Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2026

 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 37


ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΨΩΣΙΝ
20-09-2026

 

Εὑρισκόμεθα, ἀδελφοί μου, στήν ἑνότητα «Τά ἱερά Ἄμφια τῶν
Κληρικῶν». Ἀναφερθήκαμε στό ἐπιτραχήλιο τοῦ ἱερέα καί
συνεχίζουμε. Ὁ Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως λέγει πώς τό
ἐπιτραχήλιο συμβολίζει τόν ζυγό τοῦ Χριστοῦ, τά δεσμά Του, τόν
Σταυρό καί τόν κάλαμο: «Τό περιτραχήλιόν ἐστι τό φακεώλιον,
μεθ’οὗ ἐπεφέρετο ὑπό τοῦ ἀρχιερέως δεδεμένος, καί συρόμενος ἐπί
τό πρόσθεν ἐπί τῷ τραχήλῳ ὁ Χριστός, ἐν τῷ πάθει Αὐτοῦ,
ἀπερχόμενος. Τό δέ τοῦ ἐπιτραχηλίου δεξιόν μέρος, πέφηνεν ὁ
κάλαμος ὅν ἔδωκαν ἐμπαίζοντες τῇ δεξιᾷ τοῦ Χριστοῦ. Τό δέ ἐξ
εὐωνύμων μέρους, ἡ τοῦ Σταυροῦ βασταγή ἐπί τῶν ὤμων Αὐτοῦ». Τό
ἐπιτραχήλιο σύμφωνα μέ τόν Θεόδωρο Βαλσαμώνα, συμβολίζει «τό
φραγγέλιον τό ἑλκύσαν τήν ζωήν πρός τόν θάνατον» (PG 138.1021).
Η ΖΩΝΗ. Ἡ Ζώνη ἤ ζωνάριο ἤ ζωστήρας, εἶναι ἀρχαιότατο
ἄμφιο, μᾶς ὑπενθυμίζει δέ τούς Προφῆτες πού ἔφεραν ζώνη στή
μέση τους καί τήν ἱερή ζώνη τοῦ Ἀαρών. Οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ
Κληρικοί χρησιμοποίησαν τήν ζώνη γιά λόγους πρακτικούς. Τήν
ἐποχή ἐκείνη συνηθέστερες ἦταν οἱ δερμάτινες ζῶνες. «Αὐτός δέ
ὁ Ἰωάννης εἶχε τό ἔνδυμα αὐτοῦ ἀπό τριχῶν καμήλου καί ζώνην
δερματίνην περί τήν ὀσφύν αὐτοῦ» (Ματθ. 3,4). Ζώνη
χρησιμοποιοῦσαν καί οἱ μοναχοί, «διά τήν ἰσχύν, τήν σωφροσύνην τε
καί τήν ἅγνοιαν, λέγει ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης. Ἀπό τό μοναχικό
αὐτό ἔθος γεννήθηκε ἡ ἱερατική ζώνη, πού περιβάλλει τήν μέση καί
περικρατεῖ τό ἐπιτραχήλιο καί τό στιχάριο. Ὁ Σωζόμενος κατά τόν 5ο
αἰῶνα, κάνει λόγο γιά τή ζώνη τῶν Κληρικῶν λέγοντας «τήν ὀσφύν
περισφίγγουσαν, ἑτοίμους εἶναι ποιεῖν τήν διακονίαν Θεοῦ καί
ἐργασίαν» τούς ἱερεῖς (Migne PG 67.1072). Ὁ λειτουργός, σημειώνει ὁ
ἱερός Χρυσόστομος «ζωννύμενος» τήν ζώνη, εἶναι ἕτοιμος, γιά τό
πνευματικό του ἔργο, ἕτοιμος γιά τό ἱερατικό του ὑπούργημα.
Ἄγρυπνος καί «ἐν ἐγρηγόρσει» αὐτός καί ἡ ἱερή «σύναξις»
προσμένουν τόν Κύριο. Ὄλοι λοιπόν «ἐζωσμένοι ἐσθίειν. Ἵνα ἕτοιμοι
ὦμεν πρός τήν ἔξοδον, πρός τήν ἐντεῦθεν ἀποδημίαν». Ἡ ζώνη,
σύμφωνα μέ τήν εὐχή, πού λέγει ὁ ἱερέας, συμβολίζει δύο πράγματα:
Πρῶτο τήν θεία δύναμη τοῦ Θεοῦ, πού ἐνισχύει τόν λειτουργό στήν
Θεία Μυσταγωγία καί δεύτερο τήν καθαρότητα, πού πρέπει νά
στολίζει τόν ἱερέα καί τήν ἑτοιμότητα, πού πρέπει νά τόν
χαρακτηρίζει, κατά τήν τέλεση τῆς ἱερουργίας. Ὁ Σωφρόνιος
Ἱεροσολύμων ὑποστηρίζει ὅτι ἡ ζώνη ὑπενθυμίζει τήν πνευματική
ἀποστολή καί τήν ἠθική εὐθύνη καί χρέος τοῦ ἱερέως. Τήν ζώνη
φέρει ὁ λειτουργός «διά τό εἶναι αὐτόν ἐν πνευματικῇ διαγωγῇ
διεζωσμένον», σύμφωνα μέ τήν προτροπή τοῦ Κυρίου «ἔστωσαν
ἡμῶν αἱ ὀσφύες περιεζωσμέναι καί οἱ λύχνοι καιόμενοι καί ἡμεῖς
ὅμοιοι ἀνθρώποις προσδεχομένοις τόν Κύριον ἑαυτῶν» (Λουκ. 12,35).
Ὁ Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως λέγει πώς ἡ ζώνη φανερώνει τήν
εὐπρεπῆ δύναμιν τῆς Θεότητος. «Ἡ δέ ζώνη, ἥν περιζώννυται,
πέφυνεν ἡ εὐπρέπεια, ἥν ὁ Χριστός βασιλεύσας, εὐπρεπῆ
περιεζώσατο δύναμιν τῆς Θεότητος». Ὁ Συμεών Θεσαλονίκης στό
ἔργο του «Περί τοῦ θείου Ναοῦ καί τῶν ἐν αὐτῷ» γράφει τά ἑξῆς:
«Ἡ δέ ζώνη δεικνύει τήν ὑπέρ ἡμῶν τοῦ Σωτῆρος διακονίαν...
«περιζώσεται γάρ, λέγει, καί ἀνακλινοῖ αὐτούς καί παρελθών
διακονήσει αὐτοῖς» (Λουκ. 12,37), «ἀλλά καί τό ἰσχυρόν παριστᾷ καί
καρτερόν τῆς αὐτοῦ δυνάμεως καί ἔτι τήν σωφροσύνην. Κειμένη δέ ἡ
ζώνη ἐπί τῶν νεφρῶν σημαίνει τόν ἁγιασμόν καί τῆς ψυχῆς καί τοῦ
σώματος. Μαρτυροῦσι δέ τοῦτο τά λεγόμενα (τοῦ ἱερέα), ἐν ᾧ
περιζώννυται. «Εὐλογητός, λέγει δηλαδή, ὁ Θεός ὁ περιζωννύων με
δύναμιν καί ἔθετο ἄμωμον τήν ὁδόν μου».
ΤΑ ΕΠΙΜΑΝΙΚΑ Ή ΕΠΙΜΑΝΙΚΙΑ. Τά ἐπιμάνικα μᾶς
ἀποκαλύπτουν «πώς ὁ Χριστός αὐτουργεῖ μέ τά ἴδια Του τά χέρια
τήν ἱερουργία τοῦ ἁγίου Σώματός Του καί Αἵματος», σημειώνει ὁ
Συμεών. Τό χέρι τοῦ λειτουργοῦ, τό χέρι τοῦ ἱερέως, πού λειτουργεῖ
καί ἁγιάζει «ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι» τά προσφερόμενα δῶρα, εἶναι
χέρι Χριστοῦ. «Ὁ ἱερεύς ἐνεργεῖ ὡς χείρ Χριστοῦ» (Γρηγορίου ἱερ.
Ἡ Θ. Λειτουργία). Ὁ Χριστός ἔδωσε στούς ἱερεῖς τήν χάρη νά
ἐνεργοῦν τό δικό του ἔργο. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος παρατηρεῖ: Μή
πιστεύσεις, ὅτι ὁ ἱερεύς σοῦ προσφέρει τά φρικτά μυστήρια, ἀλλά
πίστευε «τήν τοῦ Χριστοῦ χεῖρα εἶναι τήν ἐκτεινομένην». Τά
ἐπιμάνικα σήμερα χρησιμοποιοῦνται καί ἀπό τούς τρεῖς βαθμούς
τῆς ἱερωσύνης. Ἔχομε μαρτυρίες γιά τήν χρήση τους ἀπό τόν
11ο αἰῶνα. Τά ἐπιμάνικα μέχρι τόν 13ο αἰῶνα ἦταν προνόμιο
ἀποκλειστικό τῶν ἀρχιερέων, τά ὁποῖα κυρίως χρισιμοποιοῦσαν
στήν τελετή τοῦ Βαπτίσματος. Ὁ Βησσαρίων περιγράφοντας τήν
τέλεση τοῦ Βαπτίσματος, στό μεγάλο Βαπτιστήριο τῆς Ἁγίας Σοφίας,
λέγει πώς ὁ Πατριάρχης «βάλλει πρῶτον λευκήν στολήν καί
ὑποδήματα λευκά καί τό λέντιον (ἐπιγονάτιο) καί τά μανίκια καί
μετά τοῦτο βαπτίζει». Ὁ Βαλσαμών, σέ σχετική ἐρώτηση τοῦ
Μάρκου Ἀλεξανδρείας ἀπαντᾶ: «Ἡ τῶν ἐπιμανίκων καί
ἐπιγονατίων ἱερωτάτη ἐνδυμενία (ἐνδυμασία) μόνοις τοῖς ἀρχιερεῦσι
πεφιλοτίμηται, ὡς τόν τύπον ἐπέχουσι τοῦ Κυρίου» (Κων/νου
Καλλινίκου. Ὁ Χριστιανικός Ναός). Ὅμως, ἀπό τόν 13ο αἰῶνα τά
πράγματα ἀλλάζουν καί οἱ Ἐπίσκοποι «διανοίγουν ὁδόν καί εἰς τούς
κατωτέρους βαθμούς νά οἰκειοποιηθῶσι τά ἑαυτῶν». Ὁ Βαλσαμών
λέγει πώς τά ἐπιμάνικα συμβολίζουν τίς χειροπέδες τοῦ Κυρίου,
μέ τίς ὁποῖες Τόν ἔδεσαν καί Τόν ἔφεραν μπρός στόν Καϊάφα.
Ὁ Σωφρόνιος Ἱεροσολύμων σημειώνει ὅτι τά λωρία τῶν ἐπιμανίκων,
τά ὁποῖα «δεικνύουσι τά δεσμά τῶν χειρῶν του Κυρίου». Ὁ Συμεών
Θεσσαλονίκης λέγει πώς τά ἐπιμάνικα συμβολίζουν τήν ποιητική
δύναμη τοῦ Θεοῦ Δημιουργοῦ, μέ τήν ὁποία δημιούργησε τά πάντα,
ἀλλά καί τήν Θεϊκή Του δύναμη, μέ τήν ὁποία συνέτριψε τούς
ἐχθρούς Του καί δοξάστηκε θαυμαστῶς καί τήν ἱερουργία τῶν
Ἀχράντων Μυστηρίων, πού τέλεσεν ὁ Ἰησοῦς μέ τά ἴδια Του τά χέρια
καί τά δεσμά τῶν χειρῶν τοῦ Σωτῆρος. Τά δέ λεγόμενα ἐπιμάνικα
εἰκονίζουσι καί τό παντουργόν τῆς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, καί ὅτι διά
τῶν ἰδίων χειρῶν τήν ἱερουργίαν τοῦ ἰδίου Σώματος καί Αἵματος
αὐτούργησεν ὁ Ἰησοῦς Χριστός· ὅθεν καί τά λεγόμενα (αὐτά δηλαδή
πού λέγει ὁ ἱερέας καθώς τά ἐνδύεται), οἰκεῖα εἶναι καί
προσφυέστατα. Φορῶντας τό δεξιό ἐπιμάνικο, ἀφοῦ τό εὐλογήσει θά
πεῖ: «Ἡ δεξιά σου, Κύριε, δεδόξασται ἐν ἰσχύι· ἡ δεξιά σου χείρ,
Κύριε, ἔθραυσεν ἐχθρούς· καί τῷ πλήθει τῆς δόξης σου συνέτριψας
τούς ὑπεναντίους» (Ἔξοδ. 15, 6-7). Ἐνδυόμενος ὁ ἱερέας τό ἄλλο
ἐπιμανίκιο θά τό εὐλογήσει λέγοντας: «Αἱ χεῖρες σου ἐποίησάν με
καί ἔπλασάν με· συνέτισόν με καί μαθήσομαι τάς ἐντολάς σου»
(Ψαλμ. 118,73). Καί ὁλοκληρώνει ὁ Συμεών «εἰκονίζουσι δέ ἔτι
(τά ἐπιμάνικα) καί τά δεσμά τῶν χειρῶν τοῦ Σωτῆρος, μέ τά ὁποῖα
δεδεμένος ἐφέρθη ὡς νά ἦτο κακοῦργος, εἰς τόν Πιλάτον».
Θά συνεχίσουμε ὅμως, σύν Θεῷ, στό ἑπόμενο κήρυγμα. ΑΜΗΝ! 

Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2026

 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 36
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ
13-09-2026

Συνεχίζουμε τήν ἀναφορά μας, ἀδελφοί μου, στά ἱερατικά ἄμφια.
ΤΑ ΑΜΦΙΑ ΤΟΥ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ. Τό στιχάριο ἤ στοιχάριο
εἶναι κοινό ἄμφιο καί στούς τρεῖς βαθμούς τῆς ἱερωσύνης καί
συνδέεται μέ τόν «ποδήρη χιτῶνα» τοῦ ἱερέα Ἀαρών τῆς Παλαιᾶς
Διαθήκης (Ἐξόδ. 28,4). Ὁ Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως γράφει:
«Ἡ στολή τοῦ ἱερέως ὑπάρχει κατά τόν ποδήρη Ἀαρών, τοὐτέστιν
ἱμάτιον, ὅ ἐστίν ἱερατικόν ἔνδυμα, τό μέχρι τῶν ποδῶν τό
τιμιώτατον». Ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης γράφει: «Ὁ ἱερεύς εὐλογεῖ
καθώς καί ὁ Ἀρχιερεύς ἕκαστον τῶν ἱερῶν ἐνδυμάτων καί τά
ἀσπάζεται καί οὕτω τά φορεῖ, δεικνύων ὅτι εἶναι ἡγιασμένα καί ὅτι
μέ τόν σταυρόν τοῦ Χριστοῦ ἁγιάζονται, καί εἶναι πάλι μεταδοτικά
ἁγιασμοῦ, ὅταν φορῶνται. Φορεῖ δέ πέντε ἐνδύματα, ἐπειδή εἶναι
τέλειος καί αὐτός, καί ἔχει τελειοποιόν χάριν· διότι πέντε εἶναι αἱ
δυνάμεις τῆς ψυχῆς, τάς ὁποίας ἁγιάζει ὁ ἱερεύς βαπτίζων καί
ἁγιάζων τόν ἄνθρωπον! Ἐκεῖνα δέ, τά ὁποῖα ἐνδύεται, εἶναι
στιχάριον, ἐπιτραχήλιον, ζώνη, ἐπιμανίκια καί φελόνιον». Ὁ
λειτουργός ἱερεύς ἀγάλλεται, γιατί ὁ Κύριος τόν ἐνδύει, μέ «ἱμάτιον
σωτηρίου καί χιτῶνα εὐφροσύνης», καί εὐχαριστεῖ τόν Νυμφίο τῆς
Ἐκκλησίας, ὁ Ὁποῖος εἶναι ὁ «ὡραῖος κάλλει παρά τούς υἱούς τῶν
ἀνθρώπων», γιατί τόν στολίζει μέ τήν δική Του ὡραιότητα: «ὡς
νύμφην κατεκόσμησε με κόσμῳ». Καί ὁ κόσμος, τό στολίδι τῆς
νύμφης ψυχῆς, εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Νυμφίος «Χριστός, τό ἐξ οὐρανοῦ...
ἄμφιον, ὁ τῆς ἀφθαρσίας χιτών» (Ψαλμ. 44,3), συμπληρώνει ὁ
Συμεών. Ὡς πρός τήν ἐτυμολογία τῆς λέξεως ὁ ἅγιος Σωφρόνιος
Ἱεροσολύμων παράγει τήν λέξη ἀπό τό «ἕστηκε», γιατί ἡ χάρις τοῦ
Θεοῦ ἕστηκεν ἐν αὐτῷ». Ἄλλοι ἀπό τό «στίχος» γιατί ἀποτελεῖ μιά
συνεχῆ «ἀπό ἄνω ἕως κάτω γραμμῆς», ἄλλοι, τέλος, τό παράγουν
ἀπό τό ρῆμα στοιχῶ (=βαδίζω, περιπατῶ), ἐπειδή τό ἔνδυμα εἶναι
στενό καί μακρύ καί ἀναγκάζει αὐτόν πού τό φορεῖ νά «περιπατεῖ»,
«νά στοιχῇ κανονικῶς καί συνετῶς» (π. Κων. Καλλίνικος). Τό
στιχάριο ἔχει πολλούς συμβολισμούς. Σέ λευκό χρῶμα συμβολίζει
τήν ἁγνότητα καί πνευματική χαρά καί τό ἀγγελικό κάλλος τῆς
ἱερατικῆς διακονίας. Στό βιβλίο τῆς «Ἀποκάλυψης» διαβάζουμε:
«Μετά ταῦτα εἶδον ... περιβεβλημένους στολάς λευκάς» (Ἀποκ. 7,9).
Ἐπίσης, συμβολίζει τόν φωτεινόμορφο χιτῶνα τοῦ Βαπτίσματος, τήν
χάρη, πού εἶναι κοινή γιά ὅλους τούς πιστούς. Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος
δέχεται ὅτι τό στιχάριο εἶναι «τύπος» «τῆς σαρκός τοῦ Χριστοῦ, ὡς
λευκόν, καθώς καί ἡ ἀνθρωπίνη σάρξ». Ὁ Γερμανός
Κωνσταντινουπόλεως γράφει: «τό στιχάριον λευκό ὄν, τῆς θεότητος
τήν αἴγλην ἐμφαίνει καί τοῦ ἱερέως τήν λαμπράν πολιτείαν. Τά
λωρία (γαλόνια, συρίτια) τοῦ στιχαρίου εἰσί τά ἐν τῇ χειρί
ἐμφαίνοντα τόν δεσμόν τοῦ Χριστοῦ· «δήσαντες γάρ αὐτόν
ἀπήγαγον καί παρέδωκαν αὐτόν Ποντίῳ Πιλάτῳ τῷ ἡγεμόνι»
(Ματθ. 27,2). Κατά τόν Συμεών Θεσσαλονίκης τό στιχάριον
συμβολίζει: α) Τήν φωτεινή στολή τῶν Ἀγγέλων (Μάρκ. 16,5).
β) Τό «καθαρόν» καί «ἀμόλυντον» τῆς ἱερατικῆς τάξεως.
γ) Τήν θείαν ἔλλαμψη. «Ἀγαλλιάσεται ἡ ψυχή μου ἐπί τῷ Κυρίῳ,
ἐνέδυσε γάρ με ἱμάτιον σωτηρίου» (Ψαλμ. 34, 9). «Τό στιχάριον ἄν
εἶναι λευκόν, σημαίνει τό φῶς τό καθαρόν τοῦ Θεοῦ, καί ὅτι ὁ Θεός
ἔκτισε καί προσέλαβεν εἰς τόν ἑαυτόν Του τήν φύσιν μας
«καθαράν». Ὁ παραπάνω συμβολισμός τοῦ λευκοῦ χρώματος ἰσχύει
καί γιά ὅλα τά μέρη τῶν ἱερατικῶν ἀμφίων. Γιά τό κόκκινο χρῶμα ὁ
Γερμανός ὑπενθυμίζει: α) τούς προφητικούς λόγους «ὁ ποιῶν τούς
ἀγγέλους αὐτοῦ πνεύματα καί τούς λειτουργούς αὐτοῦ πυρός
φλόγα» (Ψαλμ. 103,4) καί πάλι: «Διά τί σου ἐρυθρά τά ἱμάτια, καί τά
ἐνδύματά σου, ὡς ἀπό πατητοῦ ληνοῦ;» (Ἠσ. 63,2). β) συμβολίζουν
τή βαμμένη μέ αἷμα στολή τοῦ Χριστοῦ στό Σταυρό: «ἐμφαίνοντος
τήν βαφεῖσαν τοῦ Χριστοῦ στολήν τῆς σαρκός ἐν αἵμασι ἐν τῷ
ἀχράντῳ αὐτοῦ σταυρῷ», γ) τήν κόκκινην χλαμύδα. «Πάλιν δέ ὅτι
καί κοκκίνην χλαμύδα ἐφόρεσεν ἐν τῷ πάθει ὁ Χριστός»
(Ματθ. 27,28). Ἐπίσης, τό κόκκινο χρῶμα στά ἱερατικά ἄμφια
συμβολίζει καί τό αἷμα τῶν Μαρτύρων. Ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης
γράφει: «Πολλάκις δέ καί πορφυρᾶ (ἡ στολή) εἰς τόν καιρόν τῶν
νηστειῶν, τόσον διά τήν ἰδικήν μας λύπην, τήν ὁποίαν ἡμαρτήσαμεν,
ὅσον καί δι’ Ἐκεῖνον, ὁ Ὁποῖος ἐσφάγη δι’ ἡμᾶς, καί τοῦτο διά νά
μιμηθῶμεν Αὐτόν, ἐρχόμενοι εἰς ἐνθύμησιν τοῦ Πάθους Του, τό
ὁποῖον καί μέλλομεν νά ἑορτάσωμεν».
ΤΟ ΕΠΙΤΡΑΧΗΛΙΟ ἤ περιτραχύλιο ἤ πετραχήλι. Αὐτό εἶναι
τό διακριτικό ἄμφιο τοῦ δευτέρου βαθμοῦ τῆς ἱερωσύνης. Ὁ ἱερέας
εἶναι ὁ σύνδεσμος ἀνάμεσα στό Θεό καί στόν πιστό ἄνθρωπο.
Γίνεται ὁ ἀγωγός τῆς Θείας Χάριτος. Διά τοῦ ἱερέως οἱ πιστοί
ἁγιάζονται, καθότι ὁ ἱερεύς ἱερουργεῖ, ὡς ἀπεσταλμένος τοῦ
Χριστοῦ. Ὁ ἱερεύς, μαζί μέ τόν Χριστό ἱερουργεῖ τό μυστήριο τοῦ
Χριστοῦ. «Τά Αὐτοῦ πράττει μετ’ Αὐτοῦ». Τό ἐπιτραχήλιο
ἀποκαλύπτει «ὅτι ὁ ἱερεύς βρίσκεται κάτω ἀπό τήν κεφαλήν, τόν
Χριστό, καί ὅτι ὀφείλει νά ἐπιτελῇ τάς τελετάς ἔχοντας ὑπεράνω του
Ἐκεῖνον ὡς τελετάρχη. Ὀφείλει νά ἐργάζεται τά ἔργα τοῦ Χριστοῦ,
μαζί μέ τόν Χριστό κάι χωρίς Αὐτόν νά μή πράττῃ τίποτε»,
σημειώνει ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης καί συνεχίζει: «Διά τοῦτο χρεία
εἶναι τῶν ἱερῶν Ἀμφίων καί χωρίς ἐπιτραχήλιον δέν πρέπει ὁ ἱερεύς
νά διενεργῇ τίποτε, διότι καί τά ἱερά Ἄμφια χάριν ἔχουσι θείαν καί
ἕκαστον ἔχει σημασίαν πνευματικήν ἰδίαν καί δι’ εὐλογίας
ἀρχιερατικῆς ἕκαστον δίδοται». Ὁ Συμεών θεωρεῖ τήν χρήση τοῦ
ἐπιτραχηλίου ἀπαραίτητη καί ἀναγκαία καί παραγγέλει: «χωρίς
ὅμως Ἐπιτραχήλιον δέν πρέπει οὐδεμίαν τελετήν νά τελέσῃ· καί ἐάν
τύχῃ ἀνάγκη τις καί εἶναι βία νά γίνῃ τελετή ἤ εὐχή ἤ Βάπτισμα, ἤ
ἄλλο τι ἐκ τῶν ἱερῶν καί δέν εὑρεθῆ Ἐπιτραχήλιον, διά νά μή λείψῃ
τό ἔργον, ἄς εὐλογήσῃ ὁ ἱερεύς ἤ ζώνην ἤ τι μέρος σχοινίου ἤ
ὑφάσματος καί ὡς Ἐπιτραχήλιον ἄς τό περιβάλῃ καί ἄς ἐνεργῇ τήν
τελετήν». Ὁ ἱερέας φορῶντας τό Ἐπιτραχήλιό του, λέγει: «Εὐλογητός
ὁ Θεός ὁ ἐκχέων τήν χάριν αὐτοῦ ἐπί τούς ἱερεῖς αὐτοῦ ὡς μύρον ἐπί
κεφαλῆς, τό καταβαῖνον ἐπί πώγωνα, τόν πώγωνα τοῦ Ἀαρών, τό
καταβαίνον ἐπί τήν ᾤαν τοῦ ἐνδύματος αὐτοῦ» (Ψαλμ. 132,2). Τό
Ἐπιτραχήλιο σημαίνει τήν Θεία Χάρη, πού κατέρχεται στούς ἱερεῖς,
ὅπως παλιά εἴχαμε τήν χρίση μέ μύρο στόν Ἀαρών. Ἡ Θεία Χάρη
κατέρχεται, ὡς μύρο ἀπό τήν κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας – τό Χριστό –
στόν πώγωνα, πού εἶναι ὁ ἱερέας, καί προχωρεῖ ὡς τήν ἄκρη τοῦ
ἐνδύματος (ᾤα = οὔγια) πού εἶναι οἱ πιστοί. Οἱ κρωσσοί – κρόσσια,
στό κάτω μέρος τοῦ Ἐπιτραχηλίου, συμβολίζουν τίς ψυχές τῶν
πιστῶν τοῦ ποιμνίου τοῦ ἱερέως, γιά τίς ὁποῖες ἔχει εὐθύνη καί θά
λογοδοτήσει τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως.
Θά συνεχίσουμε ὅμως, σύν Θεῷ, στό ἑπόμενο κήρυγμα. ΑΜΗΝ!

Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2026

 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 35
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ
06-09-2026

Μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀδελφοί μου, εἰσερχόμεθα σέ νέα ἑνότητα.
ΤΑ ΑΜΦΙΑ ΤΩΝ ΚΛΗΡΙΚΩΝ. «Ἐπειδή καί τά ἱερά ἄμφια χάριν
ἔχουσιν θείαν· ὅτι καί σημασίαν πνευματικήν ἕκαστον τούτων ἔχει τινά,
καί δι’ εὐλογίας ἀρχιερατικῆς ἕκαστον τούτων δίδοται», σημειώνει
ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης (PG 155,868). Ὁ λειτουργός ἐνδύεται τήν στολή
του, γιά νά ἀποβάλλει «τόν παλαιόν ἄνθρωπον τόν φθειρόμενον κατά
τάς ἐπιθυμίας τῆς ἀπάτης» καί «νά ἐνδυθῇ τόν καινόν ἄνθρωπον, τόν
κατά Θεόν κτισθέντα, ἐν δικαιοσύνῃ καί ὁσιότητι τῆς ἀληθείας»
(Ἐφεσ. 4,24). «Ἡ θεολογική ἔννοια τοῦ ἀμφίου εἶναι ὅτι ὁ λειτουργός δέν
τελεῖ ἀφ’ ἑαυτοῦ τά μυστήρια, ἀλλά δυνάμει Χριστοῦ καί τῆς ἱερωσύνης
τῆς Ἐκκλησίας, τήν ὁποίαν κατέχει διά τῆς χειροτονίας ἐν Πνεύματι
ἁγίῳ, ἐνδεδυμένος τήν τῆς ἱερατείας Χάριν», σημειώνει ὁ καθηγητής
Ἰωάν. Φουντούλης (Λειτουργ. Α΄). Ὁ ἱερεύς, κάθε φορά πού ἐνδύεται τά
ἱερά ἄμφιά του, τά εὐλογεῖ σταυροειδῶς, τά ἀσπάζεται καί τά φορεῖ. Οἱ
πράξεις αὐτές πιστοποιοῦν ὅτι τά ἱερά ἄμφια «ἡγιασμένα εἰσί καί ἐν τῷ
σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ ἁγιάζεται καί ἁγιασμοῦ μεταδοτικά εἰσι» (Συμεών
Θεσσαλονίκης). «Ὁ ἱερεύς, φορῶντας τήν ἱερατική του στολή, μᾶς
ὑπενθυμίζει πώς, ἐνῶ εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου, δέν ἀνήκει μόνο στόν
κόσμο αὐτό. Στέκεται ἀνάμεσα στόν ἄνθρωπο καί τόν Θεό, γέφυρα ἀπό
τήν ὁποία ἀνέρχονται οἱ προσφορές μας στόν Ὕψιστο καί κατέρχονται οἱ
δωρεές τοῦ Θεοῦ» (Γρηγόριος Ἱερομ., ἡ Θ. Λειτουργία).
Στήν Παλαιά Διαθήκη ὁ προφήτης Ἰεζεκιήλ ἐξυμνεῖ τήν ἁγιότητα
τῶν ἱερατικῶν στολῶν (42,14). Στό βιβλίο τῆς Ἐξόδου (28,2-3) διαβάζουμε
«Καί ποιήσεις στολήν ἁγίαν Ἀαρών τῶν ἀδελφῶν σου εἰς τιμήν καί δόξαν
... καί ποιήσουσι τήν στολήν τήν ἁγίαν Ἀαρών εἰς τό ἅγιον ἐν ᾗ ἱερατεύσει
μοι». Μάλιστα αὐτά τά λόγια τά ἀναφωνεῖ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος πρός τόν
Μωϋσῆ.
Στήν Καινή Διαθήκη, στήν Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου, τά ἐνδύματά
Του ἔγιναν «λευκά ὡς τό φῶς» (Ματθ. 17,2). Τό «ἱμάτιόν» Του ἀγγίζει μέ
πίστη ἡ αἱμορροοῦσα γυναῖκα καί, ὡς ἄλλος «μυστικός ἀγωγός τῆς
δυνάμεως Κυρίου», τήν καθαρίζει (Ματθ. 9,21). Ὁ χιτῶνας τοῦ Κυρίου
«ὑφαντός ἄνωθεν» (Ἰω. 19,23) εἶναι σύμβολο καί εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας
μας. Ὁ Ἐπίσκοπος Εὐσέβιος προσφωνῶντας τούς Ἐπισκόπους τῆς
Ἐπαρχίας του τῆς Τύρου, λέγει: «Ὦ φίλοι Θεοῦ καί ἱερεῖς, οἱ τόν ἅγιον
ποδήρη καί τόν οὐράνιον τῆς δόξης στέφανον καί τήν ἱερατικήν τοῦ
Ἁγίου Πνεύματος στολήν περιβεβλημένοι» (Ἐκκλ. Ἱστορ. 10,4). Ἀρχαῖες
μαρτυρίες γιά τήν χρήση τῶν ἱερῶν ἀμφίων ἔχομε: 1) Ἀπό τό Η΄(8ο ) βιβλίο
τῶν Ἀποστολικῶν Διαταγῶν. Σύμφωνα μέ αὐτό, ὁ Ἐπίσκοπος,
προκειμένου νά ἱερουργήσει, ἀλλάσει ἔνδυμα. «Μετεκδύεται ἔνδυμα
λαμπρόν». 2) Ἀπό τόν ἅγιο Ἱερώνυμο (345-420), ὁ ὁποῖος μαρτυρεῖ ὅτι οἱ
ἱερεῖς ἐνεδύοντο εἰδικά λειτουργικά ἄμφια, διαφορετικά ἀπό ἐκεῖνα, πού
ἔφεραν ἔξω τοῦ Ναοῦ (Migne PL. 25.437). Ἀπό τον ἅγιο Θεοδώρητο
(395-460), ὁ ὁποῖος ἀναφέρει ὅτι ὁ Μ. Κωνσταντῖνος ἀπέστειλε τό 330
πολύτιμο ἔνδυμα (ἱερά στολή) στόν Πατριάρχη Ἱεροσολύμων Μακάριο
(314-333), δεῖγμα σεβασμοῦ καί τιμῆς πρός τήν Ἐκκλησία τῶν
Ἱεροσολύμων. 4) Ἀπό τόν ἅγιο Ἰσίδωρο τόν Πηλουσιώτη (360-440) πού ὄχι
μόνο μνημονεύει τά ἱερατικά ἄμφια, ἀλλά καί καθορίζει τόν συμβολισμό
τους. Σέ διάφορες Συνόδους ἀναφέρονται τά ἱερά ἄμφια, ὅπως π.χ. ἡ
ἐν Γάγγρα τό 343 καί ἡ ἐν Λαοδικεῖα τό 364 μ. Χ. (Κων. Κούρκουλα - Τά
ἱερά ἄμφια).
ΤΑ ΑΜΦΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΚΟΝΟΥ. Αὐτά εἶναι τρία γιά τό ἱερό τοῦ
ἀριθμοῦ: Τό στιχάριο, τό ὀράριο καί τά ἐπιμανίκια. Ὁ Διάκονος
λειτουργικῶς ἐπέχει «ὑπηρέτου τάξιν» (PG. 155.709) δηλαδή στόν
Ἐπίσκοπο καί τόν Πρεσβύτερο. Δέν μπορεῖ νά τελέσει καμμία λειτουργία
ἀπό μόνος του.
Τό στιχάριο εἶναι τό πρωταρχικό ἄμφιο τοῦ Διακόνου καί κοινό
ἄμφιο ὅλων τῶν ἱερατικῶν βαθμῶν. Πρόκειται γιά ποδήρη (μέχρι τά
πόδια) χιτῶνα μέ ρίζες στήν Παλαιά Διαθήκη: «ἐνδύσεις (τόν ἱερέα)
Ἀαρών τόν ἀδελφόν σου χιτῶνα τόν ποδήρη» (Ἐξόδ. 29,5) καί στήν
Ἀποκάλυψη «ἐνδεδυμένον ποδήρη (ἔνδυμα) (1,13). Κατά τόν ἅγιο Συμεών
Θεσσαλονίκης τό στιχάριο ἐξηγεῖται ὡς «ἔνδυμα ἀφθαρσίας καί
ἁγιωσύνης».
Τό ὀράριο ἤ ὡράριο εἶναι διακριτικό ἄμφιο τοῦ Διακόνου.
Πρόκειται γιά μακριά λωρίδα ὑφάσματος, τήν ὁποία φορᾶ στόν ἀριστερό
του ὦμο κατά τέτοιο τρόπο, ὥστε τό ἕνα ἄκρο νά κρέμεται μπροστά μέχρι
κάτω καί τό ἄλλο νά κρέμεται πρός τά πίσω. Τό ἄμφιο αὐτό προέρχεται
κατά μία ἄποψη ἀπό τό ος-οrίς (= στόμα) καί χρησίμευε ὡς μάκτρο γιά
τήν, μετά τή Θεία Λειτουργία, Κοινωνία. Ὁ Καθηγητής Ἰω. Φουντούλης
σημειώνει ὅτι προέρχεται ἀπό τό oraze ἤ orare = προχεύχεσθαι. Ἕνα ἀπό
τά καθήκοντα τοῦ Διακόνου εἶναι νά στέκεται σέ στάση προσευχῆς
λέγοντας τά Διακονικά ἤ τά Πληρωτικά στίς ἀκολουθίες. Δέν
ἀποκλείεται, ἐπίσης, τό ὀράριο ὡς λέξη νά σχετίζεται μέ τό ρῆμα «ὁράω -
ὁρῶ» (=βλέπω, ἐπιτηρῶ) ἤ τήν λέξη «ὥρα» (=μέριμνα, φροντίδα). Ὁ Ἅγιος
Συμεών Ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης, τελευταῖος ἀπό τήν μακρά σειρά τῶν
βυζαντινῶν ὑπομνηματιστῶν τῆς Θείας Λατρείας (+1429), ὁ ὁποῖος
γνωρίζει τήν ποικίλη παράδοση τῶν συμβολισμῶν, θεωρεῖ ὅτι τό ὀράριο
προέρχεται ἀπό τό «ὡραΐζειν», γιατί, κατά κάποιο τρόπο, στολίζει καί
καλλωπίζει (εὐτρεπίζει) τό ἄμφιο αὐτό τοῦ Διακόνου. «Ὡράριον δέ
καλεῖται, διά τό ὡραΐζειν αὐτόν τῇ χάριτι καί τῆς δόξης Θεοῦ τῷ κάλλει
περικοσμεῖν». Καί συνεχίζει ὁ Συμεών: «Ὁ δέ Ἀρχιερεύς βάλλει αὐτό
(τό ὀράριο) τριγύρω εἰς τόν ἀριστερόν ὦμον τοῦ διακόνου, διότι εἶναι
αὐτός ὁ διάκονος τῆς σμικροτέρας καί ταπεινῆς τάξεως καί ὑπηρέτης τοῦ
ἑνός ἔργου καί μόνου, τοῦ διακρίνειν δηλαδή καί λειτουργεῖν. Ὅταν δέ
τελεσθῇ Πρεσβύτερος, τότε καί ἀπό τοῦ δεξιοῦ ὤμου θέλει τό λάβῃ,
καθόσον ἀξιώνεται τότε μείζονος ἀξίας, καί τό νά διακονῇ καί τό νά
ἐνεργῇ τάς τελετάς». Ὁ ἱερός Χρυσόστομος παραβάλλει τό ὀράριο μέ τίς
πτέρυγες τῶν ἀγγέλων, γιατί οἱ διάκονοι «ὑπηρετοῦν τῷ Βασιλεῖ τῶν
ὅλων Θεῷ ἐν τῇ τελέσει τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ὡς ἄγγελοι Κυρίου
διακονοῦντες αὐτῷ». Γι’ αὐτό, ὅταν ἐνδύονται τό ὀράριο, λένε τό τρισάγιο
ἀγγελικό ἆσμα: «Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ὁ οὐρανός
καί ἡ γῆ τῆς δόξης σου». Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος Ἱεροσολύμων γράφει ἐπίσης
ὅτι τό ὀράριο συμβολίζει τίς δύο Διαθῆκες, τήν Παλαιά καί τήν Νέαν.
«Καταχέεται αὐτό ἕως τῶν ποδῶν καί ἐπίκειται τῷ ἀριστερῷ ὤμῳ, μηνύον
τάς δύο Διαθήκας, τήν μέν Νέαν ἔμπροσθεν, τήν δέ Παλαιάν ὄπισθεν»
(Migne 87,γ,3987). Ὁ ἅγιος Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης λέγει ὅτι ἡ διακονία
πρέπει νά εἶναι στολισμένη μέ τήν Δεσποτική ταπείνωση, γιατί τό ὀράριο
«τήν τοῦ Κυρίου ἀναμιμνήσκει ταπείνωσιν, νίψαντος τούς πόδας τῶν
μαθητῶν» (Migne 78.272). Ὁ διάκονος, ἐπειδή δέν ἔχει ζώνη, χρησιμοποιεῖ
τό ὀράριο, τό ὁποῖο πρίν ἀπό τήν Θείαν Μετάληψη φέρει ὡς εἶδος ζώνης.
Ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης γράφει: «Διά μέσου αὐτοῦ τοῦ ὡραρίου τά
Χερουβίμ ἐκμιμοῦνται, τά ὁποῖα καλύπτονται καί περιστέλλονται τάς
ὄψεις. Καί αὐτός περιζωννύμενος μέ τό ὀράριον, τρόπον τινά,
συστέλλεται καί φοβεῖται, ἐν ᾧ μέλλει νά μεταλάβῃ».
Θά συνεχίσουμε ὅμως, σύν Θεῷ, στό ἑπόμενο κήρυγμα. ΑΜΗΝ!   Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Σάββατο 29 Αυγούστου 2026

 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 34
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ
30-08-2026

«Τά πρῶτα τῆς Ἁγιογραφίας ψελλίσματα συναντῶμεν, ἀδελφοί μου,
εἰς τάς κατακόμβας, διά νά ἀποδειχθῆ ποίαν ἐκτίμησιν θά ἀπέδιδεν
εἰς τήν εἰκόνα ὁ χριστιανισμός, ἀφοῦ, καί εἰς τούς διωγμούς του ἀκόμη,
εὗρε τρόπον νά τήν φυτεύση καί νά τήν καλλιεργήση» γράφει
ὁ π. Κωνστ. Καλλίνικος. Στήν ἱστορία τῆς χριστιανικῆς τέχνης ἔγινε
εὐρύτατη χρήση τῶν χριστιανικῶν συμβόλων, τά ὁποῖα σεμνοπρεπῶς
παρουσιάσαμε στίς προηγούμενες ἀναφορές μας. Ἀπομένουν ὀλίγα
ἀκόμη γιά τήν ὁλοκλήρωση τῆς ὅλης ἑνότητός μας. Αὐτά εἶναι τά
ἀκόλουθα:
Ο ΑΕΤΟΣ. Στήν Ἁγία Γραφή γίνεται λόγος γιά τόν ἀετό. Εἶναι ὁ
βασιλιᾶς τῶν πτηνῶν καί στήν Παλαιά Διαθήκη γίνεται λόγος γιά τό
μεγάλο ὕψος καί τήν ἰσχυρή πτώση του (Ἰώβ 39,27), τήν ὁρμητική φορά
του (Δευτερ. 28,49), τήν ταχύτητα καί ἐλαφρότητά του (Β΄Βασιλ. 1,23), τήν
λαιμαργία του (Ἀββακ. 1,8), τήν στοργή πρός τά τέκνα του (Ἐξόδ. 19,4),
καί τήν ἀνανέωση τῶν πτερῶν του (Ψαλμ. 102,5 καί Ἠσ. 40,31). Ὁ ἱερός
ψαλμῳδός μέλπει στόν ψαλμό του: «Ὕμνει τόν Κύριο, ὁ ὁποῖος χορταίνει,
μέ ὅλα τά καλά, τίς ἀγαθές ἐπιθυμίες τῆς ψυχῆς σου, ὥστε ἡ νεανική σου
ἡλικία νά ἀνανεώνεται πάντοτε, ὅπως τοῦ μακροβίου ἀετοῦ» (Ψαλμ.
102,5). Στήν Καινή Διαθήκη γίνεται λόγος γιά τόν ἀετό ἀπό τόν Κύριο
στήν διδασκαλία Του περί τῶν σημείων, τά ὁποῖα θά προηγηθοῦν τῆς
Δευτέρας Παρουσίας (Ματθ. 24,28 καί Λουκ. 17,37) καί στήν Ἀποκάλυψη,
ὅπου ὁ Κύριος ἀποκαλεῖται «ὁ ἀετός ὁ μέγας» (Ἀποκ. 12,14). Ἀετός
ὀνομάζεται καί ἡ παράσταση μέ πόλη, τρεῖς ποταμούς νά διασχίζουν τήν
πόλη καί ἀετός νά πετᾶ ἐπάνω της. Πάνω στήν παράσταση αὐτή πατοῦσε
κατά τήν χειροτονία του ὁ Ἐπίσκοπος. Σύμφωνα μέ τόν Συμεών
Θεσσαλονίκης ἡ πόλη σήμαινε τήν ἐπισκοπή, οἱ ποταμοί τήν κατάρτιση
τοῦ χειροτονούμενου Ἐπισκόπου καί ὁ ἀετός τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος (PG 155.408). Ὑπάρχει παράσταση ἀετοῦ νά βουτᾶ γιά νά
πιάσει ψάρια στή θάλασσα. Εἶναι σύμβολο τοῦ Χριστοῦ, σώζοντος τίς
ψυχές ἀπό τήν θάλασσα τῆς ἁμαρτίας. Ἐπειδή ὑπῆρχε ἡ πίστη ὅτι ὁ ἀετός
ἀνανεώνει τό πτέρωμά του πετῶντας πρός τό ἥλιο καί μετά βουτῶντας
στήν θάλασσα, γιά τόν λόγο αὐτό συμβόλιζε τήν ἀνάσταση καί
τήν νέα ζωή στό βάπτισμα. Χρησιμοποιεῖται στά ἀναλόγια, ἐπειδή
ἀντιπροσωπεύει τήν ἔμπνευση τῶν Εὐαγγελίων. Τό πιάσιμο τοῦ φιδιοῦ
στά νύχια του, εἶναι ἡ νίκη πάνω στήν ἁμαρτία. Ὁ ἀετός εἶναι ἕνα ἀπό τά
τέσσερα σημεῖα τῆς Ἀποκαλύψεως (Ἀποκ. 12,14). Σάν δικέφαλος ἀετός,
συμβολίζει τήν διπλή ἰδιότητα τοῦ Αὐτοκράτορα, δηλαδή τῆς κοσμικῆς
καί τῆς ἱερατικῆς ἐξουσίας. Αὐτό σημαίνει: Ὑπερασπιστής, ὑπέρμαχος
καί προστάτης τῶν δύο αὐτῶν ἐξουσιῶν. Γενικά ὁ ἀετός εἶναι σύμβολο
τῆς ψυχῆς, πού, ἐλεύθερη ἀπό τά πάθη, φέρεται πρός τόν Θεό. Ἐποπτεύει
τά γήινα πράγματα, χωρίς νά ἐπηρεάζεται ἀπ’ αὐτά.
Ο ΑΛΕΚΤΩΡ (Ο ΠΕΤΕΙΝΟΣ). Στόν χριστιανισμό ὁ πετεινός εἶναι
σύμβολο τῆς ἐγρήγορσης, τῆς ἐπαγρύπνησης καί τῆς ἑτοιμότητας, πού
πρέπει νά διακρίνει τόν χριστιανό ἄνθρωπο, στόν πνευματικό του ἀγῶνα.
Ἐπειδή μοιράζεται τήν τροφή του μέ τίς κότες συμβολίζει τίς «ψυχές τῶν
δικαίων πού περιμένουν τήν αὐγή». Ἡ παράσταση δύο πετεινῶν πού
κοκορομαχοῦν, εἰκονίζει τήν σύγκρουση, τήν πάλη τοῦ καλοῦ κατά τοῦ
κακοῦ, τῆς ἀρετῆς κατά τῆς κακίας καί τῶν σαρκικῶν ἐπιθυμιῶν.
Ὁ πετεινός ἐνσαρκώνει τήν ἐξέγερση ἀπό τήν νύκτα τῆς ἁμαρτίας
(Λουκ. 22, 60-61), καί ὑπενθυμίζει τήν τρίτη ἄρνηση τοῦ Πέτρου
(Ματθ. 26,35). Εἶναι ἐπίσης σύμβολο κήρυκα, πού ἀγρυπνεῖ στό σκοτάδι
τῆς ἁμαρτίας «ἀλεκτοροφωνῶν».
Η ΠΕΡΙΣΤΕΡΑ (ΤΟ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ). Μέ τήν ἰδιότητα τοῦ ἀγγελιοφόρου
τῆς εἰρήνης τοῦ Θεοῦ τό βρίσκουμε στήν Παλαιά Διαθήκη μετά τόν
κατακλυσμό (Γεν. 8,8). Εἶναι, ὅμως, καί σύμβολο σωτηρίας καί προτύπωση
τοῦ μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος. Ὁ Τερτυλλιανός γράφει: «Ἡ περιστερά
πού στάλθηκε ἀπό τήν κιβωτό καί ἐπέστρεψε μέ ἕνα κλαδί ἐλιᾶς,
ἀνήγγειλε τήν εἰρήνη στή γῆ» (Γεν. 8,11). Ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος γράφει:
«Ἡ περιστερά τοῦ κατακλυσμοῦ ἐμφανίζεται σάν νά παριστάνει τήν
ἄφιξη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Ἡ ἀκεραιότητα τοῦ περιστεριοῦ καί
ἡ ἀκακία του, ἐπισημαίνεται καί στήν Καινή Διαθήκη. «Γίνεσθε οὖν
φρόνιμοι ὡς οἱ ὄφεις καί ἀκέραιοι ὡς αἱ περιστεραί» (Ματθ. 10,16).
Περιστέρι φέρον δάφνη ἤ στεφάνι συμβολίζει τήν δικαιωθεῖσα ψυχή. Ἕνα
ἤ περισσότερα περιστέρια πίνοντα νερό ἀπό φιάλη ἤ πηγή συμβολίζουν
τόν δροσισμό τῆς ψυχῆς ἤ τήν συμμετοχή τῶν πιστῶν στήν Θεία
Κοινωνία. Στήν Καινή Διαθήκη φανερώνει τό Ἅγιο Πνεῦμα, τό ὁποῖο ὁ
Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, «ὡσεί περιστεράν» εἶδε νά κατέρχεται καί νά μένει
ἐπί τόν Ἰησοῦν (Ματθ. 5,16). Τό περιστέρι εἶναι σύμβολο τῆς ἁγνότητας
καί τῆς καθαρότητας τῶν πιστῶν. Ἕνα λευκό περιστέρι εἶναι μιά ψυχή
πού ἔχει σωθεῖ, σέ ἀντίθεση μέ τόν μαῦρο κόρακα τῆς ἁμαρτίας. Δύο
περιστέρια μαζί συμβολίζουν τήν συζυγική πίστη καί ἀγάπη. Καί ὁ
Ἰωσήφ ἡ μνήστωρ καί ἡ Παρθένος Μαρία, ὅταν εἰσήγαγαν τό Βρέφος
Ἰησοῦ νά τό προσφέρουν στό Ναό, προσέφεραν καί δύο ζεύγη νεοσσῶν
περιστερῶν σύμβολα τῆς καθαρότητας καί τῆς ἁγνότητας (Λουκ. 2,24).
Τέλος, ὁ ἱερός Χρυσόστομος γράφει: «Ὅπου καταλλαγή Θεοῦ,
περιστερά... σύμβολον τῆς του Θεοῦ φιλανθρωπίας».
Ο ΤΑΩΣ (ΤΟ ΠΑΓΩΝΙ). Οἱ χριστιανοί παρέλαβαν τό παγώνι ἀπό
τούς ἀρχαίους Ἕλληνες καί τοῦ ἔδωσαν διάφορες συμβολικές σημασίες.
Κυρίως, ὅμως, ὑπῆρξε προσφιλές θέμα στήν χριστιανική τέχνη. Ἔτσι, τό
παγώνι εἶναι σύμβολο: 1) τῆς ἀθανασίας τῶν ψυχῶν, γι’αὐτό καί συχνά
χρησιμοποιεῖται σέ τάφους. Ἐπίσης, ὅταν ἔχει ἀνοικτό τό μεγαλοπρεπές
φτέρωμά του, συμβολίζει τήν ἀθανασία τῶν σωμάτων. 2) Τῆς
ἀναστάσεως, γιατί κατά τήν ἄνοιξη ἀνανεώνει τό πτέρωμά του. 3) Τῆς
Θείας Χάριτος πού κατέρχεται ἀπό τόν οὐρανό στόν βαπτιζόμενο καί τήν
ἀναγέννηση ἀπό τό Βάπτισμα. 4) Τῆς ἀφθαρσίας τοῦ σώματος, γι’αὐτό
εἰκονίζεται σέ θωράκιο τέμπλων, ἐπιστήλιο καί ὑπέρθυρα. 5) Ὅταν
εἰκονίζεται μέ ἀστέρια συμβολίζει τόν ἔναστρο οὐρανό καί τήν ψυχή τοῦ
δικαίου στόν οὐρανόν. 6) Ὅταν βρίσκεται πάνω σέ γήινη σφαῖρα
συμβολίζει τόν οὐρανό καί τήν γῆ καί τήν σύνθεση τοῦ ἀνθρώπου (ψυχή
καί ὕλη). 7) Καί τέλος, ὅταν ἐμφανίζεται νά πίνει νερό ἀπό φιάλη, τότε
συμβολίζει τόν πιστό πού κοινωνεῖ τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων.
Ο ΦΟΙΝΙΞ (ΜΥΘΟΛΟΓΟΥΜΕΝΟ ΠΤΗΝΟ). Ἀντιπροσωπεύει τήν
τρυφερότητα, τήν εὐγένεια καί τήν μοναδικότητα. Στόν χριστιανισμό, γιά
τόν μυθολογούμενο Φοίνικα ἔχουν γράψει οἱ Ἀποστολικές Διαταγές, τό
βιβλίο τῶν Ἀποστολικῶν χρόνων. «Γιατί ἰσχυρίζονται, πώς ὑπάρχει
κάποιο ἄγριο πτηνό, σύμβολο τῆς ἀνάστασης. Καί, ἀφοῦ σταθεῖ πρός
ἀνατολάς, αὐτόματα φλέγεται ἀπό τόν ἥλιο καί γίνεται σκόνη καί ἀπό
τήν σκόνη σχηματίζεται σκώληκας, καί αὐτός ὅταν ζεσταθεῖ
διαμορφώνεται σέ καινούργιο φοίνικα» (Ε.Π.Ε. τόμ. 2ος, σελ. 80). Αὐτό τό
πτηνό σάν σύμβολο τοῦ ἀναγεννωμένου ἀπό τήν τέφρα Ἑλληνικοῦ
Κράτους χρησιμοποιήθηκε ἀπό τήν Φιλική Ἑταιρεία καί ἐπί σημαίας, τήν
ὁποία ὕψωσε ὁ Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης τόν Φεβρουάριο τοῦ 1821 στή
Μονή τῶν τριῶν Ἱεραρχῶν στό Ἰάσιο. Ὁ δέ Καποδίστριας ἐθέσπισε τόν
φοίνικα, σάν ἐπίσημο ἔμβλημα τοῦ Κράτους καί χρησιμοποιήθηκε στά
νομίσματα καί στίς ἐπίσημες σφραγῖδες.
Θά συνεχίσουμε, ὅμως, σύν Θεῷ, στό ἕπομενο κήρυγμα. ΑΜΗΝ!

Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026

 

ΠΕΜΠΤΗ 27 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2026

ΙΕΡΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΣ  ΑΓΙΟΥ ΦΑΝΟΥΡΙΟΥ

ΠΕΡΙΟΧΗ ΛΑΤΟΜΙ 














Εορτάσαμε και φέτος την εορτή του Αγίου Φανουρίου Λατομίου.

Τη Θεία Λειτουργία τέλεσε ο εφημέριος  Πρωτοπρεσβύτερος π. Βασίλειος Φιλιππάκης.

Πολλοί πιστοί προσήλθαν να προσκυνήσουν.

Και του χρόνου με υγεία.

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2026

 


 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 33
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
23-08-2026

Ἄς ἐξετάσουμε λεπτομερῶς στή σημερινή μας ἀναφορά, ἀδελφοί
μου, καί ὁρισμένες παραστάσεις ζώων καί πτηνῶν καί ἄς δοῦμε τί
συμβολίζουν στήν χριστιανική μας λατρεία.
Ο ΑΜΝΟΣ (ΤΟ ΑΡΝΙ). Ὁ ἀμνός συμβολίζει τήν εὐγένεια, τήν
νεανική ἀθωότητα, τήν πραότητα, τήν ἁγνότητα. Ὁ ἀμνός μαζί μέ τό
λιοντάρι ἀπεικονίζουν τήν παραδεισένια κατάσταση. Στήν Παλαιά
Διαθήκη ὁ ἀμνός προσφέρονταν θυσία στόν Θεό «ἀμνόν ἄμωμον εἰς
ὁλοκαύτωμα» (Λευϊτ. 12,6). Στόν χριστιανισμό, ὁ ἀμνός εἶναι τό σύμβολο
τοῦ «ἐσφαγμενου Ἀρνίου» στήν Ἀποκάλυψη (Ἀποκ. 5,6) καί τοῦ Ἀμνοῦ
τοῦ Θεοῦ πού σηκώνει τίς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου, ὅπως ἀναφέρει ὁ Ἠσαΐας
(53,7). Ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος δείχνοντας μέ τό δάκτυλό του τόν Κύριο
στούς μαθητές του λέγει: «Ἴδε ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τήν ἁμαρτίαν
τοῦ κόσμου» (Ἰω. 1,29). Σύμφωνα μέ τούς ἱερούς ἑρμηνευτές ἔχομε
τέσσερις ἑρμηνεῖες ὡς πρός τήν ἀκριβή ἔννοια τοῦ ἀμνοῦ: 1) Ἡ
ἐξιλαστήρια θυσία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. 2) Ὁ πασχάλιος χαρακτήρας τοῦ
σταυρικοῦ θανάτου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. 3) Ἡ ἀνεξικακία «τοῦ πάσχοντος
παιδός τοῦ Θεοῦ», σύμφωνα μέ τόν Ἠσαΐα (53,7), καί 4) τό βασιλικό
ἀξίωμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ὡς νέος ἀμνός (κριός) τέθηκε
ἐπικεφαλῆς τῆς ποίμνης του, τήν ὁποία ὁδηγεῖ στήν σωτηρία. Καί οἱ
Ἀπόστολοι συμβολίζονται ὡς ἀμνοί, ἀφοῦ ὁ Κύριος τούς εἶχε παρομοιάσει
μέ πρόβατα μέσα σέ λύκους (Ματθ. 10,16). Ὑπάρχει καί ἡ παράσταση,
ὅπου ζωγραφίζονται στά δεξιά τοῦ Χριστοῦ πρόβατα καί στά ἀριστερά
ἐρίφια, σύμβολο τῆς μέλλουσας κρίσης τοῦ Κυρίου. Ὁ ἀμνός
χρησιμοποιεῖται ἐκτεταμένα στόν συμβολισμό τῆς χριστιανικῆς τέχνης.
Ὁ Χριστός βαστάζων ἕνα ἀμνό εἶναι ὁ Καλός Ποιμήν, πού φροντίζει τό
ποίμνιό Του καί διασώζει τό χαμένο πρόβατο πού ἔχει ξεστρατίσει,
δηλαδή τόν ἁμαρτωλό ἤ πού ὁδηγεῖ τό ποίμνιό Του. Ὁ ἀμνός μέ τό
σταυρό ἀπεικονίζει τήν Σταύρωση, μέ τήν σημαία τήν Ἀνάσταση. Τό
ἀρνίον τῆς Ἀποκαλύψεως (Ἀποκ. 5, 1-2) μέ τό βιβλίο καί ἑπτά σφραγῖδες
εἶναι ὁ Χριστός, ὡς Κριτής στήν Δευτέρα Παρουσία. Μέ ἑπτά μάτια καί
κέρατα (Ἀποκ. 5,6) φανερώνει τά ἑπτά δῶρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ὁ Χριστός εἶναι ὁ Ἀμνός τῆς Θείας Λειτουργίας καί Εὐχαριστίας, πού
προσφέρεται στούς πιστούς μέ τήν Θεία Κοινωνία, γιά νά γίνουν μέτοχοι
αἰώνιας ζωῆς. Ὁ Ἐπιφάνιος Κύπρου γράφει: «Ἀμνός ὁ Χριστός, διά τό
ἄκακον καί τό δι’ αὐτοῦ τήν ἁμαρτίαν ἠφανίσθαι».
Ο ΛΕΩΝ (ΤΟ ΛΙΟΝΤΑΡΙ). Στήν Ἁγία Γραφή ὁ βασιλιᾶς τῶν ζώων
μνημονεύεται 150 περίπου φορές, κάποτε γίνεται λόγος καί γιά τούς
σκύμνους του, δηλαδή τά μικρά λιονταράκια. Τό λιοντάρι εἶναι σύμβολο
τοῦ Χριστοῦ, ὡς τοῦ Βασιλέως τοῦ σύμπαντος. Ὁ Πατριάρχης Ἰακώβ
προφήτευσε τόν Κύριο «σκύμνον λέοντος Ἰούδα» (Γενέσ. 49,9). Τό
λιοντάρι ὑποτίθεται ὅτι κοιμᾶται μέ τά μάτια ἀνοιχτά, γι’αὐτό καί
ἀπεικονίζει τήν ἐπαγρύπνηση, τήν πνευματική προσοχή καί τή δύναμη,
ἀλλά καί ὁ Θεάνθρωπος, μετά τήν Σταύρωση, κλεισμένος στόν τάφο,
δέν ὑπέστη φθορά καί ἀλλοίωση. Τό λιοντάρι θεωρεῖται ἔμβλημα τοῦ
Εὐαγγελιστοῦ Μάρκου, ἐπειδή τό Εὐαγγέλιό του τονίζει τήν Βασιλεία καί
τό μεγαλεῖο τοῦ Χριστοῦ. Τό λιοντάρι ἐμφανίζεται καί ὡς σύμβολο τῶν
δυνάμεων τοῦ κακοῦ, «λέων ὠρυόμενος» (Α΄ Πέτρ. 5,8) σέ ἀντίθεση πρός
τόν Καλό Ποιμένα. Στίς τοιχογραφίες τῶν κατακομβῶν ἡ ἱστορία τοῦ
Δανιήλ στόν λάκκο τῶν λεόντων, συμβολίζει τόν Θεό, πού λυτρώνει τόν
λαό του. Τό μεγαλοπρεπές ἔμβλημα τοῦ λιονταριοῦ ἀπαντᾶ μέχρι
σήμερα στήν γλυπτική τέχνη, ὅπου λιοντάρια λαξευμένα, ἄγρυπνα
ὑπάρχουν ἀπό τό ἕνα καί τό ἄλλο μέρος τοῦ Δεσποτικοῦ θρόνου, ὅπως
παλιότερα κύκλωναν 12 λέοντες, πού περιφρουροῦσαν τόν θρόνο τοῦ
ἐνδόξου βασιλέα τοῦ Ἰσραήλ Σολομῶντα (Γ΄ Βασιλ. 10, 19 -20).
Ο ΒΑΤΡΑΧΟΣ. Στό χριστιανισμό ὁ βάτραχος εἶναι σύμβολο
ἀδιάκοπου ἀγῶνα καί πνευματικῆς κατάρτισης τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου
ἀπό τά γήινα πρός τά οὐράνια. Ὁ συμβολισμός αὐτός ὀφείλεται στίς
πολλές, συνεχεῖς καί ἀδιάκοπες σωματικές μεταμορφώσεις πού
ὑφίσταται τό ζῶο αὐτό, μέχρι τῆς τελικῆς καί ὁριστικῆς του ἀνάπτυξης
καί σωματικῆς του διάπλασης. Τόν βάτραχο τόν συναντᾶμε νά στολίζει
τίς χριστιανικές λυχνίες, γιά νά ἀνυψώνει σέ μεγαλύτερη ἐλπίδα τόν νοῦ
τῶν χριστιανῶν ἀνθρώπων, πού, κλεισμένοι στή λίμνη τοῦ παρόντος
κόσμου, ἀγωνίζονται γιά τήν ἀνύψωση καί τελειότητα, γράφει ὁ
π. Κων. Καλλίνικος.
Η ΕΛΑΦΟΣ (ΤΟ ΕΛΑΦΙ). Στόν χριστιανισμό εἶναι σύμβολο
εὐσέβειας, θρησκευτικοῦ ζήλου, τῆς ψυχῆς πού ποθεῖ τόν Θεό. «Ἐδίψησεν
ἡ ψυχή μου πρός τόν Θεόν τόν ζῶντα» (Ψαλμ. 41,3). Τό σύμβολο αὐτό
εἶναι ἀπό τόν (41,2) Ψαλμό, ὅπου ὁ ψαλμῳδός ἀναφέρει: «ὅν τρόπον
ἐπιποθεῖ ἡ ἔλαφος ἐπί τάς πηγάς τῶν ὑδάτων, οὕτως ἐπιποθεῖ ἡ ψυχή μου
πρός σέ ὁ Θεός». Τό ἐλάφι καθώς βόσκει, μαζί μέ τό χορτάρι τρώγει καί
μερικά μικρά ἐρπετά (μικρά φιδάκια). Τό γεγονός αὐτό ἀφ’ ἑνός πικραίνει
τό στόμα του καί ἀφ’ ἑτέρου τοῦ προξενεῖ μεγάλη δίψα. Γιά τόν λόγο αὐτό
τρέχει γρήγορα στήν πηγή, γιά νά ξεπικράνει τό στόμα του καί νά σβήσει
τή δίψα του. Ἡ παράσταση πού ἐμφανίζει τό ἐλάφι νά πίνει νερό ἀπό τίς
πηγές, συμβολίζει τούς χριστιανούς πού προέρχονται ἀπό τά ἔθνη καί
σπεύδουν πρός τά νάματα τοῦ Εὐαγγελίου. Ἐάν δέ δίπλα στό ἐλάφι
ὑπάρχει καί τό Ἅγιο Ποτήριο, τότε εἰκονίζεται ἡ δίψα τοῦ πιστοῦ πρός τήν
Θεία Μετάληψη. Ἡ ἁμαρτία ὁμοιάζει μέ φίδι πού πικραίνει τήν ζωή τοῦ
ἀνθρώπου. Ὁ Χριστός εἶναι ἡ μόνη πηγή πού γλυκαίνει καί σβήνει τήν
δίψα αὐτή. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος γράφει: «Ἔλαφος διψαλέον γίνεται καί
ἀπό τῆς φύσεως καί ἀπό τούς ὄφεις κατεσθίειν. Καί σύ τοίνυν τοῦτο
ποίησον. Τόν νοητόν ὄφιν κατάφαγε καί δυνήσῃ διψᾶν τόν τοῦ Θεοῦ
πόθον».
Η ΚΑΜΗΛΟΣ (Η ΚΑΜΗΛΑ). Εἶναι σύμβολο ἐγκράτειας,
βασιλικῆς ἐξουσίας, μεγαλείου, ὑπακοῆς, σθένους... Συνδέεται μέ τούς
μάγους καί τόν Ἰωάννη τόν Βαπτιστή, πού ντυνόταν μέ ἔνδυμα ἀπό
τρίχες καμήλου (Μαρκ. 1,6). Ἐπίσης ἡ κάμηλος, ἀφοῦ γονατίζει γιά νά
δεχθεῖ τό φορτίο της, ἀπεικονίζει τήν ταπεινότητα καί τήν εὐπείθεια. Ἡ
καμήλα εἶναι ζῶο μεγάλης ἀντοχῆς καί καρτερίας μέσα στίς ἐρήμους καί
στά πολυήμερα ταξίδια. Γιά τό λόγο αὐτό θεωρήθηκε ἀπό τούς
χριστιανούς τῆς Ἀνατολῆς, ὡς σύμβολο τῶν προσκυνητῶν, οἱ ὁποῖοι
ἀναλαμβάνουν κοπιώδεις πεζοπορίες, προκειμένου νά ἐπισκεφθοῦν τούς
Ἅγιους Τόπους, «ὅπου ἔστησαν οἱ πόδες τοῦ Λυτρωτοῦ» ἤ διάφορες Μονές
στά ὄρη. Ἐπίσης, τό ζῶο αὐτό τονίζει ὅτι κάθε πιστός, πρέπει νά
στολίζεται μέ τίς ἀρετές τῆς καρτερίας, τῆς ὑπομονῆς καί τῆς ἀντοχῆς.
ΤΑ ΠΤΗΝΑ (ΠΟΥΛΙΑ). Πτηνά βρέθηκαν ζωγραφισμένα σέ
τοιχογραφίες καί σαρκοφάγους, μέ κλῶνο δάφνης στό ράμφος καί τά
πτερά ἀνοικτά, ἕτοιμα γιά πέταγμα πρός τά ἄνω. Τά πτηνά εἶναι
σύμβολο τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία πτερουγίζει γύρω ἀπό τόν θρόνο τοῦ Θεοῦ
καί τῆς ὁποίας τό πολίτευμα ὑπάρχει στόν οὐρανό. Τά σύμβολα αὐτά
συμβάλλουν πρός τήν ἀνάταση τοῦ ἀνθρώπου γενικά. Ἄλλα σύμβολα
παριστάνουν πτηνά ἐγκλωβισμένα σέ κλουβιά, σύμβολο τῆς ψυχῆς πού
βρίσκεται παγιδευμένη στά γήινα ἤ πίνουν νερό ἀπό πηγές, σύμβολο τοῦ
«ὕδατος τοῦ ζῶντος», τοῦ Εὐαγγελίου καί τοῦ δροσισμοῦ τῆς ψυχῆς ἤ τῆς
συμμετοχῆς στήν Θεία Εὐχαριστία ἤ καί ἄλλων τύπων καί ἐννοιῶν,
βαθύτερων ἀληθειῶν τῆς πίστεως καί ἀποκαλύψεων.
Στήν ἑπόμενη ἀναφορά μας θά γίνει λόγος γιά ὁρισμένα ἀπό αὐτά.             Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου