ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΛΑΤΟΜΙΤΙΣΣΗΣ ΧΙΟΥ ΠΑΝΑΓΙΑ ΛΑΤΟΜΙΤΙΣΣΑ
- Αρχική σελίδα
- ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΕΣ ΣΥΝΑΞΕΙΣ 2022
- ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΕΣ ΣΥΝΑΞΕΙΣ 2023
- ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΕΣ ΣΥΝΑΞΕΙΣ 2021
- ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΕΣ ΣΥΝΑΞΕΙΣ 2024
- ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΕΣ ΣΥΝΑΞΕΙΣ 2020
- ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΕΣ ΣΥΝΑΞΕΙΣ 2019
- ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΕΣ ΣΥΝΑΞΕΙΣ 2018
- ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΕΣ ΣΥΝΑΞΕΙΣ 2017
- ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΕΣ ΣΥΝΑΞΕΙΣ 2016
- ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΖΩΗ
- ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΕΣ ΣΥΝΑΞΕΙΣ 2015
- ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΕΣ ΣΥΝΑΞΕΙΣ 2014
- ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΕΣ ΣΥΝΑΞΕΙΣ 2012
- ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΕΣ ΣΥΝΑΞΕΙΣ 2025
- ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΕΣ ΣΥΝΑΞΕΙΣ 2026
- ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
- ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΕΣ ΣΥΝΑΞΕΙΣ 2013
- ΚΟΥΚΟΥΝΑΡΕΙΟ
- ΑΓΙΟΣ ΦΑΝΟΥΡΙΟΣ
- ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ
- ΑΓΙΟΣ ΚΩΝ/ΝΟΣ ΚΥΡΛΑΓΚΙΤΣΗ
- ΙΕΡΕΥΣ
- ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
- ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΑ ΕΝΟΡΙΑΣ
- ΒΙΒΛΙΟ ΑΝΤΩΝΙΟΥ Δ. ΚΟΥΚΟΥΝΑΡΗ. ΑΡΘΡΑ - ΣΧΟΛΙΑ.
- ΙΣΤΟΡΙΑ ΝΑΟΥ
Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026
ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 29
ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ
26-07-2026
Συνεχίζεται, ἀδελφοί μου, ἡ ἀναφορά μας στά ἱερά σύμβολα.
Η ΛΥΡΑ ΚΑΙ Ο ΟΡΦΕΑΣ. Ἡ λύρα εἶναι ἕνα ἀρχαῖο ἑλληνικό
ὄργανο. Ἡ λύρα εἶναι γνώρισμα τοῦ Ὀρφέα. Ὁ Ὀρφέας εἶχε τήν
ἱκανότητα νά μαγεύει ὄχι μόνο τά ἔμψυχα, ἀλλά ὅλη τήν φύση, μέ τόν
ἦχο τῆς λύρας του. Ἡ λύρα στά χέρια τοῦ Ὀρφέα συμβολίζει «τήν
ἑλκυστικήν τοῦ Εὐαγγελίου δύναμιν», τήν γλυκύτητα τοῦ κηρύγματος
καί τήν ἑλκυστική ἐπίδρασή του. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι τό μοναδικό
καί ἀκαταμάχητο ὅπλο τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν ἐξάπλωση τοῦ
εὐαγγελικοῦ φρονήματος τῶν πιστῶν, τήν ἀναθέρμανση τῆς πίστεως,
τήν ἀνανέωση τῆς ἀγωνιστικότητος καί τήν ἑδραίωση τῆς ἐλπίδας
στήν ἐκπλήρωση τῶν ἐπαγγελιῶν τῆς Ἐκκλησίας (π. Γ. Μεντιδάκη.
Τύπος καί συμβ. στήν ὀρθόδοξη λατρεία). Τό μυθικό αὐτό πρόσωπο τοῦ
Ὀρφέα εἰκονίζει τόν ἴδιο τόν Χριστό, πού μέ τόν θεῖό Του λόγο ἡμερεύει
τά ἔθνη καί τά προσελκύει στή Βασιλεία Του. Ὁ Κύριος λέγει:
«Τά ρήματα ἅ ἐγώ λαλῶ ὑμῖν, πνεῦμά ἐστι καί ζωή ἐστιν» (Ἰω. 6, 63).
Καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος παρατηρεῖ: «Ζῶν γάρ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ
καί ἐνεργής καί τομώτερος ὑπέρ πᾶσαν μάχαιραν δίστομον (εἶναι
κοφτότερος ἀπό κάθε δίκοπο μαχαίρι)» (Ἑβρ. 4,12). Καί ὁ ἱερός
Χρυσόστομος λέγει: «Μή τοίνυν, ἐπειδή λόγον ἤκουσας, ἁπλῶς λόγον
νομίσης· μαχαίρας γάρ ἐστί, φησί τομώτερος (εἶναι καί ἀπό τό μαχαίρι
πιό κοφτερός). Ὁ Γ. Ἀντουράκης γράφει: «Ὁ Ὀρφέας σάν βοσκός,
θεωρεῖται σάν μιά ἄλλη μορφή τοῦ Καλοῦ Ποιμένα, σάν σύμβολο τοῦ
Χριστοῦ, πού μέ τήν μοναδική διδασκαλία Του γοητεύει τίς ψυχές τῶν
πιστῶν. Ἡ λύρα στά χέρια τοῦ Ὀρφέα παριστάνει τήν ἑλκυστική
δύναμη τοῦ Εὐαγγελίου» (Χριστ. Ζωγραφική).
Η ΑΓΚΥΡΑ. Ἡ ἄγκυρα ἦταν τό κυριώτερο σύμβολο τῆς ναυτικῆς
ζωῆς γιά τήν διασφάλιση καί στερέωση τῶν πλοίων στή θάλασσα.
Ἡ ἄγκυρα εἶναι τό ἔμβλημα τῆς ἐλπίδας σύμφωνα μέ τόν Ἀπόστολο
Παῦλο: «Ἰσχυράν παράκλησιν ἔχωμεν οἱ καταφυγόντες κρατῆσαι τῆς
προκειμένης ἐλπίδος· ἥν ὡς ἄγκυραν ἔχομεν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καί
βεβαίαν» (Ἑβρ. 6,18-19). Κατά τούς χρόνους τῶν διωγμῶν, ὁπότε τό
σκάφος τῆς Ἐκκλησίας κινδύνευε νά καταποντισθεῖ, τό μόνο
καταφύγιο τῶν πιστῶν ἦταν ἡ ἐλπίδα στό Θεό. Ὅταν, λοιπόν,
σχεδίαζαν τήν ἄγκυρα, διακήρυτταν: «Ἡ ἐλπίδα μου εἶναι ὁ Χριστός».
Ἡ ἐλπίδα προσφέρει τήν βεβαιότητα γιά τήν εἴσοδο τοῦ πιστοῦ «εἰς τό
ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος, ὅπου πρόδρομος ὑπέρ ἡμῶν εἰσῆλθεν
Ἰησοῦς» (Ἑβρ. 6,20). Ἡ ἐλπίδα καρπός τῆς πίστεως, συνδέει τόν
χριστιανό ἄνθρωπο μέ τήν ἀγάπη τοῦ Θεανθρώπου καί τόν ὁδηγεῖ
στήν «ἐν πνεύματι ἁγίῳ» ἕνωση μαζί Του. Ἡ ἐλπίδα μέσα στή Θεία
Λατρεία καί ἰδιαίτερα στή Θεία Λειτουργία, ὅπου ὁ πιστός ζεῖ τήν
παρουσία τοῦ Κυρίου, ἐνισχύεται καί ἐνδυναμώνεται ἀκόμη
περισσότερο. Ὁ Θεόδωρος Μοψουεστίας γράφει: «Ἄγκυρα ἐν βυθῷ
κεκρυμμένη, οὐκ ἐᾶ (δέν ἀφήνει) κλονεῖσθαι τάς ἡμετέρας ψυχάς».
Η ΝΑΥΣ (ΤΟ ΠΛΟΙΟ). Στόν χριστιανισμό, πλοῖο στή θάλασσα,
ἀνάμεσα στά κύματα, συμβολίζει τήν ἀνθρώπινη ζωή, ἡ ὁποία μέσα
ἀπό μόχθο κατευθύνεται στόν προορισμό της ἤ τήν Ἐκκλησία, πού
πορεύεται πρός τόν οὐρανό. Ὁ Ἰππόλυτος Ρώμης στό ἔργο του «Περί
τοῦ Χριστοῦ καί περί τοῦ ἀντιχρίστου «γράφει τά ἑξῆς: «Ὁ κόσμος εἶναι
θάλασσα, ὅπου ἡ Ἐκκλησία, σάν πλοῖο στό πέλαγος, ταλαιπωρεῖται,
ἀλλά δέν χάνεται. Γιατί ἔχει μαζί της, ὡς ἔμπειρο Κυβερνήτη, τόν
Χριστό. Στό κέντρο της ὑψώνεται τό σημεῖο τῆς νίκης, κατά τοῦ
θανάτου, πού εἶναι ὁ Σταυρός τοῦ Κυρίου. Ἡ πλώρη της εἶναι ἡ
ἀνατολή καί ἡ πρύμνη της ἡ δύση... Τό πηδάλιό της οἱ δύο διαθῆκες καί
τά τεντωμένα σχοινιά της, ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, πού ἀγκαλιάζει τήν
Ἐκκλησία καί ἡ ἀντλία της τό Βάπτισμα, μέ τό ὁποῖο ἀνανεώνονται
αὐτοί πού πιστεύουν. Σέ αὐτήν σάν φωτεινό καραβόπανο, βρίσκεται τό
Ἅγιο Πνεῦμα, μέ τό ὁποῖο σφραγίζονται ὅσοι πιστεύουν στόν Θεό.
Μαζί της φέρνει καί σιδερένιες ἄγκυρες, τίς ἅγιες ἐντολές τοῦ ἰδίου τοῦ
Χριστοῦ, πού εἶναι δυνατές σάν σίδερο. Δεξιά καί ἀριστερά της ἔχει καί
ναῦτες, τούς ἁγίους ἀγγέλους, μέ τούς ὁποίους πάντοτε στηρίζεται καί
φυλάγεται ἡ Ἐκκλησία. Σέ αὐτήν ὑπάρχει καί ψηλή σκάλα, πού ὁδηγεῖ
σέ σχῆμα σταυροῦ, στήν κορυφή τοῦ πλοίου, εἰκόνα τοῦ πάθους τοῦ
Χριστοῦ, πού τραβάει τούς πιστούς, γιά νά ἀνέβουν στόν οὐρανό. Στήν
κορυφή τῶν ἱστίων ὑπάρχουν οἱ φάροι πού ἑνώνονται καί ἀποτελοῦν
τούς χορούς τῶν Προφητῶν,τῶν Μαρτύρων καί τῶν Ἀποστόλων,
πού ἀναπαύονται στήν Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ» (ΒΕΠ, τόμ. 5ος). Τό πλοῖο
αὐτό, ἄλλοτε φέρει ἱστία, καί σπεύδει πρός τόν φάρο τῆς σωτηρίας ἤ
πρός τό μονόγραμμα τοῦ Χριστοῦ, ἄλλοτε φέρει πάνω στό ἱστίο πτηνό,
σύμβολο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού κινεῖ τό πλοῖο. Ὑπάρχει καί ἡ
παράσταση τοῦ πλοίου μέ τούς μαθητές, πού σύρουν τά δίχτυα,
γεμάτα μέ ψάρια. Ἐδῶ συμβολίζεται ἡ ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας, πού
σκοπό ἔχει νά περιλάβει μέσα της ὅλους τούς ἀνθρώπους, γιά νά τούς
ὁδηγήσει στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὁ Δίδυμος ὁ τυφλός γράφει:
«Ἡ κιβωτός σώσασα τούς ἐν αὐτῇ εἰσφρήσαντας (εἰσελθόντας) εἰκών
τῆς σεπτῆς τυγχάνει Ἐκκλησίας». Ὁ καθηγητής Ἀντουράκης
σημειώνει: «Στούς χριστιανικούς χρόνους ἡ ναῦς (τό πλοῖο) πῆρε ἕναν
εὐρύτερο συμβολισμό. Συμβολίζει τήν ζωή τῶν χριστιανῶν, πού ἔχουν
κυβερνήτη τόν Χριστό καί ὁδηγοῦνται μέ ἀσφάλεια στό λιμάνι τοῦ
Παραδείσου. Συμβολίζει γενικῶς τήν σωτηρία τῶν πιστῶν ἀπό τίς
ποικίλες τρικυμίες τῆς ζωῆς» (Χριστ. Ζωγραφική).
Ο ΙΧΘΥΣ (ΤΟ ΨΑΡΙ). Στούς Ἑβραίους ἦταν τό καθαρό δεῖπνο τοῦ
Σαββάτου, ἡ τροφή τῶν εὐλογημένων στόν Παράδεισο, σύμβολο του
οὐράνιου συμποσίου τῆς μελλοντικῆς ζωῆς καί εὐτυχίας. Ψάρια εἶναι
οἱ πιστοί τοῦ Ἰσραήλ, στό πραγματικό στοιχεῖο τους, πού εἶναι τά
ὕδατα τῆς Τορᾶ. Στόν χριστιανισμό υἱοθετήθηκε ὡς σύμβολο τοῦ
Χριστοῦ. Ἡ δημοτικότητά του μάλιστα ἐξηγεῖται ἀπό τό γεγονός ὅτι
εἶχε τετραπλό συμβολισμό. Πρῶτα τά πέντε συστατικά γράμματα τῆς
λέξης συνέπιπταν μέ τά ἀρχικά γράμματα τῶν λέξεων «Ἰησοῦς.
Χριστός. Θεοῦ. Υἱός. Σωτήρ» (Ι-Χ-Θ-Υ-Σ) καί ἔτσι ἀναπαριστοῦσαν
τόν Ἀρχηγό τῆς πίστεως σέ ὅλο τό πλήρωμα τῆς Θεότητός Του.
Δεύτερον ἡ λέξη ἔχει ἀναγωγική ἔννοια τοῦ μυστηρίου τῆς Θείας
Εὐχαριστίας στήν παράσταση «ἰχθύς» μέ ἄρτους στήν ράχη. Τρίτον
συμβόλιζε τόν «βεβαπτισμένον». Τέταρτον ἦταν σημεῖο ἀναγνώρισης
μεταξύ τῶν πιστῶν, σέ συνδυασμό μέ ἄλλα σύμβολα. Ἀπό ἐπιγραφές,
ἀλλά καί μαρτυρίες Πατέρων, συνάγεται ὅτι «ὁ ἰχθύς» ἦταν σύμβολο
τοῦ Χριστοῦ καί συνεπῶς τοῦ χριστιανοῦ. Ὁ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς
χαρακτηρίζει τόν Σωτῆρα «ἰχθύν δελεάζοντα τούς ἁγνούς πρός
γλυκεράν ζωήν».
Θά συνεχίσουμε ὅμως, σύν Θεῷ, στό ἑπόμενο κήρυγμα. ΑΜΗΝ!
Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου
Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026
ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 28
ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ
Δ΄ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ
19-07-2026
«Ὁ χριστιανισμός, ἀδελφοί μου, δέν ἀνακάλυψε τά σύμβολα.
Χρησιμοποίησε τήν κοινή πανανθρώπινη αὐτή γλῶσσα, γιά νά
ἀναγάγει τόν ἄνθρωπο ἀπό τά γνωστά στά ἄγνωστα, ἀπό τά αἰσθητά
στά νοητά καί ἀπό τίς εἰκόνες καί τά ἀπομιμήματα, στό ἀρχέτυπο καί
θεῖο κάλλος», γράφει ὁ μακαριστός Καθηγητής Λειτουργικῆς Ἰωάν.
Φουντούλης. Ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης σημειώνει ὄτι ἡ Ἐκκλησία
«διά συμβόλων ἱερῶν διδάσκει τά ὑπέρ ἔννοιαν». Ὁ Διονύσιος ὁ
Ἀρεοπαγίτης θεωρεῖ τά σύμβολα ὡς ὁρατές εἰκόνες τῶν ἀοράτων
ἰδεῶν, γεννήματα τῶν θείων ἰδιοτήτων καί συνεπῶς μετέχοντα τῆς
θείας φύσεως. Ὁ ἱερός Καβάσιλας θά πεῖ ὅτι ἡ Ἐκκλησία μας χειρίζεται
τά σύμβολα μέ σκοπό «μή δοῦναι τῇ λήθῃ χώραν» καί γιά νά
διατηρήσουν «τήν μνήμην ἀκμάζουσαν». Ὁ μακαριστός ἐπίσκοπος
Περγάμου Ἰωάννης Ζηζούλιας σημειώνει ὅτι τά σύμβολα βοηθοῦν τούς
πιστούς στήν ἀναβίωση τῆς σωτηριολογικῆς πορείας, ὅμως δέν εἶναι
στόχος τους ἡ προσκόλληση στό παρελθόν, στά ἱστορικά γεγονότα,
ἀλλά στή μέλλουσα Δευτέρα Παρουσία. Σύμφωνα δέ μέ τήν
διδασκαλία τοῦ Ἰωάννη τοῦ Δαμασκηνοῦ, ἡ εἰκόνα εἶναι τό βιβλίο τῶν
ἀγραμμάτων καί τά σύμβολα ἡ γλῶσσα τῆς πίστεως. Περί τῶν
συμβόλων αὐτῶν γράφουν στά ἔργα τους οἱ ἀρχαῖοι ἐκκλησιαστικοί
συγγραφεῖς Τερτυλλιανός καί Κλήμης. Ἄς δοῦμε ἕνα - ἕνα τά σύμβολα
ἀπό κοντά καί ἄς θαυμάσουμε τή σοφία μέ τήν ὁποία τά χρησιμοποιεῖ
ἡ Ἐκκλησία μας καί τά τοποθετεῖ στίς τοιχογραφίες τῶν ναῶν της
καί στά ἱερά βιβλία της.
ΤΑ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑΤΑ Α καί Ω, τά ὁποῖα βλέπουμε συνήθως σέ
ὁρισμένα σημεῖα τοῦ τέμπλου στηρίζονται στό χῶρο τοῦ βιβλίου τῆς
«Ἀποκάλυψης» τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου. Ἐδῶ ὁ Κύριος δηλώνει:
«Ἐγώ εἰμί τό Α καί τό Ω, ὁ πρῶτος καί ὁ ἔσχατος, ἡ ἀρχή καί τό τέλος»
(Ἀποκ. 22,13), διατρανώνοντας τήν Θεότητά Του. Ὁ ἀείμνηστος
καθηγητής Παν. Μπρατσιώτης γράφει: «Διά τοῦ Α – Ω κατακλείεται
καί τό ὅλον περιεχόμενον τῆς Ἀποκαλύψεως, ἀκριβῶς καθ’ ὅν τρόπον
καί ἤρχισε» (Ὑπόμν. Στήν Ἀποκάλυψη). Ὁ Χριστός εἶναι ἡ ἀρχή τῆς
Δημιουργίας» (Γεν. 1,1). Αὐτός «ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν τόν οὐρανόν καί τήν
γῆν» (Γεν. 1,1). Ὁ Χριστός εἶναι καί τό «τέλος» τοῦ κόσμου καί τῆς
ἱστορίας.
ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ . Τό σύμβολο αὐτό
σχηματίζεται ἀπό τά γράμματα Ι (Ἰησοῦς) καί Χ (Χριστός)
προσθέτοντας στήν κορυφή τοῦ Ι καί ἕνα ἡμικύκλιο Ρ, ὥστε νά
σχηματίζεται τό δεύτερο γράμμα τοῦ ὀνόματος: ΧΡΙΣΤΟΣ. Ὁ Μέγας
Κωνσταντῖνος εἶναι γνωστό, ὅτι ἔθεσε στήν περικεφαλαία του τό
μονόγραμμα τοῦ Χριστοῦ. Αὐτό ἔφερε καί ἡ σημαία τῆς
σωματοφυλακῆς του (ἱστορικός Εὐσέβιος). Τό μονόγραμμα τοῦ Χριστοῦ
εἶναι ὁμολογία πίστεως στόν θεάνθρωπο Κύριο, πού εἶναι τό κέντρο
τῆς ζωῆς καί τῆς λατρείας τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό ἀποτελεῖ καί ἕνα εἶδος
ὑπογραφῆς ἤ σήματος τοῦ Χριστοῦ. Μέ τήν ἔννοια αὐτή χαράσσεται
στούς τοίχους τοῦ ναοῦ κατά τά ἐγκαίνια, καί συμβολίζει τήν παρουσία
καί τήν κυριότητα Του. «Τῷ οἴκῳ σου, Κύριε, πρέπει ἁγίασμα. Ἐν τούτῳ
γάρ τό ὄνομα τό σόν, Φιλάνθρωπε, ἐνθέως δοξάζεται» (Ἀκολουθία
Ἐγκαινίων). Ὁ Καθηγητής Χαραλαμπίδης γράφει: «ὁ νικητής Χριστός,
τό χριστόγραμμα, τό θριαμβευτικό στεφάνι, ὁ νικητήριος Σταυρός καί
ἄλλες συμπαριστάμενες συμβολικές ἀπεικονήσεις θριάμβου καί δόξας
ἀπό τό ζωικό καί φυσικό βασίλειο ἀντιπαραβάλλονται στίς ἔννοιες τῆς
ἁμαρτίας καί τοῦ θανάτου».
Ο ΚΑΛΟΣ ΠΟΙΜΕΝΑΣ. Ὁ Κύριος ἀναφωνεῖ: «Ἐγώ εἰμί ὁ Ποιμήν
ὁ καλός. Ὁ ποιμήν ὁ καλός τήν ψυχήν αὐτοῦ τίθησιν ὑπέρ τῶν
προβάτων» (Ἰωάν. 10,11). Ἡ εἰκόνα τοῦ καλοῦ Ποιμένος ὑπάρχει καί
στήν Παλαιά Διαθήκη. Ὁ Ψαλμῳδός λέγει: «Κύριος ποιμαίνει με καί
οὐδέν μέ ὑστερήσει· εἰς τόπον χλόης ἐκεῖ μέ κατεσκήνωσε» (Ψαλμ. 22,
1-2). Καί ὁ προφήτης Ἠσαΐας προφητεύει λέγοντας. «Ἰδού ὁ Κύριος
μετ’ ἰσχύος ἔρχεται... ὡς ποιμήν ποιμανεῖ τό ποίμνιον αὐτοῦ καί
τῷ βραχίονι αὐτοῦ συνάξει ἄρνας» (Ἠσ. 40,10-11). Καί ὁ προφήτης
Ἰεζεκιήλ προβλέπει καί προλέγει: «Ἀναστήσω ἐπ’ αὐτούς ποιμένα ἕνα
καί ποιμανεῖ αὐτούς... Καί σώσω τά πρόβατά μου». (Ἰεζεκιήλ 34, 22-23).
Ὅταν δέ ὁ Χριστός ἦλθε στόν κόσμο καί τό ἔργο τοῦ ποιμένα
πραγματοποιήθηκε, τότε οἱ Ἀπόστολοι διαπίστωσαν στό πρόσωπο τοῦ
Χριστοῦ «τόν Ποιμένα τῶν προβάτων τόν μέγαν» (Ἑβρ. 13,20), «τόν
ἀρχιποίμενα καί Ἐπίσκοπον τῶν ψυχῶν», ὁ Ὁποῖος «ἐπέστρεψε τά
πρόβατα τά πλανώμενα» (Α΄Πέτρ. 2,25 καί 5,4). Ἀλλά τήν ἰδιότητα
αὐτή καί τό ἔργο αὐτό περιγράφει θαυμάσια ὁ Κύριος στήν παραβολή
τοῦ «Καλοῦ Ποιμένα» (Ἰω. 10,1-16). Ὁ Κύριος εἶναι ὁ καλός, ὁ ἀγαθός
Ποιμένας, γιατί ὄχι μόνο ἀρνήθηκε ἑαυτόν, ἀλλά καί θυσιάστηκε χάρη
τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς ὑπενθυμίζει λέγοντας:
«Συνίστησι δέ τήν ἑαυτοῦ ἀγάπην εἰς ἡμᾶς ὁ Θεός, ὅτι ἔτι ἁμαρτωλῶν
ὄντων ἡμῶν Χριστός ὑπέρ ἡμῶν ἀπέθανε» (Ρωμ. 5, 8). Τά ἴδια προλέγει
καί ὁ προφήτης Ἰεζεκιήλ, ὅταν προφητεύη: «Καί σώσω τά πρόβατά
μου, καί μή ὦσιν ἔτι εἰς προνομήν (δηλ. εἰς διαρπαγήν), καί ἀναστήσω
ἐπ’αὐτούς ποιμένα ἕνα καί ποιμανεῖ αὐτούς... καί ἀφανιῶ θηρία
πονηρά ἀπό τῆς γῆς» (Ἰεζ. 34, 21 κ. ἑξ.). Ὁ Καλός Ποιμένας γνωρίζει
ἀπό κάθε ἄποψη τά δικά του «πρόβατα», γι αὐτό καί προνοεῖ γι’ αὐτά.
Πέραν αὐτῶν, ἡ παράσταση πού μᾶς ἐμφανίζει τόν Κύριο νά ἀναζητᾶ
τό πλανώμενο πρόβατο, ἀφήνοντας τά «ἐνενήκοντα ἐννέα»,
ἀποκαλύπτει τήν ἄπειρη θεϊκή Του ἀγάπη. Δηλώνει τήν στοργή καί τό
ἐνδιαφέρον τοῦ Θεανθρώπου, ὄχι μόνο γιά τόν ἁμαρτωλό ἄνθρωπο,
ἀλλά καί γιά τήν Ἐκκλησία Του «ὡς ποιμήν», ἀφοῦ, ὅταν βρίσκει τό
χαμένο πρόβατο, τό σηκώνει στούς ὤμους Του καί τό ἐπιστρέφει στό
κοπάδι. Οἱ ἀρχαιότερες παραστάσεις τῆς Ἀνατολῆς βρέθηκαν στήν
Κυρηναϊκή τῆς Ἀφρικῆς, ὅπου ὁ Ποιμένας ἔχει στεφανωμένη τή
κεφαλή μέ φύλλα, καί, ἐνῶ φέρει στούς ὤμους Του ἕνα πρόβατο, ἄλλα
ἕξι πρόβατα, ἔνθεν καί ἔνθεν, τόν κυκλώνουν καί τόν κοιτάζουν, πλήν
ἑνός. Ἡ παράσταση συμβολίζει τόν Ποιμένα Χριστό, τόν πλανώμενο
ἄνθρωπο, τούς Ἀποστόλους καί τόν προδότη Ἰούδα. Ὁ Ἰεζεκιήλ
προφητεύει γιά τόν Καλό Ποιμένα: «Ἐγώ βοσκήσω τά πρόβατά μου καί
ἐγώ ἀναπαύσω αὐτά... Τό ἀπολωλός ζητήσω καί τό πλανώμενον
ἐπιστρέψω καί τό συντετριμμένον καταδήσω... καί τό ἰσχυρόν φυλάξω»
(Ἰεζ. 34, 15-16). Ὁ ἀείμνηστος καθηγητής Γ. Ἀντουράκης γράφει: «Πολύ
ἐνωρίς ἡ παράσταση τοῦ Καλοῦ Ποιμένα κυριαρχεῖ στίς ὀροφές τῶν
νεκρικῶν θαλάμων, σάν τό κατ’ ἐξοχήν σύμβολο τοῦ Λυτρωτοῦ
Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος στήν ἐποχή τῶν διωγμῶν ἔδινε ἐλπίδα καί θάρρος
στίς ψυχές τῶν δοκιμαζομένων χριστιανῶν... Ἡ παράσταση τοῦ Καλοῦ
Ποιμένα ἀπεικονίζεται ὄχι μόνο στίς σαρκοφάγους, ἀλλά καί σέ μικρά
ἀγάλματα, τά ὁποῖα τοποθετοῦνται εἴτε σέ πλατεῖες χριστιανικῶν
πόλεων, εἴτε σέ χριστιανικές κρῆνες, εἴτε σέ χριστιανικούς τάφους»
(Χριστιανική Ζωγραφική).
Θά συνεχίσουμε ὅμως, σύν Θεῷ, στό ἑπόμενο κήρυγμα. ΑΜΗΝ!
Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου
Πέμπτη 9 Ιουλίου 2026
ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
12-07-2026
*
ΤΑ ΣΥΜΒΟΛΑ ΤΩΝ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΩΝ. Οἱ τέσσερις Εὐαγγελιστές,
ἀδελφοί μου, συνοδεύονται ἀπό τό συμβολικό «τετράμορφον», τόν
ἄνθρωπο, τό λιοντάρι, τό μοσχάρι καί τόν ἀετό. Ὁ συμβολισμός αὐτός
εἶναι πολύ παλαιός. Ἐκπηγάζει ἀπό τό ὅραμα τοῦ Προφήτου Ἰεζεκιήλ:
«καί εἶδον ... ὡς ὁμοίωμα τεσσάρων ζώων... πρόσωπον ἀνθρώπου...
λέοντος... μόσχου... καί ἀετοῦ» (Ἰεζ. 4-10). Καί ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης
σέ ὅραμά του στήν «Ἀποκάλυψη» λέγει: «εἶδον... κύκλῳ τοῦ θρόνου
τέσσερα ζῶα...τό πρῶτον ὅμοιον λέοντι, καί τό δεύτερον ζῶον ὅμοιον
μόσχῳ καί τό τρίτον ἔχων τό πρόσωπον ὡς ἀνθρώπου καί τό τέταρτον
ζῶον ὅμοιον ἀετῷ πετομένῳ». Καί συνεχῶς λέγουν: «ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος
Κύριος ὁ Θεός ὁ παντοκράτωρ, ὁ ἦν καί ὁ ὤν καί ὁ ἐρχόμενος» (Ἀποκ.
Ἰωάν. δ΄, 6-8). Οἱ παλαιοί ἑρμηνευτές, ὅπως ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος, ὁ ἅγιος
Ἐπιφάνιος Κύπρου, ὁ ’Ιωάννης Χρυσόστομος κ. ἄ. ἑρμηνεύοντας αὐτά τά
ὁράματα θά ποῦν:
1) Ὁ Εὐαγγελιστής Ματθαῖος συνοδεύεται ἀπό τήν εἰκόνα ἑνός
ἀνθρώπου, ἐπειδή τό Εὐαγγέλιό του ἀρχίζει μέ τό γενεαλογικό δένδρο
τοῦ Κυρίου καί μᾶς παρουσιάζει τήν ἀνθρώπινη πλευρά τοῦ Κυρίου
«Βίβλος γενέσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, υἱοῦ Δαυϊδ, υἱοῦ Ἀβραάμ»(Ματθ. 1,1).
Ἡ παράσταση αὐτή τονίζει τήν ἐνανθρώπιση τοῦ Κυρίου, τήν
συγκατάβασή Του. «Καί καλέσουσι τό ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ, ὅ ἐστι
μεθερμηνευόμενον μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός»(Ματθ. 1,23). Ὁ ἱερός
Χρυσόστομος παρατηρεῖ: «Οὐδέν γάρ ὄντως ἀνέπαυε τόν Ἰουδαῖον, ὡς
τό μαθεῖν αὐτοῦ ὅτι τοῦ Ἀβραάμ καί Δαυΐδ ἔκγονος ἦν ὁ Χριστός»
2) Ὁ Εὐαγγελιστής Μᾶρκος στήν ἱερή του εἰκόνα τόν συνοδεύει
ἕνας λέοντας. Ἀρχίζει τό Εὐαγγέλιό του ἀπό τόν Ἰωάννη τόν Πρόδρομο,
«φωνή βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἐτοιμάσατε τήν ὁδόν Κυρίου (Μάρκ. 1,3),
τονίζοντας τήν βασιλική ἰδιότητα, τό βασιλικό ἀξίωμα τοῦ Κυρίου, τή
θεία Του καταγωγή. Ὁ Τίμιος Πρόδρομος κηρύττοντας μέ δύναμη
παρομοιάζεται μέ λέοντα πού βρυχᾶται. Κύριο χαρακτηριστικό τοῦ
Εὐαγγελίου τοῦ Μάρκου εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ, καθώς καί ὁ
λέοντας εἶναι ὁ βασιλικός ἀρχηγός τῶν ζώων.
3) Ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς ἐμφανίζεται μέ τήν παράσταση ἑνός
μόσχου, ἐπειδή συνδέει τήν Παλαιά Διαθήκη σύμφωνα μέ τήν ὁποία
γινόταν θυσίες ζώων μέ τήν Καινή Διαθήκη. Ὁ μόσχος ἦταν ζῶον θυσίας
καί σύμβολο ἱερωσύνης (Ἐξ. 24,5). Ὁ Λουκᾶς ἐξιστορεῖ στό Εὐαγγέλιό του
τό Ἀρχιερατικό ὑπούργημα τοῦ Κυρίου, τήν θυσία, τό «πάθος»Του. Ἡ
παραβολή τοῦ Ἀσώτου εἰκονίζει τόν Κύριο «ὡς μόσχον σιτευτόν», πού
θυσιάζεται, γιά τήν σωτηρία τοῦ κόσμου (Λουκ. 15,11-32). Γράφει ὁ
Κύριλλος Ἀλεξανδρείας: «Μόσχος νοεῖται, ἀπειρόζυγος μέν τοῦ νόμου
τῆς ἁμαρτίας σιτευτός δέ καθ’ ὅ πρό καταβολῆς κόσμου προώριστο τό
κατά Χριστόν μυστήριον, ἡ φρικώδης καί μεγάλη θυσία». Δικαίως τό
Εὐαγγέλιο τοῦ Λουκᾶ χαρακτηρίζεται, ὡς Εὐαγγέλιο «τῆς εὐσπλαχνίας
καί τοῦ ἐλέους».
4) Τέλος, ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης «πνευματικόν ποιῆσαι
Εὐαγγέλιον» κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο, ζωγραφίζεται μέ τήν
παράσταση ἑνός ἀετοῦ, γιατί «δίκην ἀετοῦ ὑψηπέτου πρός τά ὕψη τῆς
θείας φύσεως αἰθεροβατεῖ». Ἐμφανίζει ἔτσι τήν θεία φύση τοῦ Κυρίου,
«ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος καί ὁ Λόγος ἦν πρός τόν Θεόν καί Θεός ἦν ὁ
Λόγος»(Ἰω. 1,1-2), τό ὕψος τῆς θεολογίας τοῦ Εὐαγγελίου του, ἀλλά καί
τοῦ ἰδίου, «ἐξ οὗ καί Θεολόγος». Τήν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος
καί τήν Θεία Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, «δηλοῖ ὁ ἀετός».
Ὁ πανάρχαιος αὐτός συμβολισμός τῶν τεσσάρων Εὐαγγελίων, πού
συναρτῶνται πρός τά τέσσερα ἀποκαλυπτικά ζῶα, κάνει πιό ἔντονη τήν
εὔνοια τῆς διά τοῦ Εὐαγγελίου ἀποκαλύψεως καί παρουσίας τοῦ Θεοῦ.
Ἑπομένως, τό λιοντάρι εἶναι ὁ βασιλιᾶς τῶν ἀγρίων ζώων, τό μοσχάρι
τῶν ἡμέρων, ὁ ἀετός τῶν πτηνῶν καί ὁ ἄνθρωπος ὅλης τῆς φύσεως. Ἔτσι
ὅλη ἡ ἀφρόκρεμα τῆς γῆς καί τοῦ οὐρανοῦ ὑποβάλλουν τά σέβη τους
στόν Δημιουργό τῆς ζωῆς, τόν Θεό. Ἄλλη ἑρμηνεία ἔχει ὡς ἀκολούθως:
Ἐπειδή ὁ ἀετός ἔχει ταχύτητα, τό λιοντάρι τήν μεγαλοπρέπεια, τό
μοσχάρι τήν δύναμη καί ὁ ἄνθρωπος τήν λογική, ἐδῶ συμβολίζονται ὅλες
οἱ δυνάμεις ὅλου τοῦ κόσμου καί μάλιστα τοῦ ζωϊκοῦ βασιλείου, πού,
ὅμως, βρίσκονται κάτω ἀπό τόν Θεό, εἶναι «ὑποπόδιον» τοῦ Θεοῦ. Γιά
τούς τέσσερις Εὐαγγελιστές κάνει λόγο καί ὁ ἅγιος Γερμανός, Πατριάρχης
Κωνσταντινουπόλεως. Κατ’αὐτόν ὁ Ματθαῖος, ἑρμηνεύεται, «μέλι», ὁ
Μᾶρκος «οἶνος», ὁ Λουκᾶς «γάλα» καί ὁ Ἰωάννης «ἔλαιον». Τέσσερα
εἶναι τά Εὐαγγέλια, γιατί τέσσερα εἶναι καί τά καθολικά πνεύματα
σύμφωνα μέ τά τετράμορφα ζῶα. Τό ἱερό Εὐαγγέλιο εἶναι
«τετράμορφον» καί τά «τετραπρόσωπα» τῶν ζώων «εἰκονίζουσι τήν
πραγματείαν τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ». «Ὁ λέων τό ἔμπρακτον αὐτοῦ καί
ἡγεμονικόν καί βασιλικόν χαρακτηρίζει. Ὁ μόσχος, τήν ἱερουργικήν καί
ἱερατικήν τάξιν ἐμφαίνει. Τό δέ ἔχων πρόσωπον ἀνθρώπου, τήν κατ’
ἄνθρωπον αὐτοῦ παρουσίαν φανερῶς διαγράφει. Τό τέταρτον ὅμοιον μέ
ἀετόν τήν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐφιπταμένην δόσιν (παρουσίαν)
σαφηνίζει». Καί συνεχίζει ὁ Γερμανός λέγοντας ὅτι τέσσερις διαθῆκες
δόθηκαν στήν ἀνθρωπότητα: «Μία μέν τῷ κατακλυσμῷ. Δευτέρα δέ, τῷ
Ἀβραάμ, ἐπί τοῦ σημείου τῆς περιτομῆς. Τρίτη δέ ἡ νομοθεσία διά
Μωυσέως. Τέταρτη δέ, ἡ τοῦ Εὐαγγελίου Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου
ἡμῶν». Καί γάρ τόν «ἐπινίκιον ὕμνον» τῆς Λειτουργίας γράφει: «ᾌδοντα
ἐστιν ὁ ἀετός· βοῶντα ἐστί, ὁ βοῦς· κεκραγότα, ὁ λέων καί λέγοντα,
ἄνθρωπος» (Μυστ. Θεωρία PG 98). Καί ὁ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης
σημειώνει: «Ἡ μορφή τοῦ λέοντος συμβολίζει τό ἡγεμονικόν καί
ρωμαλέον καί ἀδάμαστον. Ὁ δέ βοῦς, τό ἰσχυρόν καί ἀκμαῖον. Καί τά
κέρατα, τό φρουρητικόν καί ἀκράτητον. Ὁ δέ ἀετός, τό βασιλικόν καί
ὑψίφορον καί ταχυπετές».
Τέλος, ἄς σημειωθεῖ, πώς ὁ ἱστορικός Δαμάσκιος ἀναφέρει, ὅτι
κατά τούς Ὀρφικούς, μία ἀπό τίς ἀρχές τοῦ κόσμου ἦταν ὅμοια μέ ἕνα
Δράκοντα, πού «εἶχε φυτρωμένες κεφαλές ταύρου καί λέοντος καί στό
μέσο εἶχε πρόσωπο Θεοῦ καί στούς ὤμους φτερά καί τό ὄνομά του ἦταν
αἰώνιος χρόνος» (Περί Ἀρχῶν 123). Πρόκειται, γιά ἕνα σύμβολο
καταπληκτικῆς ὁμοιότητος μέ τό τετράμορφο ὄν τῆς ὁράσεως τοῦ
Ἰεζεκιήλ καί τά τέσσερα σύμβολα τῶν Εὐαγγελιστῶν» (Γ. Προκοπίου).
Δέον νά σημειωθεῖ ὅτι σέ ἁγιογραφίες σέ ναούς τῆς Καππαδοκίας
δίπλα στίς συμβολικές ἀπεικονίσεις τῶν Εὐαγγελιστῶν ὑπάρχουν οἱ
λέξεις «ᾄδοντα» στόν Ἀετό, «βοῶντα» στόν Μόσχο, «κεκραγότα» στόν
Λέοντα καί «λέγοντα» στόν Ἄνθρωπο. Καί ἐμεῖς οἱ γηγενεῖς ἄνθρωποι
ἀναβοοῦμε: «Τίς Θεός μέγας ὡς ὁ Θεός ἡμῶν ὁ ποιῶν θαυμάσια. Σύ εἶ
Θεός μόνος».
Θά συνεχίσουμε, ὅμως, στό ἑπόμενο κήρυγμα, Θεοῦ θέλοντος.
ΑΜΗΝ! Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου
Πέμπτη 2 Ιουλίου 2026
ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
05-07-2026
Στήν κορυφή τοῦ τρούλλου τοῦ Ἱ. Nαοῦ, ἀδελφοί μου, εἰκονίζεται ὁ
Παντοκράτορας. Ὁ ἀείμνηστος ἁγιογράφος Φώτης Κόντογλου σημειώνει:
«Ἀπό ὅλα τά χαρακτηριστικά τοῦ Κυρίου ἐκπέμπεται ΄΄ὀσμή
εὐωδίας πνευματικῆς΄΄ ἀπό τήν ἀκήρατον κορυφήν Του καί ἀπό τά
μαλλιά Του βγαίνει σεμνή μεγαλοπρέπεια. Ἀπό τά ὄμματά Του ἀγάπη,
ἀλλά καί αὐστηρότης ΄΄τοῦ ἐτάζοντος καρδίας καί νεφρούς΄΄. Ἀπό τήν
μύτην εὐθύτης καί ἔλεος. Ἀπό τό στόμα εἰρήνη καί συγγνώμη. Ἀπό τά
μηλομάγουλά Του ἁπλότης καί ἀγαθότης. Ἀπό τόν λαιμόν καί ἀπό τό
στῆθος ἔλεος καί εὐσπλαχνία. Ἀπό τήν δεξιάν χεῖρα εὐλογία καί
χρηστότητα. Ἀπό τήν ἀριστεράν, ὅπου κρατεῖ τό ἅγιον Εὐαγγέλιον,
ἐκπορεύεται Νόμος ζωοποιός, ἀνακουφίζων τούς κοπιῶντας καί
πεφορτισμένους. Τό γυριστόν σιαγόνι Του φανερώνει ἡμερότητα καί
μακροθυμίαν. Ἀπό τόν πώγωνά Του στάζει μύρον ἁγιότητας. Ἀπό τόν
μανδύα Του, ὁ ὁποῖος Τόν τυλίγει, ὡσάν τό σύγνεφον ὅπου κρύβει τόν
ἥλιον, διαχύνεται ἡ μεγαλοπρέπεια τοῦ παντός».
Κύκλω τοῦ Παντοκράτορος βλέπομε τίς Ἀγγελικές τάξεις, σύμφωνα
μέ τό ὅραμα τοῦ Προφήτη Ἠσαΐα, ὅπου λέγει: «Εἶδον τόν Κύριον
καθήμενον ἐπί θρόνου ὑψηλοῦ καί ἐπηρμένου, καί πλήρης ὁ οἶκος τῆς
δόξης Αὐτοῦ... Καί ἐκέκραγεν ἕτερος πρός ἕτερον καί ἔλεγον, ἅγιος,
ἅγιος, ἅγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πᾶσα ἡ γῆ τῆς δόξης Αὐτοῦ« (Ἠσ.
6,10). Ὁ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης γράφει: «Ἡ ἱερά αὕτη δορυφορία τῶν
Ἀγγελικῶν τάξεων εἰκονίζεται... διά νά ἀνεβάσουν τόν νοῦν μας ἀπό τά
ὑλικά εἰς τά ἄϋλα, «δι’αὐτῶν ἀνάγεσθαι πρός τάς ἀΰλους ἀρχετυπίας».
Ἀνάμεσα στίς Ἀγγελικές τάξεις βλέπομε τήν Θεοτόκο πρός ἀνατολάς καί
τόν Τίμιο Πρόδρομο πρός δυσμάς, γιατί ἡ μέν Παναγία εἶναι «τιμιωτέρα
τῶν Χερουβείμ καί ἐνδοξοτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ», ὁ δέ
Πρόδρομος εἶναι ὁ ἁγιώτερος ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους, «ἐν γεννητοῖς
γυναικῶν μείζων» καί ὁ τελευταῖος καί μεγαλύτερος τῶν Προφητῶν.
Μετά βλέπομε τούς Προφῆτες, γιατί ὡς ἄλλοι «Ἄγγελοι Κυρίου» (Ἀγγαῖος
1,13) καί «στόματα Θεοῦ» (Ἰερεμ. 15,19), μίλησαν καί κήρυξαν τόν λόγο
τοῦ Θεοῦ στούς ἀνθρώπους, προφήτευσαν γιά τόν Μεσσία καί
προετοίμασαν τόν ἐρχομό Του στόν κόσμο.
Στήν συνέχεια, καί μάλιστα στά τέσσερα τρίγωνα, πού σχηματίζουν
οἱ καμάρες πού βαστάζουν τόν τροῦλλο, ὑπάρχουν οἱ τέσσερις
Εὐαγγελιστές, γιατί ὑπῆρξαν οἱ πιό αὐθεντικοί μάρτυρες τῆς ζωῆς, τῆς
διδασκαλίας καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Ἡ συμβολή τους στήν
θεμελίωση τῆς Ἐκκλησίας ἦταν ἀποφασιστική.
Ἡ Ἐκκλησία ὑπῆρξε στό ξεκίνημά της καί θά παραμείνει γιά πάντα
«ἀποστολική», δηλαδή θεμελιωμένη πάνω στήν μοναδική καί
ἀντικατάστατη ἐμπειρία τῶν Ἀποστόλων. Ἀλλά καί γιατί οἱ τέσσερις
κολῶνες, πού στηρίζουν τόν τροῦλλο, συμβολίζουν τούς τέσσερις
Εὐαγγελιστές καί στό σημεῖο αὐτό συναντᾶται ἡ Παλαιά μέ τήν Καινή
Διαθήκη, οἱ Προφῆτες ἀπό ἄνω πρός τά κάτω μέ τούς Εὐαγγελιστές καί
τἀνάπαλιν ἀπό κάτω, πρός τά ἄνω οἱ Εὐαγγελιστές - Ἀπόστολοι μέ τούς
Προφῆτες: Ὅπως ὁ «Χριστός Παντοκράτωρ» ὑπάρχει στόν τροῦλλο τῆς
Ἐκκλησίας ἔτσι καί ἡ Παναγία «Πλατυτέρα» εἰκονίζεται μέσα στήν κόγχη
τοῦ ἱεροῦ Βήματος καί στό ἄνω μέρος, πού σχεδιάζει ἡμικύκλιο. Ἡ κόγχη
συμβολίζει τά ἐπουράνια κάι ἡ Παναγία «Πλατυτέρα» ἀγκαλιάζει τό
σύμπαν, πάντοτε στά δεξιά τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ καί πάντοτε μεσίτρια πρός
τόν φιλάνθρωπο Θεό, ὑπέρ τῶν ἀγαπημένων τέκνων της, πάντοτε
γέφυρα καί κλίμακα μεταξύ οὐρανοῦ καί γῆς (Γ. Ἀντουράκη, Χριστ.
Ἀρχαιολογία).
Ἀκολουθοῦν, πρός τά κάτω, ἡ παράσταση τῆς Θείας Κοινωνίας καί
οἱ Μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, πού ἱερουργοῦν, κατέχοντες
εἰλητάρια μέ λειτουργικές Εὐχές, γιατί ὅπως λέγει ὁ Συμεών
Θεσσαλονίκης «τό ἅγιον βῆμα τά Ἅγια τῶν Ἁγίων τυποῖ, τά ὑπεράνω τῶν
οὐρανῶν καί τόν οὐρανόν. Ἡ ἱερά Τράπεζα τοῦ Θεοῦ τόν θρόνον καί τήν
Ἀνάστασιν Χριστοῦ καί τό σεβάσμιον μνῆμα... καί τό θυσιαστήριον, τόν
θρόνον τοῦ Θεοῦ καί τήν ἀνάπαυσιν, καί αὐτόν τυποῖ τόν Χριστόν,
ἐσφαγμένον καί ζῶντα καί νοητῶς ἐκεῖσε θυόμενον κείμενον, καί
ἀπαύστως ἱερουργούμενον καί τόν κατά ἀνατολάς ὑφ’ὑψηλοῦ θρόνου
Θεοῦ, τήν εἰς οὐρανούς καθέδραν Χριστοῦ ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός
σημαίνοντα»(PG 115 σ 292).
Τό τέμπλο εἶναι ἕνας χῶρος ἰδιαίτερος, πού χωρίζει τόν κυρίως ναό,
ἀπό τό ἱερό βῆμα καί οἱ εἰκόνες πού ὑπάρχουν ἐκεῖ ἔχουν τήν ἑξῆς
διάταση καί σημασία. Ὅπως κοιτάζουμε πρός τό Ἱερό, δεξιά τῆς Ὡραίας
Πύλης, εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, γιατί εἶναι ὁ οἰκοδεσπότης, ὁ ἱδρυτής
τῆς Ἐκκλησίας καί γιατί ἡ Ἐκκλησία μας πάντοτε εἶναι χριστοκεντρική.
Ἀριστερά τῆς Ὡραίας Πύλης βρίσκεται ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας. Ἡ θέση
αὐτή, κατά τήν τάξη τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι δεξιά του Κυρίου, γιατί ἡ
Παναγία πάντοτε βρίσκεται δεξιά τοῦ Υἱοῦ της, «παρέστη ἡ Βασίλισσα ἐκ
δεξιῶν Σου...», παραπλεύρως τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Προδρόμου,
λόγῳ τῆς σημασίας τοῦ ρόλου καί τοῦ ἔργου του στόν ἐρχομό τοῦ
Κυρίου, καί τέλος παραπλεύρως τῆς Παναγίας βρίσκεται ἡ εἰκόνα τοῦ
Ἁγίου πού εἶναι ἀφιερωμένος ὁ ναός, γιατί εἶναι τό τιμώμενο ἅγιο
πρόσωπο. Βεβαίως, στά παραβήματα, στή συνέχεια τοῦ τέμπλου,
ὑπάρχουν καί ἄλλες ἱερές εἰκόνες. Πάνω ἀπό τήν Ὡραία Πύλη, συνήθως
ὑπάρχει τό «μάτι» τοῦ ἐπιβλέποντος Θεοῦ· ὑπεράνω αὐτοῦ εἰκονίζεται ὁ
Μυστικός Δεῖπνος καί ἑκατέρωθεν οἱ εἰκόνες τοῦ Δωδεκάορτου πού
εἶναι: «Ὁ Εὐαγγελισμός, ἡ Γέννησις, ἡ Ὑπαπαντή, ἡ Βάπτισις, ἡ
Μεταμόρφωσις, ἡ ἔγερσις τοῦ Λαζάρου, ἡ Βαϊοφόρος, ἡ Σταύρωσις, ἡ
Ἀνάστασις, ἡ Ἀνάληψις, ἡ Πεντηκοστή καί ἡ Κοίμηή: Ισις τῆς Θεοτόκου. Μᾶς
θυμίζουν τίς Δεσποτικές κυρίως γιορτές καί Θεομητορικές, γιατί τά θεῖα
αὐτά γεγονότα εἶναι σταθμοί στή λατρευτική ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς
σωτηρίας μας γενικώτερα. Ὁ καθηγητής Κ. Καλοκύρης ἀνακεφαλαιώνει:
Τό δωδεκάορτο ἐμφανίζει εἰς τούς πιστούς, ἐν ὅλῳ, τήν ἐπί γῆς
παρουσίαν τοῦ Σωτῆρος». Πάνω καί στό κέντρο τοῦ τέμπλου ὑπάρχει ὁ
Σταυρός «τό Κυριακόν Σημεῖον», τό ὁποῖο σκέπει τόν ναό καί μέσα στίς
τέσσερις κεραῖες του ἀπεικονίζεται ἡ ἱστορία τοῦ Κυρίου καί «παρέχει
εἰς τούς κάτωθεν ἱσταμένους πιστούς τήν ὑψηλήν αἴσθησιν ὅτι
κυριαρχοῦνται ἀπό τό κατ’ἐξοχήν ἱερόν σύμβολον, ὅτι εὑρίσκονται ὑπό
τήν σκέπην Του» (Κ. Καλοκύρη, Θρησκ. καί Ἠθ. Ἐγκυκλοπαίδεια).
Θά συνεχίσωμε, ὅμως, Θεοῦ θέλοντος, στό ἑπόμενο κήρυγμα.
ΑΜΗΝ! Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου
Πέμπτη 25 Ιουνίου 2026
ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 25
ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
28-06-2026
Συνεχίζουμε τήν ἀναφορά μας, ἀδελφοί μου, στούς ὑπόλοιπους
«τύπους» καί στίς «εἰκόνες» τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πού
προτυπώνουν γεγονότα τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ἔχουν σχέση μέ τόν
χριστιανικό Ναό, διότι ἀπεικονίζονται στίς τοιχογραφίες του.
ιβ) Τό ὅραμα τοῦ Ἰεζεκιήλ μέ τήν συναρμολόγηση καί
νεκρανάσταση τῶν ξηρῶν ὀστῶν. Αὐτό εἶναι τύπος τῆς ἀναστάσεως
τῶν νεκρῶν, κατά τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου. «Καί ἐγένετο
ἐπ’ ἐμέ χείρ Κυρίου, καί ἐξήγαγέ με ἐν πνεύματι Κύριος καί ἔθηκέ με
ἐν μέσῳ τοῦ πεδίου, καί τοῦτο ἦν μεστόν ὀστέων ἀνθρωπίνων»
(Ἰεζεκ. 37, 1). Ὁ Δανιήλ στό λάκκο τῶν λεόντων γίνεται προτύπωση
τῶν Ἁγίων Μαρτύρων (Δαν. 31 Βηλ. καί Δράκων). Οἱ τρεῖς παῖδες,
Σεδράχ, Μισάχ καί Ἀβδεναγώ, στό καμίνι, γίνονται τύποι τῶν
Μαρτύρων, οἱ ὁποῖοι «διά πυρός καί σιδήρου» ἐμαρτύρησαν
(Δαν. 3,23). Τέλος, ὁ Προφήτης Ἰωνᾶς, τριήμερος στό κῆτος εἶναι
σύμβολο τῆς τριημέρου ταφῆς τοῦ Κυρίου, τό δέ κῆτος, στενόμακρο,
προτυπώνει τόν «ἀρχέκακον ὄφιν» (Ἰωνᾶ 2, 1).
Καινή Διαθήκη: Στήν Καινή Διαθήκη ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ
γίνεται «σάρξ», ἀποκαλύπτεται πραγματικά καί ὄχι συμβολικά.
Αὐτό, ὅμως, δέν καταργεῖ τόν συμβολικό λόγο τῆς Γραφῆς. Ὁ Ἰησοῦς
Χριστός μιλᾶ «ἐν παραβολαῖς» καί ἡ Ἐκκλησία διατυπώνεται
«ἐν εἰκόνι», παρουσιάζεται δέ ὡς «φυτεία», «οἰκοδομή», «στῦλος τῆς
ἀληθείας» ἤ ὡς «οὐράνιος Ἱερουσαλήμ». Πέραν τούτων ἡ
προσκύνηση τῶν μάγων (Ματθ. 2,11) εἶναι τύπος ἐκείνων πού θά
προσέλθουν ἀπό τόν ἐθνικό κόσμο στόν Χριστιανισμό. Τό θαῦμα ἐν
Κανᾷ εἶναι εἰκόνα τῆς Θείας Μεταλήψεως (Ἰωάν. 2,1-3). Ὁ Κύριλλος
Ἱεροσολύμων, μέ ἀπορία, ἐρωτᾶ: «Τό ὕδωρ ποτέ εἰς οἶνον
μεταβέβληκεν οἰκείῳ αἵματι, ἐν Κανᾷ τῆς Γαλιλαίας, καί οὐκ
ἀξιόπιστός ἐστιν οἶνον μεταβαλών εἰς Αἷμα;» (Κατηχ. Δ΄, 2 Migne 33
1097). Τό θαῦμα τοῦ χορτασμοῦ τῶν πεντακισχιλίων μέ πέντε
ἄρτους εἶναι τύπος θρέψεως τῆς ψυχῆς ἀπό τήν Δεσποτική σάρκα
(Ματθ. 14,20). Ἡ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου εἶναι τύπος τῆς
ἀναστάσεως τῶν ψυχῶν κατά τήν Β΄Παρουσία τοῦ Κυρίου (Ἰω. 11,44).
Ἡ θριαμβευτική εἴσοδος τοῦ Κυρίου στά Ἱεροσόλυμα, τήν Κυριακή
τῶν Βαΐων, εἶναι εἰκόνα τῆς μελλοντικῆς δόξας τοῦ Βασιλέως τῶν
ὅλων (Ἰω. 12,13). Τόσον οἱ εἰκόνες, τό σύμβολο καί οἱ τύποι τῆς
Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅσο καί οἱ εἰκόνες τῆς Καινῆς, κάτω ἀπό τό φῶς
τῆς ἐνσάρκου παρουσίας τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, βεβαιώνουν,
πώς τό σύμβολο, βιβλικά – θεολογικά δέν ταυτίζεται μέ τήν
ἀλληγορία, ἡ ὁποία ἀγνοεῖ τήν ἱστορία κάι τήν μεταβάλλει σέ
ὑπόθεση. Τό σύμβολο στήν Ἐκκλησία εἶναι ἔντονα ρεαλιστικό καί
θεωρεῖται μιά ἑνωμένη πραγματικότητα μέ τήν ἀλήθεια. Πάντως
ὅσο πραγματικό καί νά εἶναι ἕνα σύμβολο, ὅσο ἐπιτυχημένα καί ἄν
μᾶς μεταδίδει αὐτή τήν ἄλλη πραγματικότητα, σκοπός του δέν εἶναι
νά μᾶς ξεδιψάσει, ἀλλά νά μᾶς μεγαλώσει τήν δίψα «Δίδου ἡμῖν
ἐκτυπώτερον σοῦ μετασχεῖν ἐν τῇ ἀνεσπέρῳ ἡμέρᾳ τῆς βασιλείας
σου» (Κανών τοῦ Πάσχα, ᾠδή θ΄). Τότε πού «πᾶσα σκιά καί ἅπας
τύπος καί τά νῦν σύμβολα καταπαύσουσι καί καθαροί καθαρῶς τοῦ
καθαρωτάτου θύματος αἰωνίως ἐπαπολαύσωμεν» θά προσθέσει ὁ
Συμεών Θεσσαλονίκης. Ὁ καθηγητής Ἀντουράκης στό ἔργο του
(Χριστ. Ζωγραφική), κάνει λόγο γιά τίς βιβλικές παραστάσεις τόσο
τῆς Παλαιᾶς, ὅσο καί τῆς Καινῆς Διαθήκης καί ἀναφέρεται σέ
κατακόμβες, σαρκοφάγους, παλαιούς ναούς, κ.λ.π.
Η ΕΙΚΟΝΑ. Ὅπως ὅλη ἡ λατρεία, ἔτσι κάι ἡ εἰκόνα, εἶναι μιά
ἀποκάλυψη τοῦ αἰωνίου μέσα στό χρόνο. Ὁ Μ. Βασίλειος γράφει:
«Ὅ,τι ὁ λόγος μεταδίδει διά τῆς ἀκοῆς, ἡ ζωγραφική τό δεικνύει
σιωπηρῶς μέ τήν παράστασιν» (PG 31,500). Οἱ εἰκόνες εἶναι
πραγματικά σύμβολα τῆς πίστεως, γιατί συμβάλλουν στήν
κατανόηση τῆς πραγματικότητας πού ἐπιχειροῦν νά ἐκφράσουν,
συμβάλλουν στήν φανέρωση τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ καί τῶν
Ἁγίων, ὡς μελῶν τοῦ σώματός Του (καθ. Τσεδεκίδης). Τό ὁρατό καί
τό ἀόρατο, τό ὑλικό καί τό πνευματικό συνενώνονται σέ μιά
ἀδιάσπαστη ἑνότητα στίς εἰκόνες (καθ. Βασιλειάδης). Ἡ τιμή τῶν
εἰκόνων ὀφείλεται στό γεγονός ὅτι τό συμβολιζόμενο πρόσωπο εἶναι,
κατά χάριν παρόν στό σύμβολο (εἰκόνα) καί ὅτι τό σύμβολο μετέχει
στή συμβολιζόμενη πραγματικότητα. Γι’αὐτό κάι οἱ πιστοί μποροῦν
νά συναντοῦν καί αἰσθητά τά εἰκονιζόμενα πρόσωπα. Στόχος τῶν
εἰκόνων καί τῶν συμβόλων γενικά στήν Ἐκκλησία εἶναι αὐτή
ἀκριβῶς ἡ μαρτυρία τῶν ἔργων τῆς σωτηρίας, πού ἔχει ἡ
ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ. Ὁ π. Παῦλος Εὐδοκίμωφ γράφει:
«Ἡ εἰκόνα εἶναι ἕνα θαῦμα πίστεως. Ὁ γήινος ἄνθρωπος, γίνεται
ἄνθρωπος οὐράνιος. Τά μεγαλωμένα μάτια, μέ τό προσηλωμένο
βλέμμα, βλέπουν τό ἐπέκεινα. Ἀπό τά λεπτά χείλη ἀπουσιάζει κάθε
αἰσθησιασμός, ὑπάρχουν γιά νά ψάλλουν τόν αἶνο, νά δέχονται τήν
Εὐχαριστία καί νά δίδουν τό φίλημα τῆς εἰρήνης. Ἡ μύτη δέν εἶναι
παρά μία λεπτότατη καμπύλη, τό μέτωπο πλατύ καί ψηλό, καί ἡ
ἐλαφριά παραμόρφωσή του τονίζει τήν κυριαρχία τοῦ στοχασμοῦ.
Κάθε ἀνησυχία καί ἀγωνία σβήνουν ἐμπρός στήν ἐσωτερική γαλήνη
καί εἰρήνη. Ἡ Ἐκκλησία ὡς θεϊκό παλάτι, εἶναι στολισμένη μέ τίς
ἅγιες εἰκόνες. Ἡ ἁγιογραφία μαζί μέ τίς ἄλλες ἱερές τέχνες,
συμβάλλει στή εὐπρέπεια τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ». Ὁ Χριστός, ὡς
«κεφαλή τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας» (Κολασ. 1,18), ἱστορεῖται στήν
κορυφή τοῦ τρούλλου, πού παριστάνει τόν οὐρανό, κατά τόν Συμεών
Θεσσαλονίκης. Ζωγραφίζεται, «ὁ Χριστός Παντοκράτωρ», στό
ὑψηλότερο μέρος τοῦ ναοῦ, γιατί ἀπ’ Αὐτόν ἐκπορεύονται καί
ζωοποιοῦνται καί ἀθανατίζονται ὅλα τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ὅλοι οἱ
Ἅγιοι, πού εἰκονίζονται μέσα στό ναό, ἀπό τόν τροῦλλο μέχρι τῶν
θεμελίων. «Ὁ Παντοκράτωρ Κύριος» ἀπό τό χῶρο αὐτό, εἶναι σάν νά
προβάλλει ἀπό τόν οὐρανό, ἐπιβλέποντας τούς ἀνθρώπους. Εἶναι
ὁ ἐνανθρωπήσας Λόγος τοῦ Θεοῦ καί, συγχρόνως, Θεός, πού κρατεῖ
καί ἐξουσιάζει τά σύμπαντα, ὁ Παντοκράτωρ.
Ἡ συνέχεια, ὅμως, στό ἑπόμενο κήρυγμα, Θεοῦ θέλοντος. ΑΜΗΝ!
Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

