Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2026

 

KYΡΙΑΚΗ 11 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2026










Στο Κουκουνάρειο Πνευματικό Κέντρο του Ιερού Ναού Παναγίας Λατομιτίσσης Χίου ο εφημέριος του Ιερού Ναού π. Βασίλειος Φιλιππάκης μετά τη Θεία Λειτουργία τέλεσε τον αγιασμό για την έναρξη των μαθημάτων όπως κάθε χρόνο.

Ο κ. Παντελής Μπουγδάνος  τίμησε  με την σύζυγό του την ενορία μας.

Μετά την τέλεση του αγιασμού όλοι οι παρευρισκόμενοι  ασπάστηκαν τον τίμιο σταυρό.

Ευχόμαστε καλή αρχή των μαθημάτων και καλή δύναμη στους εκπαιδευτές.

Σε όλους τους εγγεγραμένους πήραν το πρόγραμμα των μαθημάτων.

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026

 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 40
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ
Ζ΄ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ
11-10-2026

Συνεχίζουμε, ἀδελφοί μου, τήν ἀναφορά μας στά ἀρχιερατικά
ἄμφια.
Η ΜΙΤΡΑ. Ἡ μίτρα εἶναι τό ἐπίσημο κάλυμμα τῆς κεφαλῆς, πού
φέρει ὁ Ἐπίσκοπος, κατά τήν Θεία Λειτουργία, ὑπό μορφή στέμματος.
Ἡ μίτρα διακοσμεῖται μέ διάδημα κυκλικῶς καί μέ δικέφαλο ἀετό,
φέρει δέ τέσσερις Εὐαγγελιστές καί σταυρό στήν κορυφή της. Ἡ μίτρα
ἔχει τά πρότυπά της στόν Ἀρχιερέα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὁ ὁποῖος
ἔφερε «κίδαριν» (=κάλυμμα) στό κεφάλι (Ἔξοδ. 29,9), ἀλλά καί στά
στέμματα τῶν Βυζαντινῶν Αὐτοκρατόρων. Ὁ Καθηγητής Φουντούλης
σημειώνει: «Ἡ μίτρα εἶναι γνωστό ὅτι ἐφορεῖτο μόνο ἀπό τόν Ἐπίσκοπο
τῆς Ρώμης (πρίν τό σχίσμα) καί τόν Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας, ἀρχῆς
γενομένης ἀπό τόν ἅγιο Κύριλλο. Στήν Κωνσταντινούπολη εἰσήχθη
ἀπό τόν Κύριλλο Λούκαρη τόν 17ο αἰῶνα, πού χρημάτισε πρῶτα
Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας, καί ὕστερα γενικεύθηκε (Λειτουργική). Ἀπό
τότε εἰσήχθη στό Βυζαντινό Τυπικό, ὡς σύμβολο τῆς πνευματικῆς
ἐξουσίας τοῦ Ἐπισκόπου. Κατά τήν παράδοση, ἡ μίτρα συμβολίζει τόν
ἀκάνθινο στέφανο καί τήν πνευματική ἀρχή καί ἐξουσία τοῦ
ἀρχιερατικοῦ ἀξιώματος. Τό συνοδικό γράμμα τοῦ Πατριάρχη
Κωνσταντινουπόλεως Διονυσίου τοῦ Μουσελίμη (1671-1673) καταλήγει
λέγοντας: «Ὅθεν καί λίθοις κοσμεῖται ποικίλοις (ἡ μίτρα), τήν
ποικιλότητα τῶν ἐν τῇ ἁγίᾳ τοῦ Χριστοῦ κεφαλῇ ἀρετῶν
ὑποσημαίνουσα». Ὅταν πρόκειται νά τοποθετηθεῖ ἡ μίτρα στήν
κεφαλή τοῦ Ἐπισκόπου, ὁ διάκονος λέγει: «Εὐλόγησον Δέσποτα, τόν
ἱερόν Στέφανον (μίτραν). Καί ὁ Ἐπίσκοπος θά πεῖ: «Ἔθηκας ἐπί τήν
κεφαλήν αὐτοῦ στέφανον ἐκ λίθων τιμίων· ζωήν ᾐτήσατό σε, καί
ἔδωκας αὐτῷ μακρότητα ἡμερῶν» (Ψαλμ. 20,4-5). Ὁ Ἀρχιερέας
στεφανώνεται καί κοσμεῖται μέ τέτοια τιμή, ὥστε οἱ χριστιανοί
βλέποντες τό σημεῖο «τῆς τοιαύτης καί τοσαύτης ἐξοχωτάτης χάριτος
τοῦ Θεοῦ» νά τοῦ ἀποδίδουν τήν ἀξιοπρεπῆ ὑπακοή, τιμή καί εὐλάβεια.
Η ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΡΑΒΔΟΣ Ή ΠΑΤΕΡΙΤΣΑ. Ἡ ράβδος, ὡς
ἔμβλημα ἱεραρχικό, ἀναφέρεται σέ ὅλους τούς ἀρχαίους λαούς. Στούς
Ἑβραίους ἦταν ἔμβλημα ἐξουσίας καί ἡγεμονίας στίς φυλές τοῦ
Ἰσραήλ. «Σκῆπτρον ἕν δώσω τῷ υἱῷ σου» (Γ΄Βασ. 11,13). Γνωστή εἶναι
ἡ ράβδος τοῦ Μωϋσῆ ἐνώπιον τοῦ Φαραώ (Ἔξοδ. 7,9), τῆς Ἐρυθρᾶς
θάλασσας (Ἔξοδ. 14,16), στήν ἔρημο (Ἔξοδ. 15,25), καθώς καί ἡ ράβδος
Ἀαρών ἡ βλαστήσασα» (Ἀριθμ. 17,26 καί Ἑβρ. 9,4-5). Εἰσάγεται στήν
Χριστιανική Ἐκκλησία. Ἡ ἐξουσία τοῦ Ἐπισκόπου εἶναι πνευματική καί
ἡ ράβδος συνδέεται μέ τήν διαποίμανση τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Εἶναι,
συνήθως, ἐπιχρυσωμένη ἤ ἐπασημωμένη ἤ ἀπό ἄλλο πολύτιμο ὑλικό.
Ὁ σταυρός, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει στήν πάνω ἄκρη ἐν μέσῳ δύο ὄφεων,
δηλώνει τήν νίκη τοῦ Χριστοῦ. Τά δύο φίδια παραπέμπουν στό γεγονός
τῆς, ἀπό τόν Μωϋσῆ, ὕψωσης τοῦ χάλκινου φιδιοῦ στήν ἔρημο, ὡς
προεικόνιση τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ράβδος προσδιορίζεται πρίν
ἀπό τόν 14ο αἰῶνα. Ὁ ἀείμνηστος καθηγητής Στεφανίδης σημειώνει ὅτι
ἡ τελετή τῆς «προβλήσεως» δηλαδή τῆς ἐγκαθίδρυσης τοῦ νέου
Πατριάρχη, ὡς κύριο στοιχεῖο εἶχε τήν ἐγχείρηση (παράδοση) τῆς
ράβδου ἀπό μέρους τοῦ αὐτοκράτορα, ὡς ἐμβλήματος τῆς
πατριαρχικῆς ἐξουσίας. Μάλιστα, ὁ Συμεών τήν ὀνομάζει «ἱεράν
ράβδον», καί τήν θεωρεῖ «τιμιώτερον καί ποιμαντικῆς ἐξουσίας
σύμβολον». Ἔκτοτε τήν κρατοῦν ὅλοι οἱ Ἐπίσκοποι. Ὅταν πρόκειται νά
κρατήσει ὁ Ἀρχιερέας τήν ποιμαντορική ράβδο λέγεται ἡ ἑξῆς εὐχή:
«Ράβδον δυνάμεως ἐξαποστελεῖ σοι Κύριος ἐκ Σιών, καί κατακυρίευε
ἐν μέσῳ τῶν ἐχθρῶν σου» (Ψαλμ. 109,2). Ἡ ράβδος εἶναι «ἡ ράβδος
εὐθύτητος, ἡ ράβδος τῆς Βασιλείας Κυρίου» (Ψαλμ. 44,7), Ἀποκάλ. 2,27),
εἶναι τό ἔμβλημα τῆς ἐξουσίας πού περιβάλλεται ὁ Ἀρχιερέας.
Ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης σημειώνει: «Ἡ ράβδος σημαίνει τήν ἐξουσίαν
τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τό στηρικτικόν τοῦ λαοῦ καί τό ποιμαντικόν,
καί τό νά δύναται (ὁ Ἐπίσκοπος) νά ὁδηγῇ καί τό νά παιδεύῃ τούς
ἀπειθεῖς καί τό νά συνάγῃ εἰς τόν ἑαυτόν του τούς μεμακρυσμένους.
Ἀκόμη, ἡ ράβδος διώκῃ τούς θηριώδεις καί βλαπτικούς· καί τελευταῖον
δηλοῖ τόν Σταυρόν τοῦ Χριστοῦ καί τό νικητικόν σημεῖον, μέ τό ὁποῖο
ἡμεῖς τιμῶμεν καί στηριζόμεθα καί παιδαγωγούμεθα, καί νεκρώνοντες
τά πάθη ἑλκόμεθα εἰς τόν Χριστόν καί τούς ἐχθρούς κυνηγοῦμεν καί
πάντοτε φυλαττόμεθα καί σωζόμεθα.
Ο ΜΑΝΔΥΑΣ. Ὁ μανδύας, ὡς ἄμφιο, εἶναι ἔνδυμα μεγαλοπρεπές καί
πολυτελέστατο, κοσμημένος μέ «ποταμούς» κοκκίνου χρώματος, μέ
μακριά πτυχώδη οὐρά. Ὁ Ἐπίσκοπος φέρει τόν Μανδύα στόν
ἀρχιερατικό ἑσπερινό, χοροστατῶν ἐπί τοῦ θρόνου, στόν Ὄρθρο, ὅταν
πρόκειται νά λειτουργήσει, ἐπί τοῦ θρόνου, πρίν φορέσει τήν
ἀρχιερατική του στολή. Ἐπίσης, καί σέ ἄλλες ἱεροπραξίες, ὅταν πρέπει
νά χρησιμοποιήσει τό μικρό ὠμοφόριο καί τό ἐπιτραχήλιο. Καί οἱ
Ἀρχιμανδρῖτες, ὡς ἡγούμενοι Μονῶν, φέρουν μανδύα καί ράβδο σέ
ἱεροπραξίες, ὅπως τοῦ πανηγυρικοῦ Ἑσπερινοῦ, τοῦ Ὄρθρου, ὅταν δέν
φοροῦν φελόνιο. Κατ’ ἀρχάς ὁ μανδύας ἦταν ἔνδυμα πού ἔφεραν οἱ
βασιλεῖς καί οἱ ἀξιωματοῦχοι τῆς Ἐκκλησίας ἀρχιερεῖς καί μοναχοί. Γιά
τόν μανδύα ὡς ἄμφιο, ἔχομε τήν μαρτυρία τοῦ Γερμανοῦ
Κωνσταντινουπόλεως, ὁ ὁποῖος στό ἔργο του «Μυστική θεωρία» τόν
ὄγδοο αἰῶνα γράφει: «τό δέ μανδίον (μανδύα), ἐμφαῖνον, διά τῆς
ἀπολελυμένης ἁπλώσεως τήν πτερωτήν τῆς τῶν ἀγγέλων μιμήσεως,
καθ’ ὅτι ἀγγελικόν σχῆμα λέγεται». Ἐδῶ ἀναφέρει καί τόν συμβολισμό
του, στήν μοναχική πολιτεία. Ἀπό ὅλα αὐτά διαπιστώνονται τά ἑξῆς:
α) Ὁ μανδύας ἦταν ἄμφιο ἐπισκοπικό καί μοναχικό, β) ἔχει προέλευση
καλογερική, ἀλλά ἐπίδραση αὐτοκρατορική. Ὁ ἀείμνηστος καθηγητής
Παναγιώτης Τρεμπέλας γράφει: «Οἱ ἐπίσκοποι, οἵτινες συνήθως
ἐλαμβάνοντο ἐκ τῶν μοναχικῶν τάξεων, διατηρήσαντες τόν μανδύαν
ἀπό τῆς μοναχικῆς χρήσεως μετέβαλον αὐτόν εἰς ἄμφιον
μεγαλοπρεπές καί κοσμικόν, διά ποταμῶν κεκοσμημένον». Ὁ
καθηγητής Φουντούλης σημειώνει: «Τέλος ὁ μανδύας, τόν ὁποῖον
περιβάλλονται ὅταν χοροστατοῦν οἱ ἀρχιερεῖς καί οἱ ἡγούμενοι,
θεωρεῖται εἴτε αὐτοκρατορικῆς προελεύσεως, εἴτε ἐξέλιξη τοῦ
μοναχικοῦ μαύρου καί πολυπτύχου μανδύου». Στίς τέσσερις γωνιές
τοῦ μανδύα, ὑπάρχει τμῆμα πού εἶναι περισσότερο στολισμένο, καί
καλεῖται «πῶμα»· ἐδῶ, συνήθως, εἰκονίζονται οἱ τέσσερις
Εὐαγγελιστές. Ἀπό κάθε «πῶμα» ἀναχωροῦν ἔγχρωμες λωρίδες, πού
λέγονται «ποταμοί». Ὁ Συμεών λέγει: «Ποταμοί δέ λέγονται διά τήν
φωνήν ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ αὐτοῦ τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν λέγοντος
«Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ ποταμοί ρεύσουσιν ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ὕδατος
ζῶντος» (Ἰω. 7,38). Καί συμπληρώνει: «Τότε κατέβη τό Ἅγιον Πνεῦμα,
καί ἡμεῖς ἐλάβομεν τήν Θείαν Χάριν, καί ἀπό τήν καρδίαν τῶν πιστῶν
οἱ ποταμοί τρέχουσι καί τοῦτο εἶναι ἐκεῖνο, τό ὁποῖο δηλοῖ ὁ μανδύας».
Θά συνεχίσουμε ὅμως, σύν Θεῷ, στό ἑπόμενο κήρυγμα. ΑΜΗΝ!

Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026

 


 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 39
ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΛΟΥΚΑ
04-10-2026

ΤΑ ΑΜΦΙΑ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ. Τό στιχάριο εἶναι ὅμοιο μέ
τοῦ Πρεσβυτέρου. Τά παλαιότερα στιχάρια ἔφεραν ἀπό τό ὕψος τῶν
ὤμων ὡς τόν ποδόγυρο, δύο κάθετες ταινίες (ποταμούς) κόκκινες ἤ
λευκές, σύμβολο τόσο τοῦ αἵματος καί τοῦ ὕδατος πού ἔρρευσαν ἀπό
τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὅσο καί τῆς σοφίας, πού διά τοῦ κηρύγματος
σκορπίζει γύρω του ὁ Ἐπίσκοπος (PG. 98.393). Ὁ Συμεών
Θεσσαλονίκης κάνει ἰδιαίτερη μνεία, ἀλλά καί διάκριση, ὡς πρός τό
στιχάριο τοῦ ἀρχιερέως: «Αὐτό ἔχει ἄνωθεν κατωφερεῖς τούς
λεγόμενους ποταμούς, οἱ ὁποῖοι τό διδασκαλικόν τῆς ἐν αὐτῷ
χάριτος σημαίνουσι καί τό διαφοροειδές τῶν ποικίλων χαρισμάτων,
τά ὁποῖα ἠξιώθη ὁ ἀρχιερεύς παρά τοῦ Θεοῦ, καί ὅτι δι’αὐτοῦ
προέρχονται εἰς πάντας... Ποταμοί δέ λέγονται διά τήν φωνήν ἐν τῷ
Εὐαγγελίῳ αὐτοῦ τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν λέγοντος· «ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ
ποταμοί ρεύσουσιν ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ὕδατος ζῶντος» (Ἰω. 7,38).
Ὁ δέ ἀρχιερεύς φορεῖ τό στιχάριον, ὡς φωτεινόν ἔνδυμα ἀφθαρσίας
καί ἁγιωσύνης, τό ὁποῖον δηλοῖ τήν καθαρότητα καί τό φωτιστικόν
τοῦ Ἰησοῦ καί τήν ἁγνείαν καί λαμπρότητα τῶν Ἀγγέλων»
(Ἅπαντα Συμεών Θεσσαλονίκης).
Τό ἐπιτραχήλιο, ἡ ζώνη καί τά ἐπιμάνικα εἶναι ὅπως τοῦ
Πρεσβυτέρου. Ὁ σάκκος τοῦ Ἐπισκόπου ἀντικατέστησε τό
πολυσταύριο φελόνιο. Τά μανίκια τοῦ σάκκου φτάνουν μέχρι τόν
καρπό τῶν χεριῶν καί τό ὕψος του φτάνει μέχρι τά γόνατα.
Προέρχεται ἀπό τήν ἐνδυμασία κοσμικῶν ἀρχόντων, ὅπου στήν
Παλαιστίνη συμβόλιζε τό πένθος ἤ τήν μετάνοια (Γένεσ. 37,34 καί
Σοφ. Σειρ. 25,17) καί στήν Κωνσταντινούπολη τήν ὑποταγή τοῦ
βυζαντινοῦ αὐτοκράτορα στόν ὑπέρτατο Βασιλέα τῶν Οὐρανῶν.
Ἀπό τόν 12ο αἰῶνα ἀναφέρεται ὡς ἐπισκοπικό ἄμφιο. Ἀρχικά τό
φοροῦσε μόνον ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης. Κατά τόν Συμεών
Θεσσαλονίκης (πρῶτο ἥμισυ 15ου αἰώνα), σάκκον «πλήρη σταυρῶν»
φοροῦσαν οἱ Πατριάρχες καί οἱ Ἀρχιεπίσκοποι. Ἀπό τήν ἅλωση τῆς
Πόλης καί μετά σάκκο φέρουν ὅλοι οἱ Ἀρχιερεῖς. Ἡ λέξη «σάκκος»
παράγεται ἀπό τήν ἑβραϊκή λέξη «σάκ», πού σημαίνει «ἔνδυμα τῆς
μετανοίας καί τῆς ταπεινώσεως». Ὁ Θεόδωρος Βαλσαμών γράφει ὅτι
ὁ σάκκος εἰκονίζει «τήν χλαῖναν τῆς ὕβρεως». «Καί ἱμάτιον
πορφυροῦν περιέβαλον αὐτόν καί ἔλεγον· χαῖρε ὁ βασιλεύς τῶν
Ἰουδαίων» (Ἰωάν. 19, 2-3). Τήν ἴδια ἑρμηνεία δίδει καί ὁ Συμεών ὅταν
λέγει: «Ὁ σάκκος τήν ἐν τῷ πάθει σημαίνει χλαῖναν». Καί σέ ἄλλο
σημεῖο ἐπεξηγεῖ: «Οἱ Ἀρχιερεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐνδύονται σάκκους
προφανῶς μιμοῦνται τόν παθόντα Κύριον, τόν ὑπέρ ἡμῶν σάκκον τε
ἐνδυσάμενον πρακτικῶς καί διά σταυροῦ θάνατον ἐνεγκόντα. Διό
καί πᾶς ὁ σάκκος πλήρης σταυρῶν». Οἱ κωδωνίσκοι τοῦ σάκκου,
ἀφ’ἑνός μᾶς ὑπενθυμίζουν τόν ἦχο «τῶν κωδώνων» τοῦ Ἀαρών, ἀφ’
ἑτέρου συμβολίζουν τό διδακτικό καί κηρυκτικό ἔργο τοῦ Ἐπισκόπου.
ΤΟ ΩΜΟΦΟΡΙΟ. Αὐτό εἶναι ἀρχιερατικό ἄμφιο, καί ἀποτελεῖ
τό διακριτικό γνώρισμα τοῦ Ἀρχιερατικοῦ ἀξιώματος καί δεῖγμα τῆς
ἐπισκοπικῆς ἐξουσίας. Τά ὠμοφόρια εἶναι δύο εἰδῶν, τό μεγάλο καί
τό μικρό.
Τό μεγάλο τοποθετεῖται γύρω ἀπό τόν λαιμό τοῦ ἐπισκόπου καί
πάνω στόν σάκκο. Τό ἕνα του ἄκρο κρέμεται μπροστά καί τό ἄλλο
πρός τά πίσω. Τό φοράει ἀπό τήν ἀρχή τῆς Θείας Λειτουργίας, ὅπου
παρίσταται ποιμένας καί τύπος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, μέχρι τοῦ
Ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος, ὁπότε καί τό ἀφαιρεῖ, ἐπειδή
πρόκειται νά ἀναγνωσθεῖ τό ἱερό Εὐαγγέλιο, σέ ἔνδειξη ταπείνωσης.
Ὁ Συμεών γράφει: «Τό νά ἐκβάλλει ὁ Ἀρχιερεύς τό ὠμοφόριον εἰς
τήν ἀνάγνωσιν τοῦ Εὐαγγελίου σημαίνει τήν δουλείαν καί ὑποταγήν
του πρός τόν Σωτῆρα ..... καί ὅταν ἀναγιγνώσκονται τά θεῖά Του
λόγια διά τοῦ Εὐαγγελίου, τότε εἶναι αὐτός ὁ ἴδιος ὁ λαλῶν».
Τό μικρό ὠμοφόριο τό φορεῖ ὁ Ἀρχιερέας ἀπό τήν Μεγάλη
Εἴσοδο τῶν Τιμίων Δώρων ἕως τό τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας. Τό
φοράει, ἐπίσης, καί στά ἄλλα ἱερά μυστήρια καί ἱερές ἀκολουθίες. Τά
δύο του ἄκρα πέφτουν μπροστά στό στῆθος. Τό ὠμοφόριο εἶναι
ἄμφιο ἀρχαιότατο καί γιά τή χρήση του μαρτυρεῖ ἡ πανάρχαια
χριστιανική εἰκονογραφία. Σ’αὐτήν οἱ ἱεράρχες, κατά κανόνα,
φέρουν ὠμοφόρια. Ὁ Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως γράφει:
«Τό ὠμοφόριον ἐστί τοῦ ἀρχιερέως, κατά τήν στολήν τοῦ Ἀαρών,
ἥνπερ ἐφόρουν οἱ ἐν τῷ νόμῳ ἀρχιερεῖς, σουδαρίοις μικροῖς τόν
εὐώνυμον ὦμον περιτιθέντες κατά τόν ζυγόν τῶν ἐντολῶν τοῦ
Χριστοῦ. Τό δέ καθῆσαι (τόν ἀρχιερέα στό σύνθρονο) ἐστίν ὅτι
ὁ Υἱός τήν ἑαυτοῦ σάρκα ἥν ἐφόρεσε, καί τό πρόβατον ὅ ἀνέλαβε
ἐπί τῶν ὤμων (ὅπερ σημαίνει τό ὠμοφόριον), ὅ ἐστί τό Ἀδαμιαῖον
φύραμα». Τήν ἴδια ἄποψη ὑποστηρίζει καί ὁ Σωφρόνιος
Ἱεροσολύμων. Σύμφωνα μέ τόν Συμεών, τό ὠμοφόριο ὡς τελευταῖο
ἄμφιο τῆς ἀρχιερατικῆς ἐνδυμασίας καί τάξεως, συμβολίζει, μέσῳ
τοῦ πλανηθέντος προβάτου, τήν ἀνάκληση καί σωτηρία τῶν
«ἀνθρώπων ἡμῶν», πού χάρη τοῦ «πλανηθέντος προβάτου»,
ἀνέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση ὁ Χριστός, μέ τήν ὁποία, ἀφοῦ ἔπαθε
πάνω στό Σταυρό, μᾶς ἔσωσε. Ἀλλά καί τήν Σταύρωση εἰκονίζει,
γιατί ἐμπρός καί πίσω «σταυροειδῶς τέσσαρας ἔχει σταυρούς». Καί
συνεχίζει ὁ Συμεών «Τό ὠμοφόριον εἰκονίζει τό πλανηθέν πρόβατον,
τό ὁποῖον ἐπί τῶν ὤμων ἔλαβεν ὁ Σωτήρ, τοῦτό ἐστι τήν ἡμετέραν
φύσιν καί ὅτι ἐκ τῶν οὐρανῶν κατελθών ἐσαρκώθη καί ὅτι καί αὐτός
ἀμνός ὠνομάσθη ὡς σφαγείς ὑπέρ ἡμῶν. Βεβαιώνουσι δέ αὐτήν τήν
ἔννοιαν καί τά λόγια, ὅσα λέγει τυλίσσων αὐτό ἐπί τῶν ὤμων του.
«Ἐπί τῶν ὤμων, Χριστέ, τήν πλανηθεῖσαν ἄρας φύσιν, ἀναλειφθείς
τῷ Θεῷ καί Πατρί προσήγαγες». «Ὅταν προπορεύεται τό ὠμοφόριον
ἔμπροσθεν τῶν ἱερῶν Δώρων (κατά τήν Μεγάλη Εἴσοδο) αὐτό
σημαίνει ὅτι θέλει εἶσθαι ἐν τῷ μέλλοντι, ὁρατός εἰς ὅλους ὁ Ἰησοῦς
σεσαρκωμένος καί πεπληγωμένος δι’ἡμᾶς, Αὐτός ὁ εἷς Θεός τῆς
Ἁγίας Τριάδος καί φωτίζει ἡμᾶς μέ τάς λάμψεις καί μαρμαρυγάς τῆς
Θεότητος» (Ἅπαντα Συμεών Θεσσαλονίκης). Ἡ ἀφαίρεση ἤ ἡ
κατάθεση τοῦ ὠμοφορίου σημαίνει ἀφαίρεση ἤ κατάθεση τῆς
ἐπισκοπικῆς ἐξουσίας. Στά πρακτικά τῆς ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου
(681) διαβάζομε, ὅτι οἱ Πατέρες, ἀναθεματίσαντες τόν Μακάριο,
Πατριάρχη Ἀντιοχείας, (λόγῳ μή ὑπακοῆς του στά θεολογικά
δόγματα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας) διέταξαν, ὅπως τοῦ ἀφαιρεθεῖ
τό ὠμοφόριον. «Δικαίως τῆς ἐπισκοπῆς ἀλλοτριούσθω! Γυμνούσθω
τοῦ προκειμένου αὐτῷ ὠμοφορίου». Τά ἄμφια τοῦ Ἐπισκόπου εἶναι
ἑπτά «διά τάς ἑπτά ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», ὅπως γράφει
ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης. Εἶναι δέ αὐτά ταῦτα· στιχάριον,
ἐπιτραχήλιον, ζώνη, ἐπιμάνικα, ἐπιγονάτιον (τό ὁποῖον κρέμαται
ἐπί τοῦ δεξιοῦ μέρους τοῦ σάκκου), ὁ σάκκος καί τό ὠμοφόριον.
Αὐτά δηλώνουν τήν «ἑνανθρώπησιν τοῦ Χριστοῦ καί τά τῆς
ἐνανθρωπήσεως».
Θά συνεχίσουμε ὅμως, σύν Θεῷ, στό ἑπόμενο κήρυγμα. ΑΜΗΝ!       Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026


 

 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 38
ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΛΟΥΚΑ
27-09-2026

Συνεχίζεται, ἀδελφοί μου, ἡ ἀναφορά στά ἱερατικά ἄμφια.
ΤΟ ΦΕΛΟΝΙΟ. Τό φελώνιο ἤ φελόνιο εἶναι διακριτικό ἄμφιο
τῶν πρεσβυτέρων «ὅπερ φοροῦσιν οἱ ἱερεῖς τῆς Ὀρθοδόξου
Ἐκκλησίας ἐν ταῖς ἱερουργίαις», σημειώνει ὁ ἱερός Χρυσόστομος.
Τό ἄμφιο αὐτό φέρεται πάνω ἀπό τό στιχάριο καί ἐπιτραχήλιο. Ἔχει
κωνοειδές σχῆμα χωρίς μανίκια, καί ἔχει ἄνοιγμα στό ἐπάνω μέρος.
Φοριέται ἀπό τό κεφάλι καί ἀποτελεῖ τό ἐξωτερικό ὁλόσωμο ἄμφιο
τοῦ ἱερέα. Τό ἐμπρόσθιο μέρος του εἶναι βραχύ, μέχρι τῶν παλαμῶν
τῶν χειρῶν, ἐνῶ τό ὀπίσθιο εἶναι μακρύτερο. Στήν λειτουργική
χρήση ἐπικράτησε ἀπό τήν καθημερινή χρήση, γιατί, πολύ πρό τοῦ
5ου αἰῶνα, χρησιμοποιεῖται ἀπό πρόσωπα τῆς Ἐκκλησίας, εἴτε σάν
ὁδοιπορικό ἔνδυμα, εἴτε ὑπό τήν μορφή φιλοσοφικοῦ τρίβωνα
(Εὐσεβίου Ἐκκλ/κή Ἱστορία). Ὁ π. Κων. Καλλίνικος ἀναφέρει ὅτι «τό
φελόνιον ἔχει τήν λειτουργικήν χρῆσιν ἀναντιρρήτως ἀρχαιοτάτην».
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στήν Β΄ Τιμοθέου (4,13) γράφει: «Τόν φελόνην,
ὅν ἀπέλιπον ἐν Τρῳάδι παρά Κάρπου, ἐρχόμενος φέρε».
Ἡ ἀρχιερατική στολή, μέχρι τῆς Ἁλώσεως τῆς Κων/πόλεως,
περιελάμβανε καί τό φελόνιο. Οἱ μαρτυρίες προέρχονται ἀπό
τοιχογραφίες ἀρχαίων ναῶν, ὅπου οἱ ἱεράρχες εἰκονίζονται πάντοτε
μέ φελόνιο λευκό (πολυσταύριο). Μετά τήν Ἅλωση, τό Ἐπισκοπικό
τό πολυσταύριο φελόνιο, ἐκτοπίστηκε ἀπό τό σάκκο καί ἡ
λειτουργική του χρήση περιορίστηκε μόνο στούς πρεσβυτέρους. Ὁ
Σωφρόνιος Ἱεροσολύμων ἀναφέρει ὅτι τό φελόνιο «ἐστίν ὁ χιτών ὁ
ἄραφος, ὁ ἐκ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκφανθείς, ἔτι δέ καί ἡ κοκκίνη
χλαμύς», μέ τήν ὁποίαν οἱ στρατιῶτες χλευαστικά στόν Κύριο
ἔντυσαν. «Καί ἐκδύσαντες αὐτόν περιέθηκαν αὐτῷ χλαμύδα
κοκκίνην» (Ματθ. 27,27). Τήν ἴδια ἄποψη ἐπαναλαμβάνει καί ὁ
Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως, ὅταν λέγει: «Τό δέ φαινόλιον
ἐμφαίνει τήν ἀπό κοκκίνου πορφύραν, ἥνπερ τῷ Ἰησοῦ ἐμπαίζοντες
οἱ ἀσεβεῖς ἐφόρεσαν». Ἐπίσης, κατά τόν ἴδιο πατέρα ἐξεικονίζει καί
τήν στολή τοῦ Βαπτίσματος(π. Γ. Μεντιδάκη, τύπος καί συμβολισμός
στήν ὀρθόδοξη λατρεία). Ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης ἀσχολεῖται μέ τό
φελώνιο στό ἔργο του «περί τοῦ θείου Ναοῦ», καί γράφει: «Τό δέ
ἱερόν φαινόλιον φανερώνει τήν ὑψηλοτέραν καί ἄνωθεν δεδομένην
τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δύναμιν καί λάμψιν... Εἰκονίζει δέ ἔτι καί τήν
περιέχουσαν τό πᾶν προνοητικήν καί παντουργικήν καί
ἀγαθουργόν τοῦ Θεοῦ δύναμιν, διά τήν ὁποίαν ἕως ἡμᾶς ὁ Θεός
Λόγος κατῆλθε καί ἥνωσε τά ἄνω καί τά κάτω εἰς ἑαυτόν, μέ τήν
ἑαυτοῦ σάρκωσιν, σταύρωσιν καί ἀνάστασιν». Στό ἔργο του
«περί χειροτονιῶν» ὁ Συμεών γράφει: «Λευκόν μέν εἶναι διά τήν
καθαρότητα καί ἁγιωσύνην καί διά τήν περιβολήν τῆς θείας δόξης,
καί ὅτι ὁ Θεός φῶς ἐστί καί ἀναβαλλόμενος φῶς ὡς ἱμάτιον, καί οἱ
ἄγγελοι πολλάκις ἐνδεδυμένοι στολήν λευκήν ἐφόρεσαν...
Ὑψώνεται δέ ἐκ πλαγίου ὑποκάτω εἰς τάς χεῖρας ἐν τῷ καιρῷ τῶν
ἱερῶν ἔργων, διότι γίνεται τρόπον τινά, ὡς πτερά διά τό ἀγγελικόν
τῆς ἱερατικῆς ἀξίας». Ὁ Βαλσαμών ἀναφέρει πώς τά πολυσταύρια
φελόνια ἐξεικονίζουν «τοῦ Τιμίου Σταυροῦ τήν παγκόσμιον δόξαν
καί δύναμιν». Ὁ ἱερέας, ἀφοῦ λάβει τό φελόνιο γιά νά τό ἐνδυθεῖ, καί
ἐάν ἔχει εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, δέν τό εὐλογεῖ ἀλλά τό ἀσπάζεται,
λέγοντας «οἱ ἱερεῖς σου, Κύριε, ἐνδύσονται δικαιοσύνην, καί οἱ ὅσιοί
σου ἀγαλλιάσει ἀγαλλιάσονται (Ψαλμ. 131,9). Τό φελόνιο εἶναι τό
σύμβολο τῆς θείας δικαιοσύνης. Ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος λέγει:
«Ἱερεῖς ἐνδύσασθε δικαιοσύνην. Τόν μέγαν καί ἄσπιλον χιτῶνα
Χριστόν, τό ἡμέτερον κόσμημα». Ὁ ἱερέας, λοιπόν, ἐνδυόμενος τό
φελόνιο, ἐνδύεται «Ἐκεῖνον, Ὅς ἐγεννήθη ἡμῖν σοφία ἀπό Θεοῦ,
δικαιοσύνη τε καί ἁγιασμός καί ἀπολύτρωσις» (Α΄Κορ. 1,30).
Ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ φιλανθρωπία Του, τό θεῖο πάθος καί
ὁ σταυρικός του θάνατος (Γρηγορίου ἱερομ. ἡ Θ. Λειτουργία).
«Ὄντως γάρ ἡ διά σταυροῦ δικαιοσύνη τήν ἀγαλλίασιν ἡμῖν»
χορήγησε, γράφει ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης. Καί μάλιστα τό φελόνιο
«περιστέλλει ὅλο τό σῶμα ἀπό τῆς κεφαλῆς ἕως εἰς τούς πόδας,
διά τήν ἄνωθεν πρός ἡμᾶς πρόνοιαν καί διά τό συνεκτικόν τοῦ Θεοῦ
καί φυλακτικόν» (Ἅπαντα σ. 168).
ΤΟ ΕΠΙΓΟΝΑΤΙΟ. Αὐτό εἶναι ἄμφιο τετράγωνο ἤ ρομβοειδές
πού κρέμεται ἀπό τόν ἀριστερό ὦμο τοῦ ἱερέως, στόν δεξιό μηρό, σάν
ρομφαία. Σέ αὐτό εἰκονίζεται σταυρός ἤ ἄλλη παράσταση. Τό
ἐπιγονάτιο εἶναι ἄμφιο τοῦ Ἐπισκόπου ἀλλά τό φοροῦν καί
ὅσοι ἔχουν ἐκκλησιαστικό ἀξίωμα ὅπως Ἀρχιμανδρῖτες,
Πρωτοπρεσβύτεροι, Οἰκονόμοι κ.λ.π. Ὁ Συμεών γράφει:
«Εἰς αὐτούς (τούς ἀξιωματούχους κληρικούς), δίδεται ἄδεια (ἀπό τόν
Ἐπίσκοπο) νά φοροῦν ἐπιγονάτιον εἰς τήν Λειτουργίαν, ἐπειδή ὁμοῦ
μέ τήν ἱερωσύνην ἄλλοι μέν ἔχουν καί κριτοῦ χειροθεσίαν καί τινα
μεγίστην ἐκκλησιαστικήν διακονίαν· ἄλλοι δέ καθίστανται ποιμένες
ψυχῶν καί οἰκονόμοι καί ἔχουν μερικά σημεῖα τοῦ πρώτου ποιμένος
(τοῦ ἀρχιποίμενος Χριστοῦ), διά νά τόν μιμοῦνται». Ὁ Γερμανός
Κωνσταντινουπόλεως λέγει πώς τό ἐπιγονάτιο συμβολίζει τό
λέντιον, μέ τό ὁποῖο ὁ Πιλάτος σκούπισε τά χέρια του καί εἶπε:
«ἀθῶός εἰμι ἀπό τοῦ αἵματος τοῦ δικαίου τούτου» (Ματθ. 27,24). Μέ
τήν ἔννοια αὐτή τό χρησιμοποιεῖ καί ὁ Σωφρόνιος Ἱεροσολύμων.
Ὁ Βαλσαμών σημειώνει ὅτι μέ τό λέντιο σκούπισε τά πόδια τῶν
μαθητῶν ὁ Κύριος. «Τό δέ ἐπιγονάτιο εἰς τύπον τοῦ λεντίου ἐστίν, ὅ ὁ
Κύριος ἐνεδύσατο καί τούς πόδας τῶν μαθητῶν ἔνιψε» (Ἰωάν. 13,5-6).
Ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης συμπληρώνει: «Ὁ ἱερέας ἐνδύεται τό
ἐπιγονάτιον, τό ὁποῖον σημαίνει τήν νίκην ἐπάνω εἰς τόν θάνατον,
καί τήν Ἀνάστασιν τοῦ Σωτῆρος. Τοῦτο δέ λέγει καί ἡ εὐχή
«περίζωσαι τήν ῥομφαίαν σου ἐπί τόν μηρόν σου δυνατέ, τῇ
ὡραιότητί σου καί τῷ κάλλει σου καί ἔντεινε καί κατευοδοῦ καί
βασίλευε ἕνεκεν ἀληθείας καί πραότητος καί δικαιοσύνης»
(Ψαλμ. 44,4-5). Καί τοῦτο δηλοῖ τήν δύναμιν, τήν νίκην καί τήν
ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ, διά μέσου τῆς καθαρότητος καί
ἀναμαρτησίας. Καί διά τήν ἀλήθειαν μέν, ὅτι Αὐτός (ὁ Χριστός) εἶναι
ἡ ἀλήθεια (Ἰωάν. 14,6)· καί ἔλεος καί ἀλήθεια εἶναι ἔμπροσθεν τοῦ
προσώπου τοῦ Θεοῦ. Διά πραότητα δέ ὅτι εἶχε τήν ὑπομονήν τῶν
παθημάτων καί διά δικαιοσύνην, ὅτι, χωρίς νά ἁμαρτήσῃ, ἀπέθανε
καί ἠφάνισε τόν θάνατον». Καί καταλήγει ὁ Συμεών: «τήν κατά τοῦ
θανάτου νίκην καί τήν ἀφθαρσίαν τῆς ἡμετέρας φύσεως, καί τό
μέγα τῆς τοῦ Θεοῦ ἰσχύος κατά τῆς τοῦ πονηροῦ τυρρανίδος
ἐμφαίνει (τό ἐπιγονάτιον)». Ὁ Καθηγητής Φουντούλης καταθέτει:
«Τό ἐπιγονάτιο σημαίνει ὅτι ὁ λειτουργός πρέπει νά εἶναι
ὁπλισμένος μέ τόν θεῖο λόγο γιά νά καταπολεμᾶ τούς ὁρατούς καί
ἀοράτους ἐχθρούς τῆς πίστεώς μας». Τό ἐπιγονάτιο δίνεται ἀπό τόν
Ἐπίσκοπο στόν ἱερέα, ὡς ἐπιβράβευση τοῦ ποιμαντικοῦ ἔργου του.
Θά συνεχίσουμε ὅμως, σύν Θεῷ, στό ἑπόμενο κήρυγμα. ΑΜΗΝ!

Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου