Σάββατο 23 Μαΐου 2026

 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 20
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ
Α΄ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ
24-05-2026

Συνεχίζουμε, ἀδελφοί μου τήν ἀναφορά μας στά ἱερά σκεύη,
ὅπως τά παρουσιάζει ὁ ἀείμνηστος Λειτουργιολόγος Ἰωάννης
Φουντούλης. Βέβαια, σέ προηγούμενες ἑνότητες ἔγινε λόγος σέ
ὁρισμένα ἀπ’αὐτά.
ΤΑ ΛΑΒΑΡΑ. Εἶδος ἱερῶν σημαιῶν, πού κατασκευάζονται ἀπό
ὕφασμα ἤ καί μέταλλο καί ἔχουν ἐγχάρακτες, κεντητές ἤ
ζωγραφισμένες ἀμφιπρόσωπες παραστάσεις ἁγίων πολιούχων τοῦ
ναοῦ, δεσποτικῶν ἑορτῶν κ.λ.π. καί συνοδεύουν τίς ἐκτός τοῦ ναοῦ
λιτανεῖες. Εἶδος λαβάρου εἶναι καί ἡ «ἀνάστασις», εἰκόνα δηλαδή
τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ, πού φέρεται σέ κοντάριο καί
χρησιμοποιεῖται κατά τίς τελετές καί λιτανεῖες τοῦ Πάσχα, γιά
ἀνάδειξη τοῦ γεγονότος. Ὁ ἱστορικός Εὐσέβιος στό «βίο τοῦ
Μεγάλου Κωνσταντίνου» σημειώνει: Τό πρῶτον λάβαρον βεβαίως
εἶναι ἐκεῖνο, ὅπερ ὁ Μ. Κωνσταντῖνος κατεσκεύασε κατά θείαν
ἐπίπνοιαν, ὅτε κατά τοῦ δυσσεβοῦς Μαξεντίου ὁδήγει ἀριθμητικῶς
ἥσσονα στρατόν του. Μεσημβριναί ὧραι ἦσαν, ὅτε ὁ βασιλεύς, ὁ
λιπαρῶς τόν Θεόν ἱκετεύων πρός εὐόδωσιν τοῦ δυσχεροῦς ἔργου του,
βλέπει εἰς τόν οὐρανόν στῦλον φωτός σταυροειδῆ, περί τόν ὁποῖον
τά γράμματα ΕΝ ΤΟΥΤῼ ΝΙΚΑ ἠκτινοβόλουν. Ἔκπληκτος ἐπί τῇ
θεοσημείᾳ κατεκλίθη τήν νύκτα καί ὁρᾷ καθ’ ὕπνους τόν Χριστόν
κελεύοντα αὐτῷ νά κατασκευάσῃ σημαίαν κατά τόν τύπον τοῦ
ὀφθέντος σημείου καί ταύτην ὡς τρόπαιον νά μεταχειρισθῇ κατά
τῶν ἐχθρῶν (Migne 20, 944).
ΤΑ ΘΥΜΙΑΤΗΡΙΑ. Τά θυμιατήρια εἶναι κινητά πύραυνα μέ
κάλυμμα ἤ χωρίς κάλυμμα, ἐπιχρυσωμένα ἤ ἐπασημωμένα μέ
δώδεκα κωδωνίσκους πού συμβόλίζουν τούς Ἀποστόλους. Μέ αὐτά
προσφέρεται τό θυμίαμα καί θυμιῶνται εἰκόνες, ἱερά ἀντικείμενα
καί ὁ λαός, κατά τίς ἱερές ἀκολουθίες, τά μυστήρια καί τίς ἱερές
τελετές, λιτανεῖες κ.λ.π., ὅπου καί ὅταν τό τυπικό τό καθορίζει.
Παράλληλα ὑπάρχουν καί ἁπλούστερα θυμιατήρια χωρίς ἁλυσίδες,
τά «κατσία» ἤ «κατζία», πού, πάλι κατά τίς προδιαγραφές τοῦ
τυπικοῦ, χρησιμοποιοῦνται γιά τή θυμίαση σέ ὁρισμένες ἀκολουθίες
π.χ. τῶν ὡρῶν κ.λ.π.). Καί αὐτά εἶναι ἐφοδιασμένα μέ κωδωνίσκους
καί λειτουργοῦν ὡς εἶδος κυμβάλου πού συνοδεύει τήν ψαλμῳδία.
Ὁ Ἅγιος Γερμανός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως γράφει:
«τό θυμίαμα ὑπομιμνῆσκον τόν ἀρωματισμόν τοῦ Κυριακοῦ
σώματος καί τόν λίβανον τῶν μάγων καί τούς λόγους τοῦ
Ἀποστόλου Παύλου περί τῶν εἰς Χριστόν πιστευόντων ὡς Χριστοῦ
εὐωδία», ἐνῶ ἀλλοῦ σημειώνει τό ἑξῆς: «Ὁ θυμιατήρ ὑποδεικνύει τήν
ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ, τό πῦρ τῆς θεότητος, καί ὁ εὐώδης
καπνός μηνύει τήν εὐωδίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος προπορευομένην.
Ἡ γαστήρ τοῦ θυμιατηρίου νοηθῇ ἡ ἡγιασμένη μήτρα τῆς ἁγίας
Παρθένου καί Θεοτόκου φοροῦσα τόν θεῖον ἄνθρακα Χριστόν, ἐν ᾧ
κατοικεῖ πᾶν τό πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς, διό καί τήν
ὀσμήν τῆς εὐωδίας ἀναδίδωσιν εὐωδιάζον τά σύμπαντα. Ἤ πάλιν ἡ
γαστήρ τοῦ θυμιατηρίου δηλοῖ τήν κολυμβήθραν τοῦ Ἁγίου
Βαπτίσματος, ἐν ἄνθρακι τοῦ θείου πυρός τῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος
ἐνεργείας τήν εὐώδη τῆς θείας Χάριτος υἱοθεσίαν διά τῆς πίστεως
ἑαυτῇ εἰσοικίζουσα καί δι’αὐτῆς εὐωδιάζουσα» (Μigne 98,400).
Η ΚΙΒΩΤΟΣ. Κυτίο ἤ ναϋδριόσχημο σκεῦος, στό ὁποῖο τίθεται
τό θυμίαμα καί φέρεται στόν ἀριστερό ὦμο τῶν διακόνων κατά τή
θυμίαση, γιά τήν ἀνανέωσή του κατά τίς μακρές θυμιάσεις, τίς
λιτανεῖες κ.λ.π..Ἔτσι εἰκονίζονται στίς τοιχογραφίες οἱ ἅγιοι
διάκονοι. Ἡ πράξη αὐτή διατηρεῖται σέ πανηγυρικές συνάξεις στίς
μονές καί ἀλλοῦ, κατά τή τοπική συνήθεια (Ἰ. Φούντουλης).
ΤΑ ΚΗΡΟΠΗΓΙΑ. Αὐτά εἶναι μεταλλικές βάσεις,
διακοσμημένες ἀπό εὐγενῆ μέταλλα ἤ σμάλτα, γιά τή στήριξη
λαμπάδων πού ἀνάβονται γιά φωτισμό ἤ ἔνδειξη τιμῆς καί
εὐλαβείας στήν Ἁγία Τράπεζα καί στή Προσκομιδή. Εἶδος
κηροπηγίων εἶναι καί τά μικρά μανουάλια μιᾶς λαμπάδας πού
προηγοῦνται κατά τίς εἰσόδους (εἰσοδικό) ἤ τό πεντάκηρο τῆς
ἀρτοκλασίας καί τά ὑψηλότερα καί μόνιμα τριμερῆ ἐνώπιον τῆς
Ὡραίας Πύλης καί τά συνθετώτερα γιά τό ἄναμμα τῶν κεριῶν ἀπό
τούς πιστούς. Τό φῶς τους συμβολίζει τό φῶς τοῦ Χριστοῦ πού
πρέπει νά φαίνει στή ζωή μας. Τό ἴδιο καί οἱ κανδῆλες, οἱ ὁποῖες
καίουν μέ ἐλαιόλαδο ἐνώπιον τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Ὁ Γρηγόριος ὁ
Θεολόγος ἀναφωνεῖ: Γενώμεθα φῶς παρά τοῦ Μεγάλου Φωτός (τοῦ
Χριστοῦ). Γεννώμεθα φωστῆρες ἐν κόσμῳ, λόγον ζωῆς ἐπέχοντες.
Ὁδεύσωμεν πρός τήν λάμψιν αὐτοῦ, πρό τοῦ προκόψαι τούς πόδας
ἡμῶν ἐπί ὄρη σκοτεινά καί πολέμια.
Η ΛΕΚΑΝΗ ΤΟΥ ΑΓΙΑΣΜΟΥ. Μεταλλικό δοχεῖο σέ σχῆμα
κολυμβήθρας, μέ βάση ἤ χωρίς βάση, γιά τήν τέλεση τῶν ἁγιασμῶν,
πού πρέπει νά ἔχει κατάλληλο βάθος, ὥστε νά ἐμβαπτίζεται ὄρθιος
ὁ σταυρός, ὅπως ἀπαιτῆ ἡ τυπική διάταξη.
Η ΚΟΛΥΜΒΗΘΡΑ. Αὐτή εἶναι μαρμάρινη σταθερή ἤ
μεταλλική φορητή μέ βάση γιά τή Βάπτιση τῶν νηπίων, πού πρέπει
νά πληροῖ τίς τυπικές προδιαγραφές τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος, τήν
πλήρη δηλαδή κατάδυση τοῦ σώματος τοῦ νηπίου. Οἱ ἐνήλικοι
βαπτίζονται σέ εἰδικά βαπτιστήρια, πού πρέπει νά ἐξασφαλίζουν
τούς ἴδιους ὅρους, εἰδεμή στή θάλασσα ἤ σέ ποταμούς ἤ σέ
δεξαμενές (Καθ. Ἰ. Φουντούλης). Ὁ π. Δανιήλ Γεωργόπουλος στό
βιβλίο του «Ἱερατική Ἀνθολογία» σημειώνει: Ἡ ἁγία κολυμβήθρα ὡς
πρός τήν ἀναγέννηση, φέρει τόν τύπο μήτρας, ὡς πρός τήν κάθαρση
σημαίνει λουτρό καί ὡς πρός τήν ταφή συμβολίζει τόν τάφο τοῦ
παλαιοῦ ἀνθρώπου, γιά τήν ἀναγέννηση τοῦ νέου χριστιανοῦ.
Ἡ κολυμβήθρα κατασκευάζεται ἀπό χαλκό ἤ ὀρείχαλκο καί ἔχει
σχῆμα κρατήρα. Αὐτή στηρίζεται σέ ἕνα κυκλικό πόδι, τό ὁποῖο
καταλήγει σέ εύρεία βάση. Συμβολίζει τόν Ἰορδάνη ποταμό, ὅπου
βαπτίσθηκε ὁ Κύριος (Ματθ. 3,13). Οἱ βαπτιζόμενοι στό ὄνομα τοῦ
Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀπαλλάσσονται
ἀπό τό προπατορικό ἁμάρτημα, καθαρίζονται ἀπό κάθε μολυσμό
(Πράξ. 2,38) καί ἀνανεώνονται πνευματικά (Ἰωάν. 3,3-6), (Γαλ. 3,27).
Ἄς θυμηθοῦμε τή κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ (Ἰωάν. 9,7-12) καί τή
Βηθεσδά (Ἰωάν. 5,2).
Θά συνεχίσουμε, ὅμως, σύν Θεῷ, στό ἑπόμενο κήρυγμα. ΑΜΗΝ!

Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Σάββατο 16 Μαΐου 2026

 




 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 19
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ
17-05-2026

Συνεχίζουμε, ἀδελφοί μου, τήν ταπεινή ἀναφορά μας στά ἱερά
σκεύη τῆς Ἐκκλησίας.
ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ. Ἀπό τό «εὖ» καί «ἀγγέλω» πού σημαίνει
τήν χαρμόσυνη εἴδηση. Τό Εὐαγγέλιο περιέχει τήν ὅλη βιοτή καί
διδασκαλία τοῦ Θεανθρώπου, ἀποτελεῖ θεμέλιο λίθο, ἐπί τοῦ ὁποίου
στηρίζεται ἡ χριστιανική πίστη καί θεμελιώθηκε καί στηρίχθηκε ἡ
χριστιανική θρησκεία. Εἶναι ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ, τόν ὁποῖο ὁ
ἀνθρωπος καλεῖται νά τηρεῖ καί νά σέβεται γιά τή σωτηρία του. Γιά
τόν λόγο αὐτό ἡ Ἐκκλησία ἔχει δώσει πρέπουσα τιμή καί ἐξαιρετική
θέση στό Εὐαγγέλιο κατά τή θεία λατρεία . Τοποθετεῖται πάντοτε
στό κέντρο τῆς Ἁγίας Τραπέζης. «Τάς δέ θείας τῶν πανιέρων
βιβλίων ἀναγνώσεις, τάς θείας καί μακαρίας τοῦ παναγίου Θεοῦ
βουλήσεις τε καί βουλάς ὑπεμφαίνειν» θά πεῖ ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ
Ὁμολογητής. Τό κάλυμμα τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου εἶναι διακοσμημένο
μέ πολύτιμα μέταλλα καί χρυσοποίκιλτα στολίδια. Στή μπροστινή
ὄψη ἀναπαριστάνεται ἡ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου πλαισιωμένη ἀπό
τούς τέσσερις Εὐαγγελιστές, ἐνῶ στήν ὀπίσθια εἶναι φιλοτεχνημένη
ἡ Σταύρωση.
Ο ΤΙΜΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ. Ὁ Νικήτας Στηθάτος γράφει:
«Ὁ Σταυρός ἐπί τοῦ ὁποίου προσέφερε ὁ Θεάνθρωπος τόν ἑαυτό
Του θυσία, γιά νά ἀπελευθερώσει τόν ἄνθρωπο ἀπό τά δεσμά τῆς
ἁμαρτίας εἶναι τό μέσον τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων ἀπό τή
φθορά καί τό θάνατο». “Πάντα διά τοῦ Σταυροῦ ἡμῖν τά χαρίσματα”.
Ἡ Ἐκκλησία ἔκανε τό Σταυρό σύμβολο τῆς χριστιανοσύνης, γιά νά
εὐλογεῖ παντοῦ τούς ἱερούς χώρους λατρείας, τά στήθη τῶν πιστῶν
καί τῶν ἱερωμένων, τίς ἀσπίδες τῶν στρατιωτῶν, τά ἐθνόσημα
τῶν Σωμάτων Ἀσφαλείας, τίς ταυτότητές μας, τή Σημαία τοῦ
Ἔθνους μας. Κοσμεῖ κάθε ἱερό σκεῦος καί δεσπόζει σέ τρούλλους
καί κωδωνοστάσια ὡς ὁ ἀκοίμητος φρουρός τῆς πίστεως. Ὁ Συμεών
Θεσσαλονίκης γράφει: «Ὄπισθεν τοῦ θυσιαστηρίου ἵσταται ὁ Τίμιος
Σταυρός... καί τῷ ὑψηλῷ τῆς δόξης καί τῷ βάθει τῆς πτωχείας τῆς
ταπεινώσεως, καί τῷ πλάτει τοῦ ἐλέους καί τῆς ἀγάπης ἡμᾶς
ἀναπλάσαντα καί ἐκ τοῦ ᾃδου ἐγείραντα, καί ἀντί ἐπιγείων
ἐπουρανίους ἡμᾶς ποιήσαντα (ὁ σταυρωθείς Λυτρωτής)». Ὁ Τίμιος
Σταυρός προηγεῖται στίς λιτανεῖες καί σέ κάθε θρησκευτική
πανήγυρη. Τά Θεοφάνεια γίνεται ἡ κατάδυσή του στή θάλασσα
κατά τή διάρκεια τελετῆς καί ἁγιάζονται μέ αὐτόν τά ὕδατα. Μέ
αὐτόν γίνεται ὁ Μικρός καί ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός. Μέ αὐτόν ὁ ἱερέας
ἁγιάζει τούς πιστούς (Ἰ. Φουντούλη Λειτουργική). Τήν Κυριακή τῆς
Σταυροπροσκυνήσεως περιφέρεται στολισμένος μέ πολύχρωμα
ἄνθη. Τήν 14η Σεπτεμβρίου, ἑορτή τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου
Σταυροῦ, περιφέρεται ἐντός τοῦ ναοῦ μέσα σέ κλάδους βασιλικοῦ.
Μέ αὐτόν εὐλογεῖ ὁ ἀρχιερέας τό ἐκκλησίασμα καί τόν δίνει πρός
ἀσπασμόν. Τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ εἶδε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, μέ
τήν προτροπή «ἘΝ ΤΟΥΤῼ ΝΙΚΑ». Ἀνάλογα μέ τή λειτουργική του
χρήση ἔχουμε: Τόν Σταυρό τοῦ ἁγιασμοῦ. Στηρίζεται σέ βάση,
εἰκονίζει ἐκατέρωθεν τήν Σταύρωση καί τήν Βάπτιση τοῦ Κυρίου καί
εἶναι διακοσμημένος μέ πολύτιμα στολίδια. Ἔχουμε, ἐπίσης, καί τόν
Σταυρό εὐλογίας καί εἶναι καί αὐτός διακοσμημένος χωρίς βάση πού
ἀπόκειται στήν Ἁγία Τράπεζα δίπλα στό Εὐαγγέλιο καί μέ αὐτόν
δίνονται οἱ εὐλογίες ἀπό τόν ἀρχιερέα ἤ ἱερέα. Στήν κόγχη τοῦ ἱεροῦ
Βήματος δεσπόζει ὁ Ἐσταυρωμένος Κύριος σέ μεγάλο Σταυρό. Τήν
Μεγάλη Πέμπτη λιτανεύεται καί τοποθετεῖται στό κέντρο τοῦ ναοῦ.
Τή Μεγάλη Παρασκευή τό Σῶμα τοῦ Κυρίου ἀποκαθηλοῦται καί
ἐνδύεται σέ σινδόνα συμβολίζοντας τήν πράξη τοῦ εὐσχήμονος
Ἰωσήφ. Ὁ Σταυρός τοποθετεῖται πάλι στή κόγχη τοῦ ἱεροῦ, χωρίς τό
Σῶμα, τό ὁποῖο καί πάλι ἐπαναφέρεται σέ 40 ἡμέρες, στόν ἑσπερινό
τῆς Ἀναλήψεως.
Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ. Ὕφασμα μέ κεντημένο ἤ ζωγραφισμένο τόν
Χριστό νεκρό μετά τήν ἀποκαθήλωση. Ἐδῶ ὑπάρχει τό ἱερό πρόσωπο
τῆς Θεοτόκου, τοῦ Ἰωσήφ τοῦ ἀπό Ἀριμαθαίας, τοῦ Νικοδήμου, τῶν
Μυροφόρων γυναικῶν, τῶν Ἀγγέλων σέ «ἐπιτάφιο θρῆνο». Ὁ
Ἐπιτάφιος λιτανεύεται κατά τά ἀπόστιχα τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς
Μεγάλης Παρασκευῆς καί, μαζί πάντα μέ τό Εὐαγγέλιο, ἀποτίθεται
στό μέσον τοῦ ναοῦ σέ εἰδικό τραπέζι. Ἐδῶ δέχεται τίς προσκυνήσεις
τῶν πιστῶν (ἄνθη, μύρα κ.λ.π.) μέχρι τήν ὥρα τῆς εἰκονικῆς
«ταφῆς», μετά τό τέλος τῆς «νεκρωσίμου ἀκολουθίας» - ὄρθρου τοῦ
Μεγάλου Σαββάτου (ἀκολουθία τοῦ Ἐπιταφίου Θρήνου). Τό τραπέζι
μέ τό ὅλο κουβούκλιο πού ἐναποτίθεται ὁ Ἐπιτάφιος συμβολίζει τόν
λίθο πάνω στόν ὁποῖο κατά τήν παράδοση τό Σῶμα του Κυρίου
δέχθηκε τίς μεταθανάτιες περιποιήσεις (καθ. Φουντούλη).
ΤΑ ΕΞΑΠΤΕΡΥΓΑ. Εἶναι ἐπιχρυσωμένοι ἤ ἐπασημωμένοι
δίσκοι καί βρίσκονται πάνω σέ κοντάρια. Στά ἑξαπτέρυγα
εἰκονίζονται τά τάγματα τῶν ἀγγέλων, τῶν Χερουβείμ καί τῶν
Σεραφείμ, πού ἔχουν ἕξι πτέρυγες. Ἀπό αὐτό τό συμβολισμό πῆραν
καί τό ὄνομα τους. Τοποθετοῦνται στά ἄκρα τῆς Ἁγίας Τραπέζης.
Παλαιότερα ἔφεραν βιβλικές παραστάσεις ὅπως τῆς Ἀποκάλυψης
τοῦ Ἰωάννη (βλ. Δ΄ 6,8), τῆς ὀπτασίας τοῦ Ἠσαΐα (ΣΤ΄ 1-20). Κατά τήν
ὀπτασία αὐτή ὁ Κύριος κάθεται σέ θρόνο ὑψηλό σέ πλήρη δόξα, καί
Σεραφείμ καί Χερουβείμ μέ ἕξι πτέρυγες βρίσκονται σέ κύκλο γύρω
Του. Ἀρχικά τά ἑξαπτέρυγα ἦσαν ριπίδια, κατασκευαζόταν ἀπό
ὑμένες ἤ πτερά καί σκοπό εἶχαν νά ἐκδιώκουν τά ἔντομα,
ἐπισειόμενα ὑπό διακόνου, ἐπάνω ἀπό τά τίμια δῶρα, ὅταν ἦταν
ἀκάλυπτα. Ἡ πράξη αὐτή ἔχει ἁπλουστευθεῖ καί ὁ «ριπισμός τῶν
δώρων» γίνεται μέ τόν ἀέρα. Τά ἑξαπτέρυγα χρησιμοποιοῦνται σέ
ὁρισμένες στιγμές τῆς θείας λατρείας, ὅπως στή Μικρή καί στή
Μεγάλη Εἴσοδο τῆς Θείας Λειτουργίας ἤ σέ λιτανεῖες. Τά συνοδεύει
καί ὁ Σταυρός ἀπό τό ἴδιο εὐγενές μέταλλο, στηριζόμενος σέ κοντάρι
στό ἴδιο ὕψος μέ τά δύο πρῶτα. Στή μιά ὄψη εἰκονίζεται ἡ Σταύρωση
καί στήν ἄλλη ἡ Ἀνάσταση.
Θά συνεχίσουμε ὅμως, σύν Θεῷ, στό ἑπόμενο κήρυγμα. ΑΜΗΝ!

Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Παρασκευή 8 Μαΐου 2026

 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 18
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ
10-05-2026

ΤΟ ΛΕΒΗΤΑΡΙΟ Η΄ ΖΕΟΝ. Τό λεβητάριο, ἀδελφοί μου, εἶναι
ὑποκοριστικό τοῦ λέβητος. Αὐτό εἶναι ἕνα μικρό μετάλλινο σκεῦος,
πού χρησιμοποιεῖται γιά τήν μεταφορά θερμοῦ ὕδατος, τό ὁποῖο,
κατά τήν ὥρα τῆς Θείας Μεταλήψεως, ὁ λειτουργός ἐκχέει στό ἅγιο
Ποτήριο.
Ὁ Γερμανός Κων/λεως γράφει: «Τότε δέ κομίζεται ὕδωρ
θερμότατον εἰς μικρόν λεβητάριον, καί κιρνῶσιν ἐξ αὐτοῦ τά
προκείμενα ἐν τῇ ἁγίᾳ Τραπέζῃ εἴτε κρατῆρες, εἴτε ποτήρια εἶεν»
(Μυστ. θεωρ. PG 98, 449β). Καί ὁ Συμεών Θεσ/νίκης κάνει λόγο γιά
τό «ζέον ὕδωρ». «Εἶτα καί ζέον ὕδωρ, (ὁ ἱερεύς) ἐκχέει τῷ ποτηρίῳ»
(Περί τοῦ ἱ. ναοῦ PG 155 σ. 711). Ὁ καθηγητής Ἰωάννης Φουντούλης
γράφει: «Ἡ πράξη αὐτή ὑφίσταται μόνον στό βυζαντινό λειτουργικό
τύπο». (Λειτουργική Α΄ σελ. 50). Ὁ Γερμανός, ὄχι μόνον πρῶτος
μνημονεύει «τό θερμότατον ὕδωρ καί τό μικρόν λεβητάριον», ἀλλά
καί συμβολίζει τήν πράξη αὐτή λέγοντας ὅτι «τό θερμότατον ὕδωρ»
στό καιρό τῆς μεταλήψεως «τέλειον τόν τύπον τοῦ μυστηρίου
ἀναπληροῖ» «καθώς αὐτοί, πού μεταλαμβάνουν ἀπό τό χεῖλος τοῦ
Ποτηρίου, εἶναι σάν νά ἐγγίζουν τήν ἴδια τήν ζωοπάροχον πλευράν».
Καί συνεχίζει λέγοντας: «Ταῦτα καί θύρα τίς ἐστι, πρός τήν τῆς
Τριάδος πίστιν τε καί ἐπίγνωσιν», γιατί «τρεῖς εἰσίν οἱ μαρτυροῦντες,
τό πνεῦμα, τό ὕδωρ καί τό αἷμα». Ἐπίσης λέγει ὅτι «καί διά τήν
θερμότητα δηλοῖ τήν ζέσιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Τήν ἴδια ἀνάλυση
καί μυστική ἔννοια δίνει καί ὁ Θεόδωρος Ἀνδίδων. Ὁ Νικόλαος
Καβάσιλας βλέπει στήν ἔκχυση τοῦ ζεστοῦ ὕδατος «τά στοιχεῖα τοῦ
μυστηρίου νά σημαίνεται» δηλαδή «ἡ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπιδημία
εἰς τήν Ἐκκλησίαν». Καί συνεχίζει: «Τό ὕδωρ αὐτό, μέ τό νά εἶναι
ὕδωρ ἀκριβῶς καί νά μετέχῃ τοῦ πυρός σημαίνει τό Ἅγιον Πνεῦμα...
Ἡ στιγμή αὐτή τῆς λειτουργίας σημαίνει τή στιγμή ἐκείνη τῆς
Πεντηκοστῆς». Ἐδῶ ὁ Καβάσιλας βλέπει τήν τελετουργία τοῦ
ζέοντος ὕδατος, ὡς εὐχαριστηριακή Πεντηκοστή (τό ζέον ὕδωρ =
ὕδωρ καί πῦρ, εἰκόνες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μέσα στό Ποτήριο, πρίν
ἀπό τή Μετάληψη). Ὁ Παῦλος Εὐδοκίμωφ γράφει: «Στήν καρδιά
κάθε μυστηρίου βρίσκεται ἡ Πεντηκοστή του, ἡ κάθοδος τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος. Εἶναι ἡ ὁμολογία τῆς ὀρθόδοξης πίστεως, γιά τό ρόλο
τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, στήν οἰκονομία τῆς σωτηρίας καί τῆς
τριαδικῆς ἰσορροπίας». Ὁ κ. Φουντούλης συμπληρώνει: «Ἡ πράξη
αὐτή ἀποσκοπεῖ στό νά ἐξάρει εἴτε τήν ἀφθαρσία τοῦ σώματος τοῦ
Κυρίου, εἴτε τήν ζέση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἴτε τήν ἐκ νεκρῶν
ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ - σῶμα καί αἷμα ζῶντος Χριστοῦ». Τέλος
ὁ Ἰ. Μεσολορᾶς γράφει: «Τό ζέον ὕδωρ συμβολίζει τήν θέρμην τῆς
ψυχῆς, μεθ’ ἧς δέον νά κοινωνήσωσιν οἱ πιστοί τῶν Ἀχράντων
Μυστηρίων» (Ἐγχειρ. Λειτουργικῆς σελ. 166).
Η ΜΟΥΣΑ. Ἀπό τό «μάσσω = σπογγίζω). Πεπλατισμένος
σπόγγος χρησιμοποιούμενος γιά τή μεταφορά τῶν μερίδων στό ἅγιο
Ποτήριο, ἀπόμαξη (καθαρισμός) τοῦ δισκαρίου καί τοῦ εἰλητοῦ, μέσα
στό ὁποῖο, ὅταν διπλώνεται αὐτό, τοποθετεῖται ἡ μοῦσα.
ΤΟ ΜΑΚΤΡΟ. Τό μάκτρο εἶναι ἕνα κόκκινο ἤ πορφυρό μαντήλι
πού κρατᾶ ὁ ἱερέας στή βάση τοῦ Ἁγίου Ποτηρίου κατά τή
θεία Μετάληψη. Οἱ πιστοί τό κρατοῦν μέ εὐλάβεια ἀνοικτό καί
ἀπλωμένο λίγο κάτω ἀπό τά χείλη τους προσέχουν νά μή πέσει
κάτι ἀπειροελάχιστο ἀπό τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Κυρίου. Τό
χρησιμοποιοῦν καί οἱ Κληρικοί κατά τή θεία μετάληψη. Τό μάκτρο
συμβολίζει τήν χλαμύδα μέ τήν ὁποία ἔντυσαν τόν Χριστό οἱ
στρατιῶτες καί ἡ ὁποία ποτίστηκε ἀπό τό Πανάγιο Αἷμά Του,
καθώς ἔρρεε ἀπό τό μαστιγωμένο Σῶμά Του.
ΤΟ ΑΡΤΟΦΟΡΙΟ. Αὐτό εἶναι ἕνα εὐπρεπές σκεῦος σέ σχῆμα
μικροῦ ναϋδρίου, ξύλινο ἤ μεταλλικό (ἐπιχρυσωμένο ἤ
ἐπασημωμένο) καί εἶναι διακοσμημένο μέ διάφορες ἀνάγλυφες
παραστάσεις. Τοποθετεῖται στό κέντρο - ἐπάνω μέρος τῆς Ἁγίας
Τραπέζης καί συμβολίζει τό θρόνο τοῦ Θεοῦ. Μέσα σέ αὐτό
φυλάσσεται ὁ Ἀμνός - ὁ Ἅγιος Ἄρτος - ἐμποτισμένος στό Αἷμα τοῦ
Κυρίου πού ἁγιάζεται τή Μεγάλη Πέμπτη κατά τήν τέλεση τῆς
Θείας Λειτουργίας καί στή συνέχεια τεμαχίζεται σέ ψιχία πού
ἀποξηραίνονται καί φυλάσσονται γιά νά χρησιμοποιεῖται καθ’ ὅλο
τό ἔτος προκειμένου νά μεταλαμβάνουν οἱ πιστοί σέ ἔκτακτες
περιπτώσεις, ὅταν δέν εἶναι εὔκολο νά τελεσθεῖ Θεία Λειτουργία
π.χ. ἑτοιμοθάνατοι.
Ὁ Νικηφόρος Θεοτόκης γράφοντας γιά τόν τρόπο διατήρησης
τοῦ Ἁγίου Ἄρτου στό Ἀρτοφόριο, συνιστᾶ νά φυλάσσεται ὁ Ἅγιος
Ἄρτος «ἐν τόπῳ ἀνίκμῳ καί ἀνύγρω καί πρός διατήρησιν ἐπιτηδείῳ,
καθάπερ καί τό προτυποῦν αὐτόν μάννα». Ἐπίσης, προσθέτει:
«Ἄπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ, κατά τήν Ἁγίαν Πέμπτην, ἁγιάζει μέν τόν
διατηρηθησόμενον τῆς Εὐχαριστίας ἄρτον ὁ ἱερεύς, μεταλαμβάνει δέ
τόν κατά τό παρελθόν ἔτος προαγιασθέντα σῷον δέ καί καθαρόν,
ἄσπιλον καί ἀνεπηρέαστον. Καί ἐν τόπῳ δέ ἐπιτηδείῳ ἐγκλείουσιν,
ὅς ἐστίν ἡ ἐν τῇ Θείᾳ Τραπέζῃ «κιβωτός». Τό ἀρτοφόριο ὀνομάζεται
καί «πυξίον» «περιστέριον», λόγῳ κατασκευῆς καί «κιβωτός» κατά
συμβολισμό. Ὄντως τό Ἅγιο Ἀρτοφόριο, περιέχοντας τήν σάρκα καί
τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ, τοποθετημένο πάνω στήν Ἁγία Τράπεζα, τήν
μεταμορφώνει σέ τάφο Χριστοῦ, πού ἡ δύναμη τῆς Ἀναστάσεώς Του
συνέτριψε, ἅπαξ διαπαντός, τόν θάνατο.
Ἀρτοφόριο (μικρό) ὀνομάζεται καί ἀνάλογο σκεῦος, στό ὁποῖο
διατηρεῖται ὁ Ἅγιος Ἄρτος κατά τή Μεγάλη Τεσσαρακοστή γιά τήν
τέλεση τῆς Προηγιασμένης Λειτουργίας. Ἐδῶ ὁ ἱερέας ἐξάγει καί
ἄλλους Ἁγίους Ἄρτους στήν Προσκομιδή καί τούς τοποθετεῖ στό
Δισκάριο στή Λειτουργία τῆς Κυριακῆς ἤ καί τοῦ Σαββάτου.
Στή διάρκεια τοῦ «Κοινωνικοῦ» τούς ἐμβαπτίζει ἤ τούς χρίει μέ
Αἷμα Χριστοῦ ἀπό τό Ἅγιο Ποτήριο καί τούς τοποθετεῖ γιά φύλαξη
στό ἱερό σκεῦος.
Θά συνεχίσουμε ὅμως, πρῶτα ὁ Θεός, στό ἑπόμενο
κήρυγμα. ΑΜΗΝ!    Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Τρίτη 5 Μαΐου 2026

 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 17
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ
03-05-2026

Η ΛΑΒΙΔΑ. Αὐτή, ἀδελφοί μου, εἶναι κοχλιάριο (μικρό ἐπίμηκες
κουταλάκι) πού χρησιμοποιεῖται γιά τή μετάδοση τῆς θείας
κοινωνίας στούς πιστούς. Καί αὐτό εἶναι κατασκευασμένο ἀπό
εὐγενῆ μέταλλα. Στά πρῶτα χριστιανικά χρόνια οἱ χριστιανοί
κοινωνοῦσαν πρῶτα τό Σῶμα τοῦ Κυρίου. Ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός
λέγει: «Σταυροειδῶς τάς παλάμας τυπώσαντες, τοῦ ἐσταυρωμένου
τό Σῶμα ὑποδεξώμεθα» (Μigne 94. 1149). Ὁ π. Κων/νος Καλλίνικος
ἐπισημαίνει ὅτι ἡ χρήση τῆς λαβίδας ἐπισῆλθε στή θεία λατρεία
τόν 10ο αἰῶνα. Ὁ Γερμανός Κων/λεως ἀναφερόμενος στό ὅραμα τοῦ
Προφήτη Ἠσαΐα, ὅπου ἄγγελος Σεραφείμ, ἔλαβε διά τῆς λαβίδος
ἄνθρακα ἀπό τό θυσιαστήριο (Ἠσ. 6,6) καί προσῆλθε στόν Προφήτη,
λέγει πῶς «σημαίνει τόν ἱερέα τόν κατέχοντα τόν νοερόν ἄνθρακα,
Χριστόν, τῇ λαβίδι τῆς χειρός αὐτοῦ ἐν τῷ ἁγίῳ θυσιαστηρίῳ,
καί ἁγιάζοντα καί καθαίροντα τούς προσερχομένους καί
μεταλαμβάνοντας». Ὁ Σωφρόνιος λέγει πώς «ἡ λαβίς» σημαίνει καί
τήν Παρθένον, βαστάζουσα αὐτόν τόν οὐράνιον Ἄρτον». Καί ὁ Συμεών
Θεσσαλονίκης σημειώνει: «Εἰ δέ τις πρός κοινωνίαν ἱκανός καί, οὗτος
προσιών μετ’ εὐλαβείας καί φόβου διά τῆς λαβίδος, ἱερατική χειρί,
κοινωνεῖ». Ὁ λειτουργός σάν καλός ποιμένας, «καλεῖ κατ’ ὄνομα τά
ἴδια πρόβατα». «Ὅταν, λοιπόν, βλέπεις τόν λειτουργόν νά σοῦ δίνει
τά ἅγια Μυστήρια, μή νομίσης πώς εἶναι ὁ ἱερεύς, πού τό κάνει αὐτό,
ἀλλά τό ἅγιο χέρι τοῦ Χριστοῦ, πού ἁπλώνεται πρός ἐσένα»
(Ε.Π.Ε. 11,58).
Ο ΑΣΤΕΡΙΣΚΟΣ. Αὐτό τό λειτουργικό σκεῦος ἀποτελεῖται ἀπό
δύο εὐγενῆ μετάλλινα ἐλάσματα πού συγκρατοῦνται στό μέσο καί
ἀνοίγουν σταυροειδῶς. Ἐπικαλύπτει τό δισκάριο καί χρησιμεύει σάν
στήριγμα, ὥστε τό κάλυμμα νά μήν ἀγγίζει τόν Ἀμνό, καί τίς μερίδες
τοῦ δισκαρίου. Ὁ ἀρχικός συμβολισμός τοῦ ἀστερίσκου ἦταν «ὁ ὅλος
ἔναστρος οὐρανός» καί, εἰδικώτερα, «ὁ ἐπιφανείς ἀστήρ», κατά τήν
Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἡ Γραφή λέγει: «Kαί ἰδού ὁ ἀστήρ, ὅν
εἶδον, ἐν τῇ ἀνατολῇ, προῆγεν αὐτούς (τούς Μάγους) ἕως ἐλθών ἔστι
ἐπάνω οὗ ἦν τό παιδίον» (Ματθ. 2,9). Ὁ Καβάσιλας προσθέτει καί
τούς ψαλμικούς λόγους: «τῷ λόγῳ τοῦ Kυρίου οἱ οὐρανοί
ἐστερεώθησαν» (Ψαλμ. 32,6). Κατά τόν Γρηγόριο Ναζιανζηνό
ὁ ἀστερίσκος εἶναι «ὁ θεῖος ἀστήρ, ὁ φανείς τοῖς μάγοις, κατά τήν
ἔνσαρκον τοῦ Μεγάλου Θεοῦ, Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ
οἰκονομίαν». Κατά τόν Συμεών Θεσσαλονίκης ὁ ἀστερίσκος
συμβολίζει «τούς ἀστέρας καί αὐτόν τόν ἐπί τῇ γεννήσει Χριστόν».
Ἐπίσης, ὁ ἀστερίσκος λέγει ὁ ἴδιος πατέρας, συμβολικά συνδέεται
καί μέ «τά πραχθέντα ἐν τῇ γεννήσει, ἐπεί καί σπηλαίου καί φάτνης
τύπον» εἶναι ἡ Πρόθεσις.
Ο ΣΠΟΓΓΟΣ. Αὐτό εἶναι ἀκατέργαστο φυσικό σφουγγάρι, πού
χρησιμεύει γιά τήν τελική ἀπόμαξη τοῦ ἁγίου Ποτηρίου καί τίθεται
μέσα σ’αὐτό γιά τή συγκράτηση τῆς ὑγρασίας. Εἰσήχθη γιά νά
συμβολίζει κυρίως τόν σπόγγο τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου.
Ἄς θυμηθοῦμε ἐκεῖνο τό ἱερό γεγονός. Ὁ Κύριος εὑρισκόμενος ἐπί
τοῦ Σταυροῦ εἶπε «διψῶ» (Ἰω. 19, 28). «Ἐκεῖνοι δέ (οἱ στρατιῶται), πού
ἤκουσαν τόν λόγον αὐτόν τοῦ Ἰησοῦ ἀφοῦ ἐγέμισαν ξίδι ἕνα σφουγγάρι,
τό ἔφεραν πλησίον τοῦ στόματος τοῦ Ἰησοῦ» (Ἰω. 19, 29). Ἀνάλογα
χωρία ὑπάρχουν στόν Ματθαῖο (27, 48) καί στόν Μᾶρκο (15, 36).
ΤΑ ΚΑΛΥΜΜΑΤΑ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΣΚΕΥΩΝ. Ὁ ἱερός Καβάσιλας
γράφει: «Kαί καλύπτει τόν ἄρτον καί τό ποτήριον (ὁ ἱερεύς) πέπλοις
πολυτίμοις». Καί συνεχίζει: «Διότι πραγματικά συγκαλυπτόταν στήν
ἀρχή ἡ δύναμις τοῦ ἐνανθρωπήσαντος, ἕως τόν καιρόν τῶν θαυμάτων
καί τῆς μαρτυρίας ἀπό τόν οὐρανόν» (κατά τήν Bάπτιση στόν
Ἰορδάνη)[Φιλοκαλία σ. 72]. Ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης γράφει, ὅτι ἡ
κάλυψη τῶν προσφερομένων Δώρων μᾶς ὑπενθυμίζει τό γεγονός,
ὅτι δέν ἀναγνώρισαν ὅλοι τόν Χριστό ἐξἀρχῆς· ὅ,τι ἄν καί
σαρκώθηκε, δέν ἐξῆλθε ἐκ τοῦ μυστηρίου τῆς θεότητος καί τῆς
προνοίας Του (PG 155.729). Τά καλύμματα τῶν ἱερῶν σκευῶν εἶναι
τρία: Δύο ἰσομεγέθη, σέ σχῆμα σταυροῦ μέ τά ὁποῖα καλύπτονται
ἀντίστοιχα τό δισκάριο καί τό ποτήριο κατά τήν προσκομιδή.
Τό τρίτο τό μεγαλύτερο πού καλύπτει καί τά δύο μαζί εἶναι
σέ σχῆμα τετραγώνου καί ὀνομάζεται ἀέρας. Ὁ Γερμανός
Κωνσταντινουπόλεως, διά τό δισκοκάλυμμα γράφει ὅτι συμβολίζει
τό «σουδάριον», πού περικάλυπτε τό πρόσωπο τοῦ Κυρίου στόν τάφο.
«Τό δισκοκάλυμμα ἐστίν, ἀντί τοῦ σουδαρίου, ὅ ἦν ἐπί τοῦ προσώπου
αὐτοῦ, περικαλύπτον αὐτόν ἐν τῷ τάφῳ». Γιά δέ τόν ἀέρα γράφει ὅτι
συμβολίζει τόν λίθο, μέ τόν ὁποῖο ὁ Ἰωσήφ ἀσφάλισε τό μνημεῖο
«Ὁ ἀήρ ἐστί καί λέγεται, ἀντί τοῦ λίθου, οὗ ἠσφαλίσατο τό μνημεῖον
ὁ Ἰωσήφ... Ἰδού ἐσταύρωται ὁ Χριστός, τέθαπται ἡ ζωή, ἠσφαλίσθη
ὁ τάφος». Ἡ κάλυψη τοῦ δισκαρίου συμβολίζει τήν σινδόνα, μέ τήν
ὁποία τύλιξαν τό σῶμα τοῦ Κυρίου (PG 98 σελ. 400). Ὁ Συμεών
Θεσσαλονίκης γράφει, πώς τά καλύμματα τῶν ἱερῶν σκευῶν
συμβολίζουν τά σπάργανα μέ τά ὁποῖα τύλιξαν τό θεῖο βρέφος.
«Εἶτα, τό τοῦ δίσκου κάλυμμα λαβών, σημαῖνον, σύν τοῖς ἄλλοις
καλύμμασι, τά σπάργανα». Καί τοῦτο, γιατί «καί ἡ πρόθεσις τύπον
ἐπέχει τοῦ σπηλαίου καί τῆς φάτνης». Ὁ δέ ἀέρας σημαίνει τό
στερέωμα καί τήν σινδόνα. «Ὅς ἀήρ καί τό στερέωμα, ἐν ᾧ ὁ ἀστήρ
καί τήν σινδόνα σημαίνει» (περί τῆς Θ. Λειτουργίας PG 155 σ. 288).
Ὁ Θεόδωρος Στουδίτης τόν ὀνομάζει «ἀνώτατον πέπλον ἤ ἁπλῶς τό
πέπλον». «Ὁ δέ ἱερεύς τῷ ἀνωτάτῳ πέπλῳ ὅ καί ἀέρα οἶδεν ὁ λόγος
καλεῖν, τά Δῶρα ἐπικαλύπτει» (Migne 99.1689). Ὁ «ἀήρ» εἶναι
σύμβολο τῆς συγκατάθεσης τοῦ οὐρανίου Πατρός στήν προσφορά
τοῦ Υἱοῦ. Αὐτή τήν συγκατάθεση βεβαιώνει καί ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ
στόν Πιλάτο: «Οὐκ εἶχες ἐξουσίαν οὐδεμίαν κατ’ ἐμοῦ, εἰ μή ἦν
δεδομένον σοι ἄνωθεν» (Ἰω. 19,11). Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας
παρατηρεῖ ὅτι ἡ ἔκφραση «δεδομένον ἄνωθεν» σημαίνει τήν
συγκατάθεση τοῦ Πατρός στό Πάθος τοῦ Υἱοῦ καί
ταυτόχρονα, ὅτι ὁ Υἱός ἀποδέχθηκε ἑκουσίως τήν σταυρική Του
θυσία (Migne 74.1051 ΑΒ).
Θά συνεχίσουμε, ὅμως, Θεοῦ θέλοντος, στό ἑπόμενο
κήρυγμα. ΑΜΗΝ!    Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου