ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 35
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ
06-09-2026
Μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀδελφοί μου, εἰσερχόμεθα σέ νέα ἑνότητα.
ΤΑ ΑΜΦΙΑ ΤΩΝ ΚΛΗΡΙΚΩΝ. «Ἐπειδή καί τά ἱερά ἄμφια χάριν
ἔχουσιν θείαν· ὅτι καί σημασίαν πνευματικήν ἕκαστον τούτων ἔχει τινά,
καί δι’ εὐλογίας ἀρχιερατικῆς ἕκαστον τούτων δίδοται», σημειώνει
ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης (PG 155,868). Ὁ λειτουργός ἐνδύεται τήν στολή
του, γιά νά ἀποβάλλει «τόν παλαιόν ἄνθρωπον τόν φθειρόμενον κατά
τάς ἐπιθυμίας τῆς ἀπάτης» καί «νά ἐνδυθῇ τόν καινόν ἄνθρωπον, τόν
κατά Θεόν κτισθέντα, ἐν δικαιοσύνῃ καί ὁσιότητι τῆς ἀληθείας»
(Ἐφεσ. 4,24). «Ἡ θεολογική ἔννοια τοῦ ἀμφίου εἶναι ὅτι ὁ λειτουργός δέν
τελεῖ ἀφ’ ἑαυτοῦ τά μυστήρια, ἀλλά δυνάμει Χριστοῦ καί τῆς ἱερωσύνης
τῆς Ἐκκλησίας, τήν ὁποίαν κατέχει διά τῆς χειροτονίας ἐν Πνεύματι
ἁγίῳ, ἐνδεδυμένος τήν τῆς ἱερατείας Χάριν», σημειώνει ὁ καθηγητής
Ἰωάν. Φουντούλης (Λειτουργ. Α΄). Ὁ ἱερεύς, κάθε φορά πού ἐνδύεται τά
ἱερά ἄμφιά του, τά εὐλογεῖ σταυροειδῶς, τά ἀσπάζεται καί τά φορεῖ. Οἱ
πράξεις αὐτές πιστοποιοῦν ὅτι τά ἱερά ἄμφια «ἡγιασμένα εἰσί καί ἐν τῷ
σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ ἁγιάζεται καί ἁγιασμοῦ μεταδοτικά εἰσι» (Συμεών
Θεσσαλονίκης). «Ὁ ἱερεύς, φορῶντας τήν ἱερατική του στολή, μᾶς
ὑπενθυμίζει πώς, ἐνῶ εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου, δέν ἀνήκει μόνο στόν
κόσμο αὐτό. Στέκεται ἀνάμεσα στόν ἄνθρωπο καί τόν Θεό, γέφυρα ἀπό
τήν ὁποία ἀνέρχονται οἱ προσφορές μας στόν Ὕψιστο καί κατέρχονται οἱ
δωρεές τοῦ Θεοῦ» (Γρηγόριος Ἱερομ., ἡ Θ. Λειτουργία).
Στήν Παλαιά Διαθήκη ὁ προφήτης Ἰεζεκιήλ ἐξυμνεῖ τήν ἁγιότητα
τῶν ἱερατικῶν στολῶν (42,14). Στό βιβλίο τῆς Ἐξόδου (28,2-3) διαβάζουμε
«Καί ποιήσεις στολήν ἁγίαν Ἀαρών τῶν ἀδελφῶν σου εἰς τιμήν καί δόξαν
... καί ποιήσουσι τήν στολήν τήν ἁγίαν Ἀαρών εἰς τό ἅγιον ἐν ᾗ ἱερατεύσει
μοι». Μάλιστα αὐτά τά λόγια τά ἀναφωνεῖ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος πρός τόν
Μωϋσῆ.
Στήν Καινή Διαθήκη, στήν Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου, τά ἐνδύματά
Του ἔγιναν «λευκά ὡς τό φῶς» (Ματθ. 17,2). Τό «ἱμάτιόν» Του ἀγγίζει μέ
πίστη ἡ αἱμορροοῦσα γυναῖκα καί, ὡς ἄλλος «μυστικός ἀγωγός τῆς
δυνάμεως Κυρίου», τήν καθαρίζει (Ματθ. 9,21). Ὁ χιτῶνας τοῦ Κυρίου
«ὑφαντός ἄνωθεν» (Ἰω. 19,23) εἶναι σύμβολο καί εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας
μας. Ὁ Ἐπίσκοπος Εὐσέβιος προσφωνῶντας τούς Ἐπισκόπους τῆς
Ἐπαρχίας του τῆς Τύρου, λέγει: «Ὦ φίλοι Θεοῦ καί ἱερεῖς, οἱ τόν ἅγιον
ποδήρη καί τόν οὐράνιον τῆς δόξης στέφανον καί τήν ἱερατικήν τοῦ
Ἁγίου Πνεύματος στολήν περιβεβλημένοι» (Ἐκκλ. Ἱστορ. 10,4). Ἀρχαῖες
μαρτυρίες γιά τήν χρήση τῶν ἱερῶν ἀμφίων ἔχομε: 1) Ἀπό τό Η΄(8ο ) βιβλίο
τῶν Ἀποστολικῶν Διαταγῶν. Σύμφωνα μέ αὐτό, ὁ Ἐπίσκοπος,
προκειμένου νά ἱερουργήσει, ἀλλάσει ἔνδυμα. «Μετεκδύεται ἔνδυμα
λαμπρόν». 2) Ἀπό τόν ἅγιο Ἱερώνυμο (345-420), ὁ ὁποῖος μαρτυρεῖ ὅτι οἱ
ἱερεῖς ἐνεδύοντο εἰδικά λειτουργικά ἄμφια, διαφορετικά ἀπό ἐκεῖνα, πού
ἔφεραν ἔξω τοῦ Ναοῦ (Migne PL. 25.437). Ἀπό τον ἅγιο Θεοδώρητο
(395-460), ὁ ὁποῖος ἀναφέρει ὅτι ὁ Μ. Κωνσταντῖνος ἀπέστειλε τό 330
πολύτιμο ἔνδυμα (ἱερά στολή) στόν Πατριάρχη Ἱεροσολύμων Μακάριο
(314-333), δεῖγμα σεβασμοῦ καί τιμῆς πρός τήν Ἐκκλησία τῶν
Ἱεροσολύμων. 4) Ἀπό τόν ἅγιο Ἰσίδωρο τόν Πηλουσιώτη (360-440) πού ὄχι
μόνο μνημονεύει τά ἱερατικά ἄμφια, ἀλλά καί καθορίζει τόν συμβολισμό
τους. Σέ διάφορες Συνόδους ἀναφέρονται τά ἱερά ἄμφια, ὅπως π.χ. ἡ
ἐν Γάγγρα τό 343 καί ἡ ἐν Λαοδικεῖα τό 364 μ. Χ. (Κων. Κούρκουλα - Τά
ἱερά ἄμφια).
ΤΑ ΑΜΦΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΚΟΝΟΥ. Αὐτά εἶναι τρία γιά τό ἱερό τοῦ
ἀριθμοῦ: Τό στιχάριο, τό ὀράριο καί τά ἐπιμανίκια. Ὁ Διάκονος
λειτουργικῶς ἐπέχει «ὑπηρέτου τάξιν» (PG. 155.709) δηλαδή στόν
Ἐπίσκοπο καί τόν Πρεσβύτερο. Δέν μπορεῖ νά τελέσει καμμία λειτουργία
ἀπό μόνος του.
Τό στιχάριο εἶναι τό πρωταρχικό ἄμφιο τοῦ Διακόνου καί κοινό
ἄμφιο ὅλων τῶν ἱερατικῶν βαθμῶν. Πρόκειται γιά ποδήρη (μέχρι τά
πόδια) χιτῶνα μέ ρίζες στήν Παλαιά Διαθήκη: «ἐνδύσεις (τόν ἱερέα)
Ἀαρών τόν ἀδελφόν σου χιτῶνα τόν ποδήρη» (Ἐξόδ. 29,5) καί στήν
Ἀποκάλυψη «ἐνδεδυμένον ποδήρη (ἔνδυμα) (1,13). Κατά τόν ἅγιο Συμεών
Θεσσαλονίκης τό στιχάριο ἐξηγεῖται ὡς «ἔνδυμα ἀφθαρσίας καί
ἁγιωσύνης».
Τό ὀράριο ἤ ὡράριο εἶναι διακριτικό ἄμφιο τοῦ Διακόνου.
Πρόκειται γιά μακριά λωρίδα ὑφάσματος, τήν ὁποία φορᾶ στόν ἀριστερό
του ὦμο κατά τέτοιο τρόπο, ὥστε τό ἕνα ἄκρο νά κρέμεται μπροστά μέχρι
κάτω καί τό ἄλλο νά κρέμεται πρός τά πίσω. Τό ἄμφιο αὐτό προέρχεται
κατά μία ἄποψη ἀπό τό ος-οrίς (= στόμα) καί χρησίμευε ὡς μάκτρο γιά
τήν, μετά τή Θεία Λειτουργία, Κοινωνία. Ὁ Καθηγητής Ἰω. Φουντούλης
σημειώνει ὅτι προέρχεται ἀπό τό oraze ἤ orare = προχεύχεσθαι. Ἕνα ἀπό
τά καθήκοντα τοῦ Διακόνου εἶναι νά στέκεται σέ στάση προσευχῆς
λέγοντας τά Διακονικά ἤ τά Πληρωτικά στίς ἀκολουθίες. Δέν
ἀποκλείεται, ἐπίσης, τό ὀράριο ὡς λέξη νά σχετίζεται μέ τό ρῆμα «ὁράω -
ὁρῶ» (=βλέπω, ἐπιτηρῶ) ἤ τήν λέξη «ὥρα» (=μέριμνα, φροντίδα). Ὁ Ἅγιος
Συμεών Ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης, τελευταῖος ἀπό τήν μακρά σειρά τῶν
βυζαντινῶν ὑπομνηματιστῶν τῆς Θείας Λατρείας (+1429), ὁ ὁποῖος
γνωρίζει τήν ποικίλη παράδοση τῶν συμβολισμῶν, θεωρεῖ ὅτι τό ὀράριο
προέρχεται ἀπό τό «ὡραΐζειν», γιατί, κατά κάποιο τρόπο, στολίζει καί
καλλωπίζει (εὐτρεπίζει) τό ἄμφιο αὐτό τοῦ Διακόνου. «Ὡράριον δέ
καλεῖται, διά τό ὡραΐζειν αὐτόν τῇ χάριτι καί τῆς δόξης Θεοῦ τῷ κάλλει
περικοσμεῖν». Καί συνεχίζει ὁ Συμεών: «Ὁ δέ Ἀρχιερεύς βάλλει αὐτό
(τό ὀράριο) τριγύρω εἰς τόν ἀριστερόν ὦμον τοῦ διακόνου, διότι εἶναι
αὐτός ὁ διάκονος τῆς σμικροτέρας καί ταπεινῆς τάξεως καί ὑπηρέτης τοῦ
ἑνός ἔργου καί μόνου, τοῦ διακρίνειν δηλαδή καί λειτουργεῖν. Ὅταν δέ
τελεσθῇ Πρεσβύτερος, τότε καί ἀπό τοῦ δεξιοῦ ὤμου θέλει τό λάβῃ,
καθόσον ἀξιώνεται τότε μείζονος ἀξίας, καί τό νά διακονῇ καί τό νά
ἐνεργῇ τάς τελετάς». Ὁ ἱερός Χρυσόστομος παραβάλλει τό ὀράριο μέ τίς
πτέρυγες τῶν ἀγγέλων, γιατί οἱ διάκονοι «ὑπηρετοῦν τῷ Βασιλεῖ τῶν
ὅλων Θεῷ ἐν τῇ τελέσει τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ὡς ἄγγελοι Κυρίου
διακονοῦντες αὐτῷ». Γι’ αὐτό, ὅταν ἐνδύονται τό ὀράριο, λένε τό τρισάγιο
ἀγγελικό ἆσμα: «Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ὁ οὐρανός
καί ἡ γῆ τῆς δόξης σου». Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος Ἱεροσολύμων γράφει ἐπίσης
ὅτι τό ὀράριο συμβολίζει τίς δύο Διαθῆκες, τήν Παλαιά καί τήν Νέαν.
«Καταχέεται αὐτό ἕως τῶν ποδῶν καί ἐπίκειται τῷ ἀριστερῷ ὤμῳ, μηνύον
τάς δύο Διαθήκας, τήν μέν Νέαν ἔμπροσθεν, τήν δέ Παλαιάν ὄπισθεν»
(Migne 87,γ,3987). Ὁ ἅγιος Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης λέγει ὅτι ἡ διακονία
πρέπει νά εἶναι στολισμένη μέ τήν Δεσποτική ταπείνωση, γιατί τό ὀράριο
«τήν τοῦ Κυρίου ἀναμιμνήσκει ταπείνωσιν, νίψαντος τούς πόδας τῶν
μαθητῶν» (Migne 78.272). Ὁ διάκονος, ἐπειδή δέν ἔχει ζώνη, χρησιμοποιεῖ
τό ὀράριο, τό ὁποῖο πρίν ἀπό τήν Θείαν Μετάληψη φέρει ὡς εἶδος ζώνης.
Ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης γράφει: «Διά μέσου αὐτοῦ τοῦ ὡραρίου τά
Χερουβίμ ἐκμιμοῦνται, τά ὁποῖα καλύπτονται καί περιστέλλονται τάς
ὄψεις. Καί αὐτός περιζωννύμενος μέ τό ὀράριον, τρόπον τινά,
συστέλλεται καί φοβεῖται, ἐν ᾧ μέλλει νά μεταλάβῃ».
Θά συνεχίσουμε ὅμως, σύν Θεῷ, στό ἑπόμενο κήρυγμα. ΑΜΗΝ! Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου




















