ἀπό κτίσεως κόσμου τοῖς ποιήμασι νοούμενα
καθορᾶται ἥ τε ἀΐδιος αὐτοῦ δύναμις καί θειότης» (Ρωμ. 1,20).
Καί ὁ Μ. Φώτιος ὁμολογεῖ: «Τά ἀόρατα καί νοούμενα τοῦ Θεοῦ ἐστί·
ταῦτα δέ καθορᾶται ἀπό τῆς αἰσθητῆς κάι ὁρατῆς (χάριτος)
(PG 102,136). Τύποι καί εἰκόνες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης πού
μελλοντικά ἐκπληρώνονται ὡς «ἀντίτυπα» καί μᾶς προετοιμάζουν
γιά τήν ἀλήθεια καί τό καινούργιο τῆς Νέας Διαθήκης εἶναι οἱ ἑξῆς:
α) Ἡ θυσία τοῦ Ἄβελ (Γεν. 4,4) ἀλλά καί ἡ θυσία τοῦ ἱερέα
Μελχισεδέκ μέ ἄρτους καί οἶνο (Γεν. 14,18).
β) Ὁ Νῶε, διασωζόμενος στήν κιβωτό, εἶναι τύπος τοῦ πιστοῦ
πού μέ τό Βάπτισμα ἀπολυτρώνεται (Γεν. 7, 21-23). Καί ὁ Νῶε εἶναι
τύπος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Κήρυξε μετάνοια στούς ἀνθρώπους. Ἡ
κιβωτός εἶναι σύμβολο τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας. Οἱ ἄνθρωποι πού
εἶναι ζωντανά μέλη της καί τρέφονται ἀπό τά μυστήριά της,
σώζονται ἀπό τόν κατακλυσμό τῆς ἁμαρτίας. Μέ τό Ἅγιο Βάπτισμα
ἐνταφιάζομε τήν προπατορική ἁμαρτία, ὅπως στά νερά τοῦ
κατακλυσμοῦ ἐνταφιάστηκαν οἱ ἁμαρτωλοί ἄνθρωποι. Ἐπίσης, ἡ
κιβωτός ζωγραφίζεται στενότατη, γιά νά εἶναι εἰκόνα τῆς
χριστιανικῆς κολυμβήθρας, τῆς ὁποίας «ἀντίτυπον» στάθηκε ἡ
σωστική κιβωτός, σύμφωνα μέ τήν θεολογία τοῦ Ἀπόστολου Πέτρου
(Α΄Πέτρου 3,21).
γ) Ἡ θυσία τοῦ Ἰσαάκ, κατά τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι
εἰκόνα τῆς σταυρικῆς θυσίας τοῦ Κυρίου καί ὁ Ἰσαάκ, τύπος τοῦ
Ἰησοῦ Χριστοῦ (Ρωμ. 8, 32), (Γέν. 22, 10). Ὁ Ἰσαάκ ἦταν μονογενής
υἱός τοῦ Ἀβραάμ καί τῆς Σάρρας. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι Μονογενής
Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ (Ἰωάν. 1,1 καί 3,16). Ὁ Ἰσαάκ μετέφερε
στούς ὤμους του τά ξύλα τῆς θυσίας. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός: «καί
βαστάζων τόν σταυρόν αὐτοῦ ἐξῆλθεν εἰς τόν λεγόμενον κρανίου
τόπον... ὅπου αὐτόν ἐσταύρωσαν» (Ἰωάν. 19,17). Ὁ Ἰσαάκ μέ ὑπακοή
δέχτηκε νά θυσιαστεῖ ἀπό τόν πατέρα του Ἀβραάμ. Ὁ Ἰησοῦς
Χριστός ἔγινε «ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ σταυροῦ»
(Φιλιπ. 2, 8).
Θά συνεχίσωμε ὅμως, σύν Θεῷ, στό ἑπόμενο κήρυγμα. ΑΜΗΝ!

Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026

 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 22
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ
07-06-2026

Μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀδελφοί μου, εἰσερχόμεθα σέ νέα ἑνότητα,
ἡ ὁποία καί ἀναφέρεται στά:
ΣΥΜΒΟΛΑ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΗ ΖΩΗ ΤΗΣ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. Τί εἶναι σύμβολο: «Σύμβολον. Ἔμβλημα, γνώρισμα ἤτοι
(δηλαδή) αἰσθητόν τι ἀντικείμενον ἤ γεγονός, ὅπερ (τό ὁποῖον)
ἐμφαίνει ζωηρῶς ἤ ἐκφράζει ἀφηρημένον τι, καί δή ἰδέαν
ὑπεραισθητόν, πνευματικόν τι. Ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτοῦ ταύτης, τό
σύμβολον χρησιμοποιεῖται ἐν τῇ θρησκείᾳ, ἐν τοῖς μυστηρίοις...»
γράφει στό λεξικό τῆς φιλοσοφίας ὁ καθηγητής Ἀνδροῦτσος καί
συνεχίζει. «Οὕτω ἐν τῷ χριστιανισμῷ σύμβολον εἶναι οὐ μόνον πᾶν ὅ,τι
ἐκφράζει ἤ ἀναπαριστᾶ πνευματικήν τινα ἰδέαν ἤ ἀλήθειαν, οἷον
(ὅπως) ἡ ναῦς, ὁ ἰχθύς, τό σημεῖον τοῦ Σταυροῦ κ.λ.π. ἀλλά κατά τά
συγγράμματα Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτη, σύμβολα καλοῦνται καί
αὐτά τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ὄντα καί ταῦτα σημεῖα ὁρατά
τῆς ἀοράτου χάριτος»(Χρ. Ἀνδρούτσου. Συμβολική). Ὁ π. Γεώργιος
Μεντιδάκης γράφει: Σύμβολα στήν Ὀρθόδοξη λατρευτική ζωή, εἶναι
παραστάσεις, εἶναι ἀντικείμενα ἤ γεγονότα εἴτε ἀπό τήν Ἁγία Γραφή,
ἤ τήν καθημερινή ζωή, τά ὁποῖα ἐκφράζουν ἀλήθειες τῆς πίστεώς μας
καί συμβολίζουν ὑπεραισθητά καί πνευματικά γεγονότα θείας
οἰκονομίας καί θείας Ἀποκαλύψεως. Τά πρωτοχριστιανικά σύμβολα
ἔχουν σκοπό ἁπλό καί ἄμεσο· κηρύσσουν τή σωτηρία καί σχεδιάζουν
τά ὄργανά της μέ κρυπτογραφικά σημεῖα. Τά σύμβολα ἄρα (ἀπό τό
συν(μ)βάλλω) συμβάλλουν στή κατανόηση «τῶν ἀποκεκαλυμμένων
θείων ἀληθειῶν» καί βοηθοῦν τά μέγιστα στήν προσέγγιση τοῦ
μυστηρίου τῆς πίστεώς μας. Εἶναι ὁρατά – αἰσθητά σημεῖα θείας
διδασκαλίας καί χριστιανικῆς ταυτότητος, εἶναι δοχεῖα θείας γνώσεως
καί κοινωνίας «μετά τοῦ ζῶντος Θεοῦ». Τά σύμβολα ἀποτελοῦν
«τήν κρυπτογραφομένην» Θεολογίαν τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Συμεών
Θεσσαλονίκης γράφει: «Τά ἱερά Σύμβολα ἐγκρύπτουν ἀληθείας καί
δύναται ὁ ἄνθρωπος νά γνωρίσῃ, ὅσον δυνατόν καί, ἐφ’ὅσον ζητεῖ νά
εὕρῃ, καί ἐν περιεννοίᾳ νά καταστῇ τοῦ πνευματικοῦ νοήματος αὐτῶν.
Διά συμβόλων, ἄλλωστε, ἱερῶν διδάσκει τά ὑπέρ ἔννοιαν ἡ Ἐκκλησία».
Καί συνεχίζει: «Πᾶσα τελετή καί πᾶν ἐπί μέρους στοιχεῖον αὐτῆς καί τό
πλέον ἔτι φαινομενικῶς μικρόν καί ἀσήμαντον εἶναι σύμβολον καί
ἐγκρύπτει τήν ὑπέρ λόγον ἀλήθειαν, τήν ὁποίαν συμβολίζει, καί ὡς ἐκ
τούτου ἔχει δύναμιν καί λόγους καί σημασίαν» (PG 155, 208, 256). Κάθε
χριστιανός ἔχει καθῆκον καί χρέος νά γνωρίζει τό νόημα τῶν ἱερῶν
Συμβόλων τῆς θείας λατρείας του. Γιατί, ὅσο περισσότερο ὁ πιστός
γνωρίζει τό συμβολισμό καί τό βαθύτερο νόημα τους, τόσο
περισσότερο κατανοεῖ τό ὕψος τῆς ὀρθόδοξης λατρείας. Αἰσθάνεται τό
μεγαλεῖο κάι τήν ὡραιότητα τῆς ὀρθόδοξης ζωῆς καί ἐπιτυγχάνεται ὁ
σκοπός τῆς λατρείας, πού εἶναι ὁ ἁγιασμός τῆς ψυχῆς. Ἡ τέχνη
συμβάλλει στήν «ἀναγωγή τοῦ νοῦ» ἀπό τά φθαρτά στά ἄφθαρτα καί
χρησιμεύει «ὡς θεραπαινίδα» τοῦ ἁγιασμοῦ. Ἡ ἄμπελος π.χ. γιά τόν
πιστό ἄνθρωπο εἶναι ἡ καλύτερη ἀνάμνηση τῆς Ἀληθινῆς Ἀμπέλου,
δηλαδή τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, μέ κλῆμα αὐτό τοῦτο τόν πιστό
ἄνθρωπο. Οἱ πρῶτες μαρτυρίες περί Συμβόλων προέρχονται ἀπό τόν
Τερτυλλιανό (160-220), τόν Κλήμεντα Ἀλεξανδρείας (150-215) καί
κυρίως ἀπό τά διασωθέντα λείψανα τῆς ἀρχαίας τέχνης».
Ο ΣΤΑΥΡΟΣ, ΤΟ ΚΑΤ’ ΕΞΟΧΗΝ ΣΥΜΒΟΛΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.
Ὁ Ἅγιος Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως γράφει: «Ὁ Σταυρός εἶναι τό
πανσύμβολο· εἶναι ὄχι μόνο τό ἱερώτερο, ἀλλά καί τό πολυτιμότερο καί
τό πιό σεβαστό ἀπό ὅλα τά χριστιανικά σύμβολα· εἶναι τό ἔνσημο τῆς
χριστιανικῆς ζωῆς. Ὁ Σταυρός εἶναι ἡ σημαῖα τοῦ Χριστοῦ, εἶναι
ὁλόκληρο τό ἱερό Εὐαγγέλιο στενογραφημένο σέ δύο μόνο τεμνόμενες
γραμμές. Εἶναι τό σύμβολο τῆς κακοπάθειας (P.G. 98 σ. 396).
Ὁ Σταυρός ἦταν γνωστός στούς Ἀρχαίους ἱστορικούς λαούς. Ἦταν
ὄργανο θανατικῆς ἐκτέλεσης, ὄργανο φρίκης καί θανάτου. Βεβαίως,
κατά τήν ἐποχή αὐτή, ὁ Σταυρός εἰκόνιζε κάποια βαθύτερη ἔννοια, καί
κυρίως θρησκευτική. Ἔτσι π.χ. στούς Αἰγυπτίους συμβόλιζε καί τή
μέλλουσα ζωή, στούς Φοίνικες καί Ἀσσυρίους τή δύναμη τοῦ ἥλιου
«τήν πάντα ζωογονοῦσαν», στούς δέ βουδιστές καί Ἰνδούς ἔχει
βαθύτερη συμβολική κάι θρησκευτική σημασία. Πέραν τούτων ὁ
Σταυρός στήν Παλαιά Διαθήκη συσχετίστηκε μέ γεγονότα πολλά τῶν
ὁποίων θεωροῦνται ὡς ὁ τύπος καί ἡ προεικόνιση τῆς Καινῆς
Διαθήκης. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, σέ ὁμιλία του γιά τό Σταυρό,
λέγει: «Ὁ τοῦ Χριστοῦ Σταυρός προεκηρύττετο καί προετυποῦτο ἐκ
γενεῶν ἀρχαίων» (P.G.151,124). Τά σημεῖα ἐκεῖνα πού προεικονίζουν
τό Σταυρό εἶναι τά ἑξῆς:
α) Τό ξύλο στόν Παράδεισο (Γεν. 1,2).
β) Ἡ θυσία τοῦ Ἀβραάμ, ὅπου τόσο τά ξύλα, ὅσο καί ὁ Ἰσαάκ,
θεωροῦνται ὡς ὁ τύπος τοῦ Σταυροῦ καί τοῦ Κυρίου. Σχετικά ὁ
Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀναφέρει ὅτι ὁ Θεός «ἐν.... τῷ Ἀβραάμ τό
μυστήριον ἐνήργει τοῦ Σταυροῦ, ὁ δέ αὐτοῦ υἱός ἦν τύπος τοῦ
σταυρωθέντος ὕστερον Χριστοῦ».
γ) Ἡ προσκύνηση καί ἡ εὐλογία του Πατριάρχη Ἰακώβ
(Γεν. 47,31), γιά τήν ὁποία ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός γράφει: «Ἰακώβ...
προσκυνήσας τό ἄκρον τῆς ράβδου Ἰωσήφ, τόν σταυρόν εἰκόνισε καί
ἐνηλλαγμέναις χερσί τούς υἱούς αὐτοῦ εὐλογήσας, τό σημεῖον τοῦ
Σταυροῦ διέγραψε σαφέστατα».
δ) Ὁ Πάγκαλος Ἰωσήφ, γιά τόν ὁποῖο ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς
γράφει: «Ὁ υἱός τοῦ Ἰακώβ, αὐτός ἦν τύπος καί μυστήριον τοῦ
σταυρωθησομένου μετά ταῦτα θεανθρώπου Λόγου».
ε) Ἡ ράβδος τοῦ Μωϋσῆ, μέ τήν ὁποία κτύπησε τήν Ἐρυθρά
Θάλασσα «καί ἐσχίσθη τό ὕδωρ καί εἰσῆλθον οἱ υἱοί Ἰσραήλ» (Ἐξόδου
14,15-25), εἶναι προτύπωση τοῦ Σταυροῦ. Ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός
ἐπισημαίνει: «Ράβδος μωσαϊκή σταυροτύπως τήν θάλασσαν πλήξασα,
τόν σταυρόν προεικονίζει».
στ) Τό Ξύλο πού ὁ Κύριος ἔδειξε στό Μωϋσῆ «καί ἐνέβαλεν αὐτό
εἰς τό ὕδωρ καί ἐγλυκάνθη τό ὕδωρ» (Ἐξόδου 15,25), στή λίμνη Μερρᾶ,
θεωρεῖται τύπος τοῦ ξύλου τοῦ σταυροῦ.
ζ) Ἐπίσης, τά τεταμένα χέρια τοῦ Μωϋσῆ, ὥστε νά διαγράφεται
τό σχῆμα τοῦ Σταυροῦ, στόν ἀγῶνα κατά τῶν Ἀμαληκιτῶν, εἶναι
εἰκόνα τοῦ σταυροῦ. Ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέγει τά ἑξῆς:
«Ἀναζωγράφησον παρ’ ἑαυτῷ χεῖρας ἡπλωμένας, ἵνα ἴδης τοῦ
προσκυνητοῦ Σταυροῦ λάμπουσαν τήν εἰκόνα».
Θά συνεχίσουμε ὅμως, σύν Θεῷ, στό ἑπόμενο κήρυγμα. ΑΜΗΝ!

Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Σάββατο 30 Μαΐου 2026

 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 21
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ
31-05-2026

Συνεχίζουμε, ἀδελφοί μου, τήν ἀναφορά μας στά ἱερά σκεύη:
ΤΟ ΜΥΡΟΔΟΧΕΙΟ. Αὐτό εἶναι φιαλίδιο ἐπενδυμένο μέ μέταλλο,
στό ὁποῖο φυλάσσεται τό ἅγιο μύρο, μέ τό ὁποῖο χρίει ὁ ἱερέας μετά τή
βάπτιση τούς νεοφώτιστους. Ἐπίσης, προσφέρεται καί γιά ἄλλες
προβλεπόμενες ἀπό τήν ἐκκλησιαστική τάξη χρήσεις, ὅπως ἐγκαίνια
ναῶν. Στό πόμα του εἶναι προσαρμοσμένο εἰδικό ἄλειπτρο. Τό ἅγιο
μύρο παρασκευάζεται περίπου κάθε δέκα χρόνια μέ εἰδική τελετή στό
Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο στή Κωνσταντινούπολη, προεξάρχοντος τοῦ
Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, καί ἀπό ἐκεῖ ἀποστέλλεται σέ ὅλες τίς
ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες σέ ἱκανή ποσότητα γιά τίς ἀνάγκες τους. Εἶναι
ἁγιασμένο ἔλαιο ἀποτελούμενο ἀπό 57 ἀρωματικές οὐσίες (ἀνάμεσά
τους καί ἡ χιώτικη μαστίχα), καί καθαγιάζεται τή Μεγάλη Πέμπτη.
Ὁ ὀρθόδοξος χριστιανός χρίεται μέ τό ἅγιο μύρο μία φορά στή ζωή του,
στή τελετή τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος. Ἡ χρήση τοῦ μύρου εἶναι γνωστή
ἀπό τούς Ἑβραίους. Στήν Πεντάτευχο ἀναφέρεται ὁ τρόπος
κατασκευῆς καί σύνθεσής του ἀπό εἰδικό τεχνίτη, τόν «μυρεψό»
(Ἔξοδος 30,25). Μέ αὐτό ἐχρίοντο οἱ ἱερεῖς, ἡ σκηνή τοῦ μαρτυρίου, τά
ἱερά σκεύη κατά τόν καθαγιασμό. Ἐχρίοντο καί οἱ Προφῆτες καί οἱ
Βασιλεῖς πού ἦταν «χριστοί» Κυρίου (Ἰ. Φουντούλη - Ἅγιο Μύρο Θ.Η.Ε.).
Τό μύρο συμβολίζει κατά τόν Συμεών Θεσσαλονίκης τά χαρίσματα τοῦ
Ἁγίου Πνεύματος [ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης,
ἀγαθωσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια] (Γαλ. 5, 22, Πράξ. 8, 14-17).
Μυροδοχεῖο λέγεται καί αὐτό πού ραίνει τόν ἐπιτάφιο ὁ ἱερέας.
ΟΙ ΔΙΣΚΟΙ. Αὐτοί εἶναι ποικίλου μεγέθους ἐπιχρυσωμένοι ἤ
ἐπασημωμένοι, ἤ καί κάνιστρα, χρησιμοποιούμενοι ἄλλοι μέν γιά τή
συλλογή χρηματικῶν προσφορῶν ἀπό τό λαό, κατά τήν ὥρα τῶν
συνάξεων, ἄλλοι δέ γιά τήν τοποθέτηση, ὕψωση καί διανομή τοῦ
ἀντιδώρου, ὅπως καί οἱ δίσκοι τῆς Σταυροπροσκυνήσεως καί τῆς
Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ.
ΤΟ ΧΕΡΝΙΒΟΞΕΣΤΟ. Αὐτό εἶναι λεκάνη καί ὑδροχόη (κανάτα)
γιά τή νήψη τῶν χειρῶν τῶν λειτουργῶν πρό τῆς Θείας Λειτουργίας καί
μετά τή Θεία Κοινωνία. «Νήψιμον» προσφέρει στόν ἀρχιερέα καί ὁ
ὑποδιάκονος κατά τήν χειροθεσία του. Ἐπίσης, τό κρατοῦν ἔμπροσθεν
τῆς Ὡραίας Πύλης οἱ ἱερόπαιδες γιά νά νήψει τάς χεῖράς του ὁ
ἀρχιερέας πρό τοῦ χερουβικοῦ ὕμνου.
ΤΟ ΔΙΣΚΕΛΙΟ. Αὐτό εἶναι πτυσσόμενο φορητό ἀναλόγιο
προοριζόμενο γιά τήν τοποθέτηση τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου κατά τίς ἱερές
ἀκολουθίες καί γιά τήν ἐκεῖθεν ἀνάγνωση αὐτοῦ, ἤ τῶν λοιπῶν
ἀναγνώσεων, ἤ γιά τήν τοποθέτηση εἰκόνων πρός προσκύνηση ἤ τοῦ
δίσκου μέ τόν Τίμιο Σταυρό καί τά ἄνθη κατά τήν Ὕψωση, τήν
Σταυροπροσκύνηση ἤ τήν πρόοδό Του. Ὑπάρχουν καί παραδοσιακά
ξυλόγλυπτα ἀναλόγια μέ μορφή περιστερᾶς, ἐκτός δέ πάσης
περιγραφῆς εἶναι τά νεώτερα μεταλλικά ἀναλόγια τῶν βιομηχανικῶν
ἐκκλησιαστικῶν σκευῶν μέ ἠλεκτρονική καί μικροφωνική
ἐγκατάσταση (Καθηγητής Ἰωάννης Φουντούλης).
ΤΑ ΣΗΜΑΝΤΡΑ ΚΑΙ ΟΙ ΚΩΔΩΝΕΣ. Γι’αὐτά ἔγινε ἐκτενέστερη
ἀναφορά σέ προηγούμενη ἀναφορά μας. Θά ἐπαναλάβουμε σέ γενικές
γραμμές τήν ἱερή τους χρήση. Οἱ κώδωνες ἤ καμπάνες εἶναι
τοποθετημένες στά κωδωνοστάσια ἤ καμπαναριά. Προσκαλοῦν τούς
πιστούς μέ τήν κρούση τους στίς ἱερές ἀκολουθίες, πρίν τήν ἔναρξή
τους καί σέ ὁρισμένα σημεῖα τους, ὅπως Καταβασίες, Δοξολογία,
καθαγιασμός Τιμίων Δώρων, κ.λ.π., καθώς, ἐπίσης, καί κατά τίς
λιτανεῖες, τίς ἐκφορές νεκρῶν, κυρίως στά χωριά, καί κατά τή Μεγάλη
Παρασκευή μέ εἰδικό βραδύ ρυθμό εἰς ἔνδειξη πένθους ἤ καί χαρᾶς σέ
ἄλλες περιπτώσεις. Παράλληλα πρός τίς καμπάνες στά μοναστήρια,
παλαιότερα δέ καί στίς Ἐνορίες, γίνεται χρήση τοῦ ἀρχαιότερου τρόπου
εἰδοποίησης γιά τήν ἔναρξη καί πορεία τῶν ἀκολουθιῶν μέ διαφόρων
τύπων σήμαντρα, ἀναρτημένα ἤ φορητά, ξύλινα ἤ σιδηρά
(χειροσήμαντρα, βαρέες, σιδηρά). Τά τυπικά τῶν Μονῶν καί ἡ
προφορική παράδοση καθορίζει λεπτομερῶς τόν χρόνο καί τόν τρόπο
σήμανσης (Καθ. Ἰ. Φουντούλης).
ΟΙ ΕΙΚΟΝΕΣ. Αὐτές εἶναι ἁγιογραφημένες σέ ξύλο ἤ στούς
τοίχους τοῦ ναοῦ. Εἰκονίζουν τό πρόσωπο τοῦ Κυρίου, τῆς Παναγίας
καί τῶν Ἁγίων. Λεπτομερής ἀναφορά θά γίνει σέ προσεχῆ ἑνότητα - ἡ
ἱερογραφία τοῦ χριστιανικοῦ ναοῦ.
ΟΙ ΛΕΙΨΑΝΟΘΗΚΕΣ. Αὐτές εἶναι κατασκευασμένες ἀπό εὐγενῆ
μέταλλα κάι περιέχουν λείψανα Ἁγίων, τά ὁποῖα καί κατασπάζονται οἱ
πιστοί, πρός ἐνίσχυσή καί ἁγιασμό τους, βέβαια ὑπάρχουν καί
ξυλόγλυπτες λειψανοθῆκες.
ΤΑ ΑΝΑΘΗΜΑΤΑ Η΄ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ. Ὁ π. Κων. Καλλίνικος
σημειώνει: Ἀντίθετα μέ τή λέξη ἀνάθεμα, ἡ ὁποία δηλώνει τό νά
ἀναθέσεις κάτι στό διάβολο, ἡ λέξη ἀνάθημα δηλώνει νά ἀναθέσεις
κάτι στό Θεό. Αὐτό σέ γενική ἔννοια εἶναι κάθε τί ὑλικό ἀντικείμενο,
τό ὁποῖο ἡ ἀνθρώπινη εὐλάβεια ἀφιερώνει στόν Θεό τῶν πάντων.
Σέ μερική ἔννοια φανερώνει τά ὁποιαδήποτε ἀντικείμενα, ὅπως
κοσμήματα ἤ ἐκτυπώματα ἰαθέντων ἀνθρωπίνων μελῶν, τά ὁποῖα
ἀφιερώνει ὁ χριστιανός ἐνώπιον τῶν ἱερῶν εἰκόνων, πρός ἀνάμνηση
καί ὁμολογία δεήσεων καί χαρίτων πού εἰσακούσθησαν ἀπό τόν Θεό.
Ὁ Βασιλιᾶς Δαβίδ προσφέρει στίς νικηφόρες ἐκστρατεῖες του στό ναό
τίς λόγχες καί τίς ἀσπίδες. Ὁ ἱερός Θεοδώρητος στούς πρώτους
χριστιανικούς αἰῶνες μαρτυρεῖ: Τά ἀναθήματα τῶν πιστῶν τήν
λατρεία δηλώνουν. Οἱ μέν γάρ ὀφθαλμῶν, οἱ δέ ποδῶν, ἄλλοι δέ
χειρῶν προσφέρουσιν ἐκτυπώματα· οἱ μέν ἐκ χρυσοῦ, οἱ δέ ἐξ ὕλης
ἀργύρου πεποιημένα... Δηλοῖ δέ ταῦτα προκείμενα τῶν παθημάτων
τήν λύσιν· ταῦτα δέ κηρύττει τῶν κειμένων τήν δύναμιν· ἡ δέ τούτων
δύναμις τόν τούτων Θεόν ἀληθινόν ἀποφαίνει Θεόν (Migne 83,1032).
Ὁ αὐτοκράτορας Μαυρίκιος (582-602) τό πολύτιμο στέμμα του
«ὑπεράνωθεν τῆς Ἁγίας Τραπέζης» στήν Ἁγία Σοφία στή βασιλεύουσα
προσφέρει. Δίπλα ὑπάρχει καί τό στέμμα τοῦ Ἡρακλείου. Χρυσᾶ
ἀναθήματα προσφέρει ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος σέ ναούς τῆς
βασιλεύουσας. Ἀνάθημα ἦταν καί ἡ ἱερή στολή, τήν ὁποία ὁ
πανεύφημος βασιλεύς τήν Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων λαμπρύνει.
Ἀναθήματα: Ἀναθήματα ἦσαν καί τά ἱερά βιβλία καί ἄλλα κειμήλια
καί λαμπρά ἐνδύματα μέ τά ὁποῖα ὁ Βασίλειος ὁ Μακεδών, ἐκόσμησε
τή Μονή τοῦ Ἁγίου Διομήδους (Migne 109,332). Καί καταλήγει ὁ
π. Καλλίνικος: Τά ἀναθήματα σέ ὁποιαδήποτε ἐξωτερική ὄψη
παρουσιάζονται καί ὁσονδήποτε βαρύτιμα καί ἄν εἶναι, τότε μόνο
ἀποκτοῦν στόν χριστιανισμό ἀληθινή σημασία, ὅταν εἶναι φυσική
καί παιδομίμητος ἐκδήλωση βίου θεοφιλοῦς.
Ἡ συνέχεια, ὅμως, σύν Θεῷ, στό ἑπόμενο κήρυγμα. ΑΜΗΝ!

Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Σάββατο 23 Μαΐου 2026

 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 20
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ
Α΄ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ
24-05-2026

Συνεχίζουμε, ἀδελφοί μου τήν ἀναφορά μας στά ἱερά σκεύη,
ὅπως τά παρουσιάζει ὁ ἀείμνηστος Λειτουργιολόγος Ἰωάννης
Φουντούλης. Βέβαια, σέ προηγούμενες ἑνότητες ἔγινε λόγος σέ
ὁρισμένα ἀπ’αὐτά.
ΤΑ ΛΑΒΑΡΑ. Εἶδος ἱερῶν σημαιῶν, πού κατασκευάζονται ἀπό
ὕφασμα ἤ καί μέταλλο καί ἔχουν ἐγχάρακτες, κεντητές ἤ
ζωγραφισμένες ἀμφιπρόσωπες παραστάσεις ἁγίων πολιούχων τοῦ
ναοῦ, δεσποτικῶν ἑορτῶν κ.λ.π. καί συνοδεύουν τίς ἐκτός τοῦ ναοῦ
λιτανεῖες. Εἶδος λαβάρου εἶναι καί ἡ «ἀνάστασις», εἰκόνα δηλαδή
τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ, πού φέρεται σέ κοντάριο καί
χρησιμοποιεῖται κατά τίς τελετές καί λιτανεῖες τοῦ Πάσχα, γιά
ἀνάδειξη τοῦ γεγονότος. Ὁ ἱστορικός Εὐσέβιος στό «βίο τοῦ
Μεγάλου Κωνσταντίνου» σημειώνει: Τό πρῶτον λάβαρον βεβαίως
εἶναι ἐκεῖνο, ὅπερ ὁ Μ. Κωνσταντῖνος κατεσκεύασε κατά θείαν
ἐπίπνοιαν, ὅτε κατά τοῦ δυσσεβοῦς Μαξεντίου ὁδήγει ἀριθμητικῶς
ἥσσονα στρατόν του. Μεσημβριναί ὧραι ἦσαν, ὅτε ὁ βασιλεύς, ὁ
λιπαρῶς τόν Θεόν ἱκετεύων πρός εὐόδωσιν τοῦ δυσχεροῦς ἔργου του,
βλέπει εἰς τόν οὐρανόν στῦλον φωτός σταυροειδῆ, περί τόν ὁποῖον
τά γράμματα ΕΝ ΤΟΥΤῼ ΝΙΚΑ ἠκτινοβόλουν. Ἔκπληκτος ἐπί τῇ
θεοσημείᾳ κατεκλίθη τήν νύκτα καί ὁρᾷ καθ’ ὕπνους τόν Χριστόν
κελεύοντα αὐτῷ νά κατασκευάσῃ σημαίαν κατά τόν τύπον τοῦ
ὀφθέντος σημείου καί ταύτην ὡς τρόπαιον νά μεταχειρισθῇ κατά
τῶν ἐχθρῶν (Migne 20, 944).
ΤΑ ΘΥΜΙΑΤΗΡΙΑ. Τά θυμιατήρια εἶναι κινητά πύραυνα μέ
κάλυμμα ἤ χωρίς κάλυμμα, ἐπιχρυσωμένα ἤ ἐπασημωμένα μέ
δώδεκα κωδωνίσκους πού συμβόλίζουν τούς Ἀποστόλους. Μέ αὐτά
προσφέρεται τό θυμίαμα καί θυμιῶνται εἰκόνες, ἱερά ἀντικείμενα
καί ὁ λαός, κατά τίς ἱερές ἀκολουθίες, τά μυστήρια καί τίς ἱερές
τελετές, λιτανεῖες κ.λ.π., ὅπου καί ὅταν τό τυπικό τό καθορίζει.
Παράλληλα ὑπάρχουν καί ἁπλούστερα θυμιατήρια χωρίς ἁλυσίδες,
τά «κατσία» ἤ «κατζία», πού, πάλι κατά τίς προδιαγραφές τοῦ
τυπικοῦ, χρησιμοποιοῦνται γιά τή θυμίαση σέ ὁρισμένες ἀκολουθίες
π.χ. τῶν ὡρῶν κ.λ.π.). Καί αὐτά εἶναι ἐφοδιασμένα μέ κωδωνίσκους
καί λειτουργοῦν ὡς εἶδος κυμβάλου πού συνοδεύει τήν ψαλμῳδία.
Ὁ Ἅγιος Γερμανός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως γράφει:
«τό θυμίαμα ὑπομιμνῆσκον τόν ἀρωματισμόν τοῦ Κυριακοῦ
σώματος καί τόν λίβανον τῶν μάγων καί τούς λόγους τοῦ
Ἀποστόλου Παύλου περί τῶν εἰς Χριστόν πιστευόντων ὡς Χριστοῦ
εὐωδία», ἐνῶ ἀλλοῦ σημειώνει τό ἑξῆς: «Ὁ θυμιατήρ ὑποδεικνύει τήν
ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ, τό πῦρ τῆς θεότητος, καί ὁ εὐώδης
καπνός μηνύει τήν εὐωδίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος προπορευομένην.
Ἡ γαστήρ τοῦ θυμιατηρίου νοηθῇ ἡ ἡγιασμένη μήτρα τῆς ἁγίας
Παρθένου καί Θεοτόκου φοροῦσα τόν θεῖον ἄνθρακα Χριστόν, ἐν ᾧ
κατοικεῖ πᾶν τό πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς, διό καί τήν
ὀσμήν τῆς εὐωδίας ἀναδίδωσιν εὐωδιάζον τά σύμπαντα. Ἤ πάλιν ἡ
γαστήρ τοῦ θυμιατηρίου δηλοῖ τήν κολυμβήθραν τοῦ Ἁγίου
Βαπτίσματος, ἐν ἄνθρακι τοῦ θείου πυρός τῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος
ἐνεργείας τήν εὐώδη τῆς θείας Χάριτος υἱοθεσίαν διά τῆς πίστεως
ἑαυτῇ εἰσοικίζουσα καί δι’αὐτῆς εὐωδιάζουσα» (Μigne 98,400).
Η ΚΙΒΩΤΟΣ. Κυτίο ἤ ναϋδριόσχημο σκεῦος, στό ὁποῖο τίθεται
τό θυμίαμα καί φέρεται στόν ἀριστερό ὦμο τῶν διακόνων κατά τή
θυμίαση, γιά τήν ἀνανέωσή του κατά τίς μακρές θυμιάσεις, τίς
λιτανεῖες κ.λ.π..Ἔτσι εἰκονίζονται στίς τοιχογραφίες οἱ ἅγιοι
διάκονοι. Ἡ πράξη αὐτή διατηρεῖται σέ πανηγυρικές συνάξεις στίς
μονές καί ἀλλοῦ, κατά τή τοπική συνήθεια (Ἰ. Φούντουλης).
ΤΑ ΚΗΡΟΠΗΓΙΑ. Αὐτά εἶναι μεταλλικές βάσεις,
διακοσμημένες ἀπό εὐγενῆ μέταλλα ἤ σμάλτα, γιά τή στήριξη
λαμπάδων πού ἀνάβονται γιά φωτισμό ἤ ἔνδειξη τιμῆς καί
εὐλαβείας στήν Ἁγία Τράπεζα καί στή Προσκομιδή. Εἶδος
κηροπηγίων εἶναι καί τά μικρά μανουάλια μιᾶς λαμπάδας πού
προηγοῦνται κατά τίς εἰσόδους (εἰσοδικό) ἤ τό πεντάκηρο τῆς
ἀρτοκλασίας καί τά ὑψηλότερα καί μόνιμα τριμερῆ ἐνώπιον τῆς
Ὡραίας Πύλης καί τά συνθετώτερα γιά τό ἄναμμα τῶν κεριῶν ἀπό
τούς πιστούς. Τό φῶς τους συμβολίζει τό φῶς τοῦ Χριστοῦ πού
πρέπει νά φαίνει στή ζωή μας. Τό ἴδιο καί οἱ κανδῆλες, οἱ ὁποῖες
καίουν μέ ἐλαιόλαδο ἐνώπιον τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Ὁ Γρηγόριος ὁ
Θεολόγος ἀναφωνεῖ: Γενώμεθα φῶς παρά τοῦ Μεγάλου Φωτός (τοῦ
Χριστοῦ). Γεννώμεθα φωστῆρες ἐν κόσμῳ, λόγον ζωῆς ἐπέχοντες.
Ὁδεύσωμεν πρός τήν λάμψιν αὐτοῦ, πρό τοῦ προκόψαι τούς πόδας
ἡμῶν ἐπί ὄρη σκοτεινά καί πολέμια.
Η ΛΕΚΑΝΗ ΤΟΥ ΑΓΙΑΣΜΟΥ. Μεταλλικό δοχεῖο σέ σχῆμα
κολυμβήθρας, μέ βάση ἤ χωρίς βάση, γιά τήν τέλεση τῶν ἁγιασμῶν,
πού πρέπει νά ἔχει κατάλληλο βάθος, ὥστε νά ἐμβαπτίζεται ὄρθιος
ὁ σταυρός, ὅπως ἀπαιτῆ ἡ τυπική διάταξη.
Η ΚΟΛΥΜΒΗΘΡΑ. Αὐτή εἶναι μαρμάρινη σταθερή ἤ
μεταλλική φορητή μέ βάση γιά τή Βάπτιση τῶν νηπίων, πού πρέπει
νά πληροῖ τίς τυπικές προδιαγραφές τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος, τήν
πλήρη δηλαδή κατάδυση τοῦ σώματος τοῦ νηπίου. Οἱ ἐνήλικοι
βαπτίζονται σέ εἰδικά βαπτιστήρια, πού πρέπει νά ἐξασφαλίζουν
τούς ἴδιους ὅρους, εἰδεμή στή θάλασσα ἤ σέ ποταμούς ἤ σέ
δεξαμενές (Καθ. Ἰ. Φουντούλης). Ὁ π. Δανιήλ Γεωργόπουλος στό
βιβλίο του «Ἱερατική Ἀνθολογία» σημειώνει: Ἡ ἁγία κολυμβήθρα ὡς
πρός τήν ἀναγέννηση, φέρει τόν τύπο μήτρας, ὡς πρός τήν κάθαρση
σημαίνει λουτρό καί ὡς πρός τήν ταφή συμβολίζει τόν τάφο τοῦ
παλαιοῦ ἀνθρώπου, γιά τήν ἀναγέννηση τοῦ νέου χριστιανοῦ.
Ἡ κολυμβήθρα κατασκευάζεται ἀπό χαλκό ἤ ὀρείχαλκο καί ἔχει
σχῆμα κρατήρα. Αὐτή στηρίζεται σέ ἕνα κυκλικό πόδι, τό ὁποῖο
καταλήγει σέ εύρεία βάση. Συμβολίζει τόν Ἰορδάνη ποταμό, ὅπου
βαπτίσθηκε ὁ Κύριος (Ματθ. 3,13). Οἱ βαπτιζόμενοι στό ὄνομα τοῦ
Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀπαλλάσσονται
ἀπό τό προπατορικό ἁμάρτημα, καθαρίζονται ἀπό κάθε μολυσμό
(Πράξ. 2,38) καί ἀνανεώνονται πνευματικά (Ἰωάν. 3,3-6), (Γαλ. 3,27).
Ἄς θυμηθοῦμε τή κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ (Ἰωάν. 9,7-12) καί τή
Βηθεσδά (Ἰωάν. 5,2).
Θά συνεχίσουμε, ὅμως, σύν Θεῷ, στό ἑπόμενο κήρυγμα. ΑΜΗΝ!

Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου