Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026

 


 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 39
ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΛΟΥΚΑ
04-10-2026

ΤΑ ΑΜΦΙΑ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ. Τό στιχάριο εἶναι ὅμοιο μέ
τοῦ Πρεσβυτέρου. Τά παλαιότερα στιχάρια ἔφεραν ἀπό τό ὕψος τῶν
ὤμων ὡς τόν ποδόγυρο, δύο κάθετες ταινίες (ποταμούς) κόκκινες ἤ
λευκές, σύμβολο τόσο τοῦ αἵματος καί τοῦ ὕδατος πού ἔρρευσαν ἀπό
τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὅσο καί τῆς σοφίας, πού διά τοῦ κηρύγματος
σκορπίζει γύρω του ὁ Ἐπίσκοπος (PG. 98.393). Ὁ Συμεών
Θεσσαλονίκης κάνει ἰδιαίτερη μνεία, ἀλλά καί διάκριση, ὡς πρός τό
στιχάριο τοῦ ἀρχιερέως: «Αὐτό ἔχει ἄνωθεν κατωφερεῖς τούς
λεγόμενους ποταμούς, οἱ ὁποῖοι τό διδασκαλικόν τῆς ἐν αὐτῷ
χάριτος σημαίνουσι καί τό διαφοροειδές τῶν ποικίλων χαρισμάτων,
τά ὁποῖα ἠξιώθη ὁ ἀρχιερεύς παρά τοῦ Θεοῦ, καί ὅτι δι’αὐτοῦ
προέρχονται εἰς πάντας... Ποταμοί δέ λέγονται διά τήν φωνήν ἐν τῷ
Εὐαγγελίῳ αὐτοῦ τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν λέγοντος· «ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ
ποταμοί ρεύσουσιν ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ὕδατος ζῶντος» (Ἰω. 7,38).
Ὁ δέ ἀρχιερεύς φορεῖ τό στιχάριον, ὡς φωτεινόν ἔνδυμα ἀφθαρσίας
καί ἁγιωσύνης, τό ὁποῖον δηλοῖ τήν καθαρότητα καί τό φωτιστικόν
τοῦ Ἰησοῦ καί τήν ἁγνείαν καί λαμπρότητα τῶν Ἀγγέλων»
(Ἅπαντα Συμεών Θεσσαλονίκης).
Τό ἐπιτραχήλιο, ἡ ζώνη καί τά ἐπιμάνικα εἶναι ὅπως τοῦ
Πρεσβυτέρου. Ὁ σάκκος τοῦ Ἐπισκόπου ἀντικατέστησε τό
πολυσταύριο φελόνιο. Τά μανίκια τοῦ σάκκου φτάνουν μέχρι τόν
καρπό τῶν χεριῶν καί τό ὕψος του φτάνει μέχρι τά γόνατα.
Προέρχεται ἀπό τήν ἐνδυμασία κοσμικῶν ἀρχόντων, ὅπου στήν
Παλαιστίνη συμβόλιζε τό πένθος ἤ τήν μετάνοια (Γένεσ. 37,34 καί
Σοφ. Σειρ. 25,17) καί στήν Κωνσταντινούπολη τήν ὑποταγή τοῦ
βυζαντινοῦ αὐτοκράτορα στόν ὑπέρτατο Βασιλέα τῶν Οὐρανῶν.
Ἀπό τόν 12ο αἰῶνα ἀναφέρεται ὡς ἐπισκοπικό ἄμφιο. Ἀρχικά τό
φοροῦσε μόνον ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης. Κατά τόν Συμεών
Θεσσαλονίκης (πρῶτο ἥμισυ 15ου αἰώνα), σάκκον «πλήρη σταυρῶν»
φοροῦσαν οἱ Πατριάρχες καί οἱ Ἀρχιεπίσκοποι. Ἀπό τήν ἅλωση τῆς
Πόλης καί μετά σάκκο φέρουν ὅλοι οἱ Ἀρχιερεῖς. Ἡ λέξη «σάκκος»
παράγεται ἀπό τήν ἑβραϊκή λέξη «σάκ», πού σημαίνει «ἔνδυμα τῆς
μετανοίας καί τῆς ταπεινώσεως». Ὁ Θεόδωρος Βαλσαμών γράφει ὅτι
ὁ σάκκος εἰκονίζει «τήν χλαῖναν τῆς ὕβρεως». «Καί ἱμάτιον
πορφυροῦν περιέβαλον αὐτόν καί ἔλεγον· χαῖρε ὁ βασιλεύς τῶν
Ἰουδαίων» (Ἰωάν. 19, 2-3). Τήν ἴδια ἑρμηνεία δίδει καί ὁ Συμεών ὅταν
λέγει: «Ὁ σάκκος τήν ἐν τῷ πάθει σημαίνει χλαῖναν». Καί σέ ἄλλο
σημεῖο ἐπεξηγεῖ: «Οἱ Ἀρχιερεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐνδύονται σάκκους
προφανῶς μιμοῦνται τόν παθόντα Κύριον, τόν ὑπέρ ἡμῶν σάκκον τε
ἐνδυσάμενον πρακτικῶς καί διά σταυροῦ θάνατον ἐνεγκόντα. Διό
καί πᾶς ὁ σάκκος πλήρης σταυρῶν». Οἱ κωδωνίσκοι τοῦ σάκκου,
ἀφ’ἑνός μᾶς ὑπενθυμίζουν τόν ἦχο «τῶν κωδώνων» τοῦ Ἀαρών, ἀφ’
ἑτέρου συμβολίζουν τό διδακτικό καί κηρυκτικό ἔργο τοῦ Ἐπισκόπου.
ΤΟ ΩΜΟΦΟΡΙΟ. Αὐτό εἶναι ἀρχιερατικό ἄμφιο, καί ἀποτελεῖ
τό διακριτικό γνώρισμα τοῦ Ἀρχιερατικοῦ ἀξιώματος καί δεῖγμα τῆς
ἐπισκοπικῆς ἐξουσίας. Τά ὠμοφόρια εἶναι δύο εἰδῶν, τό μεγάλο καί
τό μικρό.
Τό μεγάλο τοποθετεῖται γύρω ἀπό τόν λαιμό τοῦ ἐπισκόπου καί
πάνω στόν σάκκο. Τό ἕνα του ἄκρο κρέμεται μπροστά καί τό ἄλλο
πρός τά πίσω. Τό φοράει ἀπό τήν ἀρχή τῆς Θείας Λειτουργίας, ὅπου
παρίσταται ποιμένας καί τύπος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, μέχρι τοῦ
Ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος, ὁπότε καί τό ἀφαιρεῖ, ἐπειδή
πρόκειται νά ἀναγνωσθεῖ τό ἱερό Εὐαγγέλιο, σέ ἔνδειξη ταπείνωσης.
Ὁ Συμεών γράφει: «Τό νά ἐκβάλλει ὁ Ἀρχιερεύς τό ὠμοφόριον εἰς
τήν ἀνάγνωσιν τοῦ Εὐαγγελίου σημαίνει τήν δουλείαν καί ὑποταγήν
του πρός τόν Σωτῆρα ..... καί ὅταν ἀναγιγνώσκονται τά θεῖά Του
λόγια διά τοῦ Εὐαγγελίου, τότε εἶναι αὐτός ὁ ἴδιος ὁ λαλῶν».
Τό μικρό ὠμοφόριο τό φορεῖ ὁ Ἀρχιερέας ἀπό τήν Μεγάλη
Εἴσοδο τῶν Τιμίων Δώρων ἕως τό τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας. Τό
φοράει, ἐπίσης, καί στά ἄλλα ἱερά μυστήρια καί ἱερές ἀκολουθίες. Τά
δύο του ἄκρα πέφτουν μπροστά στό στῆθος. Τό ὠμοφόριο εἶναι
ἄμφιο ἀρχαιότατο καί γιά τή χρήση του μαρτυρεῖ ἡ πανάρχαια
χριστιανική εἰκονογραφία. Σ’αὐτήν οἱ ἱεράρχες, κατά κανόνα,
φέρουν ὠμοφόρια. Ὁ Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως γράφει:
«Τό ὠμοφόριον ἐστί τοῦ ἀρχιερέως, κατά τήν στολήν τοῦ Ἀαρών,
ἥνπερ ἐφόρουν οἱ ἐν τῷ νόμῳ ἀρχιερεῖς, σουδαρίοις μικροῖς τόν
εὐώνυμον ὦμον περιτιθέντες κατά τόν ζυγόν τῶν ἐντολῶν τοῦ
Χριστοῦ. Τό δέ καθῆσαι (τόν ἀρχιερέα στό σύνθρονο) ἐστίν ὅτι
ὁ Υἱός τήν ἑαυτοῦ σάρκα ἥν ἐφόρεσε, καί τό πρόβατον ὅ ἀνέλαβε
ἐπί τῶν ὤμων (ὅπερ σημαίνει τό ὠμοφόριον), ὅ ἐστί τό Ἀδαμιαῖον
φύραμα». Τήν ἴδια ἄποψη ὑποστηρίζει καί ὁ Σωφρόνιος
Ἱεροσολύμων. Σύμφωνα μέ τόν Συμεών, τό ὠμοφόριο ὡς τελευταῖο
ἄμφιο τῆς ἀρχιερατικῆς ἐνδυμασίας καί τάξεως, συμβολίζει, μέσῳ
τοῦ πλανηθέντος προβάτου, τήν ἀνάκληση καί σωτηρία τῶν
«ἀνθρώπων ἡμῶν», πού χάρη τοῦ «πλανηθέντος προβάτου»,
ἀνέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση ὁ Χριστός, μέ τήν ὁποία, ἀφοῦ ἔπαθε
πάνω στό Σταυρό, μᾶς ἔσωσε. Ἀλλά καί τήν Σταύρωση εἰκονίζει,
γιατί ἐμπρός καί πίσω «σταυροειδῶς τέσσαρας ἔχει σταυρούς». Καί
συνεχίζει ὁ Συμεών «Τό ὠμοφόριον εἰκονίζει τό πλανηθέν πρόβατον,
τό ὁποῖον ἐπί τῶν ὤμων ἔλαβεν ὁ Σωτήρ, τοῦτό ἐστι τήν ἡμετέραν
φύσιν καί ὅτι ἐκ τῶν οὐρανῶν κατελθών ἐσαρκώθη καί ὅτι καί αὐτός
ἀμνός ὠνομάσθη ὡς σφαγείς ὑπέρ ἡμῶν. Βεβαιώνουσι δέ αὐτήν τήν
ἔννοιαν καί τά λόγια, ὅσα λέγει τυλίσσων αὐτό ἐπί τῶν ὤμων του.
«Ἐπί τῶν ὤμων, Χριστέ, τήν πλανηθεῖσαν ἄρας φύσιν, ἀναλειφθείς
τῷ Θεῷ καί Πατρί προσήγαγες». «Ὅταν προπορεύεται τό ὠμοφόριον
ἔμπροσθεν τῶν ἱερῶν Δώρων (κατά τήν Μεγάλη Εἴσοδο) αὐτό
σημαίνει ὅτι θέλει εἶσθαι ἐν τῷ μέλλοντι, ὁρατός εἰς ὅλους ὁ Ἰησοῦς
σεσαρκωμένος καί πεπληγωμένος δι’ἡμᾶς, Αὐτός ὁ εἷς Θεός τῆς
Ἁγίας Τριάδος καί φωτίζει ἡμᾶς μέ τάς λάμψεις καί μαρμαρυγάς τῆς
Θεότητος» (Ἅπαντα Συμεών Θεσσαλονίκης). Ἡ ἀφαίρεση ἤ ἡ
κατάθεση τοῦ ὠμοφορίου σημαίνει ἀφαίρεση ἤ κατάθεση τῆς
ἐπισκοπικῆς ἐξουσίας. Στά πρακτικά τῆς ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου
(681) διαβάζομε, ὅτι οἱ Πατέρες, ἀναθεματίσαντες τόν Μακάριο,
Πατριάρχη Ἀντιοχείας, (λόγῳ μή ὑπακοῆς του στά θεολογικά
δόγματα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας) διέταξαν, ὅπως τοῦ ἀφαιρεθεῖ
τό ὠμοφόριον. «Δικαίως τῆς ἐπισκοπῆς ἀλλοτριούσθω! Γυμνούσθω
τοῦ προκειμένου αὐτῷ ὠμοφορίου». Τά ἄμφια τοῦ Ἐπισκόπου εἶναι
ἑπτά «διά τάς ἑπτά ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», ὅπως γράφει
ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης. Εἶναι δέ αὐτά ταῦτα· στιχάριον,
ἐπιτραχήλιον, ζώνη, ἐπιμάνικα, ἐπιγονάτιον (τό ὁποῖον κρέμαται
ἐπί τοῦ δεξιοῦ μέρους τοῦ σάκκου), ὁ σάκκος καί τό ὠμοφόριον.
Αὐτά δηλώνουν τήν «ἑνανθρώπησιν τοῦ Χριστοῦ καί τά τῆς
ἐνανθρωπήσεως».
Θά συνεχίσουμε ὅμως, σύν Θεῷ, στό ἑπόμενο κήρυγμα. ΑΜΗΝ!       Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026


 

 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 38
ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΛΟΥΚΑ
27-09-2026

Συνεχίζεται, ἀδελφοί μου, ἡ ἀναφορά στά ἱερατικά ἄμφια.
ΤΟ ΦΕΛΟΝΙΟ. Τό φελώνιο ἤ φελόνιο εἶναι διακριτικό ἄμφιο
τῶν πρεσβυτέρων «ὅπερ φοροῦσιν οἱ ἱερεῖς τῆς Ὀρθοδόξου
Ἐκκλησίας ἐν ταῖς ἱερουργίαις», σημειώνει ὁ ἱερός Χρυσόστομος.
Τό ἄμφιο αὐτό φέρεται πάνω ἀπό τό στιχάριο καί ἐπιτραχήλιο. Ἔχει
κωνοειδές σχῆμα χωρίς μανίκια, καί ἔχει ἄνοιγμα στό ἐπάνω μέρος.
Φοριέται ἀπό τό κεφάλι καί ἀποτελεῖ τό ἐξωτερικό ὁλόσωμο ἄμφιο
τοῦ ἱερέα. Τό ἐμπρόσθιο μέρος του εἶναι βραχύ, μέχρι τῶν παλαμῶν
τῶν χειρῶν, ἐνῶ τό ὀπίσθιο εἶναι μακρύτερο. Στήν λειτουργική
χρήση ἐπικράτησε ἀπό τήν καθημερινή χρήση, γιατί, πολύ πρό τοῦ
5ου αἰῶνα, χρησιμοποιεῖται ἀπό πρόσωπα τῆς Ἐκκλησίας, εἴτε σάν
ὁδοιπορικό ἔνδυμα, εἴτε ὑπό τήν μορφή φιλοσοφικοῦ τρίβωνα
(Εὐσεβίου Ἐκκλ/κή Ἱστορία). Ὁ π. Κων. Καλλίνικος ἀναφέρει ὅτι «τό
φελόνιον ἔχει τήν λειτουργικήν χρῆσιν ἀναντιρρήτως ἀρχαιοτάτην».
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στήν Β΄ Τιμοθέου (4,13) γράφει: «Τόν φελόνην,
ὅν ἀπέλιπον ἐν Τρῳάδι παρά Κάρπου, ἐρχόμενος φέρε».
Ἡ ἀρχιερατική στολή, μέχρι τῆς Ἁλώσεως τῆς Κων/πόλεως,
περιελάμβανε καί τό φελόνιο. Οἱ μαρτυρίες προέρχονται ἀπό
τοιχογραφίες ἀρχαίων ναῶν, ὅπου οἱ ἱεράρχες εἰκονίζονται πάντοτε
μέ φελόνιο λευκό (πολυσταύριο). Μετά τήν Ἅλωση, τό Ἐπισκοπικό
τό πολυσταύριο φελόνιο, ἐκτοπίστηκε ἀπό τό σάκκο καί ἡ
λειτουργική του χρήση περιορίστηκε μόνο στούς πρεσβυτέρους. Ὁ
Σωφρόνιος Ἱεροσολύμων ἀναφέρει ὅτι τό φελόνιο «ἐστίν ὁ χιτών ὁ
ἄραφος, ὁ ἐκ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκφανθείς, ἔτι δέ καί ἡ κοκκίνη
χλαμύς», μέ τήν ὁποίαν οἱ στρατιῶτες χλευαστικά στόν Κύριο
ἔντυσαν. «Καί ἐκδύσαντες αὐτόν περιέθηκαν αὐτῷ χλαμύδα
κοκκίνην» (Ματθ. 27,27). Τήν ἴδια ἄποψη ἐπαναλαμβάνει καί ὁ
Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως, ὅταν λέγει: «Τό δέ φαινόλιον
ἐμφαίνει τήν ἀπό κοκκίνου πορφύραν, ἥνπερ τῷ Ἰησοῦ ἐμπαίζοντες
οἱ ἀσεβεῖς ἐφόρεσαν». Ἐπίσης, κατά τόν ἴδιο πατέρα ἐξεικονίζει καί
τήν στολή τοῦ Βαπτίσματος(π. Γ. Μεντιδάκη, τύπος καί συμβολισμός
στήν ὀρθόδοξη λατρεία). Ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης ἀσχολεῖται μέ τό
φελώνιο στό ἔργο του «περί τοῦ θείου Ναοῦ», καί γράφει: «Τό δέ
ἱερόν φαινόλιον φανερώνει τήν ὑψηλοτέραν καί ἄνωθεν δεδομένην
τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δύναμιν καί λάμψιν... Εἰκονίζει δέ ἔτι καί τήν
περιέχουσαν τό πᾶν προνοητικήν καί παντουργικήν καί
ἀγαθουργόν τοῦ Θεοῦ δύναμιν, διά τήν ὁποίαν ἕως ἡμᾶς ὁ Θεός
Λόγος κατῆλθε καί ἥνωσε τά ἄνω καί τά κάτω εἰς ἑαυτόν, μέ τήν
ἑαυτοῦ σάρκωσιν, σταύρωσιν καί ἀνάστασιν». Στό ἔργο του
«περί χειροτονιῶν» ὁ Συμεών γράφει: «Λευκόν μέν εἶναι διά τήν
καθαρότητα καί ἁγιωσύνην καί διά τήν περιβολήν τῆς θείας δόξης,
καί ὅτι ὁ Θεός φῶς ἐστί καί ἀναβαλλόμενος φῶς ὡς ἱμάτιον, καί οἱ
ἄγγελοι πολλάκις ἐνδεδυμένοι στολήν λευκήν ἐφόρεσαν...
Ὑψώνεται δέ ἐκ πλαγίου ὑποκάτω εἰς τάς χεῖρας ἐν τῷ καιρῷ τῶν
ἱερῶν ἔργων, διότι γίνεται τρόπον τινά, ὡς πτερά διά τό ἀγγελικόν
τῆς ἱερατικῆς ἀξίας». Ὁ Βαλσαμών ἀναφέρει πώς τά πολυσταύρια
φελόνια ἐξεικονίζουν «τοῦ Τιμίου Σταυροῦ τήν παγκόσμιον δόξαν
καί δύναμιν». Ὁ ἱερέας, ἀφοῦ λάβει τό φελόνιο γιά νά τό ἐνδυθεῖ, καί
ἐάν ἔχει εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, δέν τό εὐλογεῖ ἀλλά τό ἀσπάζεται,
λέγοντας «οἱ ἱερεῖς σου, Κύριε, ἐνδύσονται δικαιοσύνην, καί οἱ ὅσιοί
σου ἀγαλλιάσει ἀγαλλιάσονται (Ψαλμ. 131,9). Τό φελόνιο εἶναι τό
σύμβολο τῆς θείας δικαιοσύνης. Ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος λέγει:
«Ἱερεῖς ἐνδύσασθε δικαιοσύνην. Τόν μέγαν καί ἄσπιλον χιτῶνα
Χριστόν, τό ἡμέτερον κόσμημα». Ὁ ἱερέας, λοιπόν, ἐνδυόμενος τό
φελόνιο, ἐνδύεται «Ἐκεῖνον, Ὅς ἐγεννήθη ἡμῖν σοφία ἀπό Θεοῦ,
δικαιοσύνη τε καί ἁγιασμός καί ἀπολύτρωσις» (Α΄Κορ. 1,30).
Ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ φιλανθρωπία Του, τό θεῖο πάθος καί
ὁ σταυρικός του θάνατος (Γρηγορίου ἱερομ. ἡ Θ. Λειτουργία).
«Ὄντως γάρ ἡ διά σταυροῦ δικαιοσύνη τήν ἀγαλλίασιν ἡμῖν»
χορήγησε, γράφει ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης. Καί μάλιστα τό φελόνιο
«περιστέλλει ὅλο τό σῶμα ἀπό τῆς κεφαλῆς ἕως εἰς τούς πόδας,
διά τήν ἄνωθεν πρός ἡμᾶς πρόνοιαν καί διά τό συνεκτικόν τοῦ Θεοῦ
καί φυλακτικόν» (Ἅπαντα σ. 168).
ΤΟ ΕΠΙΓΟΝΑΤΙΟ. Αὐτό εἶναι ἄμφιο τετράγωνο ἤ ρομβοειδές
πού κρέμεται ἀπό τόν ἀριστερό ὦμο τοῦ ἱερέως, στόν δεξιό μηρό, σάν
ρομφαία. Σέ αὐτό εἰκονίζεται σταυρός ἤ ἄλλη παράσταση. Τό
ἐπιγονάτιο εἶναι ἄμφιο τοῦ Ἐπισκόπου ἀλλά τό φοροῦν καί
ὅσοι ἔχουν ἐκκλησιαστικό ἀξίωμα ὅπως Ἀρχιμανδρῖτες,
Πρωτοπρεσβύτεροι, Οἰκονόμοι κ.λ.π. Ὁ Συμεών γράφει:
«Εἰς αὐτούς (τούς ἀξιωματούχους κληρικούς), δίδεται ἄδεια (ἀπό τόν
Ἐπίσκοπο) νά φοροῦν ἐπιγονάτιον εἰς τήν Λειτουργίαν, ἐπειδή ὁμοῦ
μέ τήν ἱερωσύνην ἄλλοι μέν ἔχουν καί κριτοῦ χειροθεσίαν καί τινα
μεγίστην ἐκκλησιαστικήν διακονίαν· ἄλλοι δέ καθίστανται ποιμένες
ψυχῶν καί οἰκονόμοι καί ἔχουν μερικά σημεῖα τοῦ πρώτου ποιμένος
(τοῦ ἀρχιποίμενος Χριστοῦ), διά νά τόν μιμοῦνται». Ὁ Γερμανός
Κωνσταντινουπόλεως λέγει πώς τό ἐπιγονάτιο συμβολίζει τό
λέντιον, μέ τό ὁποῖο ὁ Πιλάτος σκούπισε τά χέρια του καί εἶπε:
«ἀθῶός εἰμι ἀπό τοῦ αἵματος τοῦ δικαίου τούτου» (Ματθ. 27,24). Μέ
τήν ἔννοια αὐτή τό χρησιμοποιεῖ καί ὁ Σωφρόνιος Ἱεροσολύμων.
Ὁ Βαλσαμών σημειώνει ὅτι μέ τό λέντιο σκούπισε τά πόδια τῶν
μαθητῶν ὁ Κύριος. «Τό δέ ἐπιγονάτιο εἰς τύπον τοῦ λεντίου ἐστίν, ὅ ὁ
Κύριος ἐνεδύσατο καί τούς πόδας τῶν μαθητῶν ἔνιψε» (Ἰωάν. 13,5-6).
Ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης συμπληρώνει: «Ὁ ἱερέας ἐνδύεται τό
ἐπιγονάτιον, τό ὁποῖον σημαίνει τήν νίκην ἐπάνω εἰς τόν θάνατον,
καί τήν Ἀνάστασιν τοῦ Σωτῆρος. Τοῦτο δέ λέγει καί ἡ εὐχή
«περίζωσαι τήν ῥομφαίαν σου ἐπί τόν μηρόν σου δυνατέ, τῇ
ὡραιότητί σου καί τῷ κάλλει σου καί ἔντεινε καί κατευοδοῦ καί
βασίλευε ἕνεκεν ἀληθείας καί πραότητος καί δικαιοσύνης»
(Ψαλμ. 44,4-5). Καί τοῦτο δηλοῖ τήν δύναμιν, τήν νίκην καί τήν
ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ, διά μέσου τῆς καθαρότητος καί
ἀναμαρτησίας. Καί διά τήν ἀλήθειαν μέν, ὅτι Αὐτός (ὁ Χριστός) εἶναι
ἡ ἀλήθεια (Ἰωάν. 14,6)· καί ἔλεος καί ἀλήθεια εἶναι ἔμπροσθεν τοῦ
προσώπου τοῦ Θεοῦ. Διά πραότητα δέ ὅτι εἶχε τήν ὑπομονήν τῶν
παθημάτων καί διά δικαιοσύνην, ὅτι, χωρίς νά ἁμαρτήσῃ, ἀπέθανε
καί ἠφάνισε τόν θάνατον». Καί καταλήγει ὁ Συμεών: «τήν κατά τοῦ
θανάτου νίκην καί τήν ἀφθαρσίαν τῆς ἡμετέρας φύσεως, καί τό
μέγα τῆς τοῦ Θεοῦ ἰσχύος κατά τῆς τοῦ πονηροῦ τυρρανίδος
ἐμφαίνει (τό ἐπιγονάτιον)». Ὁ Καθηγητής Φουντούλης καταθέτει:
«Τό ἐπιγονάτιο σημαίνει ὅτι ὁ λειτουργός πρέπει νά εἶναι
ὁπλισμένος μέ τόν θεῖο λόγο γιά νά καταπολεμᾶ τούς ὁρατούς καί
ἀοράτους ἐχθρούς τῆς πίστεώς μας». Τό ἐπιγονάτιο δίνεται ἀπό τόν
Ἐπίσκοπο στόν ἱερέα, ὡς ἐπιβράβευση τοῦ ποιμαντικοῦ ἔργου του.
Θά συνεχίσουμε ὅμως, σύν Θεῷ, στό ἑπόμενο κήρυγμα. ΑΜΗΝ!

Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2026

 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 37


ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΨΩΣΙΝ
20-09-2026

 

Εὑρισκόμεθα, ἀδελφοί μου, στήν ἑνότητα «Τά ἱερά Ἄμφια τῶν
Κληρικῶν». Ἀναφερθήκαμε στό ἐπιτραχήλιο τοῦ ἱερέα καί
συνεχίζουμε. Ὁ Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως λέγει πώς τό
ἐπιτραχήλιο συμβολίζει τόν ζυγό τοῦ Χριστοῦ, τά δεσμά Του, τόν
Σταυρό καί τόν κάλαμο: «Τό περιτραχήλιόν ἐστι τό φακεώλιον,
μεθ’οὗ ἐπεφέρετο ὑπό τοῦ ἀρχιερέως δεδεμένος, καί συρόμενος ἐπί
τό πρόσθεν ἐπί τῷ τραχήλῳ ὁ Χριστός, ἐν τῷ πάθει Αὐτοῦ,
ἀπερχόμενος. Τό δέ τοῦ ἐπιτραχηλίου δεξιόν μέρος, πέφηνεν ὁ
κάλαμος ὅν ἔδωκαν ἐμπαίζοντες τῇ δεξιᾷ τοῦ Χριστοῦ. Τό δέ ἐξ
εὐωνύμων μέρους, ἡ τοῦ Σταυροῦ βασταγή ἐπί τῶν ὤμων Αὐτοῦ». Τό
ἐπιτραχήλιο σύμφωνα μέ τόν Θεόδωρο Βαλσαμώνα, συμβολίζει «τό
φραγγέλιον τό ἑλκύσαν τήν ζωήν πρός τόν θάνατον» (PG 138.1021).
Η ΖΩΝΗ. Ἡ Ζώνη ἤ ζωνάριο ἤ ζωστήρας, εἶναι ἀρχαιότατο
ἄμφιο, μᾶς ὑπενθυμίζει δέ τούς Προφῆτες πού ἔφεραν ζώνη στή
μέση τους καί τήν ἱερή ζώνη τοῦ Ἀαρών. Οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ
Κληρικοί χρησιμοποίησαν τήν ζώνη γιά λόγους πρακτικούς. Τήν
ἐποχή ἐκείνη συνηθέστερες ἦταν οἱ δερμάτινες ζῶνες. «Αὐτός δέ
ὁ Ἰωάννης εἶχε τό ἔνδυμα αὐτοῦ ἀπό τριχῶν καμήλου καί ζώνην
δερματίνην περί τήν ὀσφύν αὐτοῦ» (Ματθ. 3,4). Ζώνη
χρησιμοποιοῦσαν καί οἱ μοναχοί, «διά τήν ἰσχύν, τήν σωφροσύνην τε
καί τήν ἅγνοιαν, λέγει ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης. Ἀπό τό μοναχικό
αὐτό ἔθος γεννήθηκε ἡ ἱερατική ζώνη, πού περιβάλλει τήν μέση καί
περικρατεῖ τό ἐπιτραχήλιο καί τό στιχάριο. Ὁ Σωζόμενος κατά τόν 5ο
αἰῶνα, κάνει λόγο γιά τή ζώνη τῶν Κληρικῶν λέγοντας «τήν ὀσφύν
περισφίγγουσαν, ἑτοίμους εἶναι ποιεῖν τήν διακονίαν Θεοῦ καί
ἐργασίαν» τούς ἱερεῖς (Migne PG 67.1072). Ὁ λειτουργός, σημειώνει ὁ
ἱερός Χρυσόστομος «ζωννύμενος» τήν ζώνη, εἶναι ἕτοιμος, γιά τό
πνευματικό του ἔργο, ἕτοιμος γιά τό ἱερατικό του ὑπούργημα.
Ἄγρυπνος καί «ἐν ἐγρηγόρσει» αὐτός καί ἡ ἱερή «σύναξις»
προσμένουν τόν Κύριο. Ὄλοι λοιπόν «ἐζωσμένοι ἐσθίειν. Ἵνα ἕτοιμοι
ὦμεν πρός τήν ἔξοδον, πρός τήν ἐντεῦθεν ἀποδημίαν». Ἡ ζώνη,
σύμφωνα μέ τήν εὐχή, πού λέγει ὁ ἱερέας, συμβολίζει δύο πράγματα:
Πρῶτο τήν θεία δύναμη τοῦ Θεοῦ, πού ἐνισχύει τόν λειτουργό στήν
Θεία Μυσταγωγία καί δεύτερο τήν καθαρότητα, πού πρέπει νά
στολίζει τόν ἱερέα καί τήν ἑτοιμότητα, πού πρέπει νά τόν
χαρακτηρίζει, κατά τήν τέλεση τῆς ἱερουργίας. Ὁ Σωφρόνιος
Ἱεροσολύμων ὑποστηρίζει ὅτι ἡ ζώνη ὑπενθυμίζει τήν πνευματική
ἀποστολή καί τήν ἠθική εὐθύνη καί χρέος τοῦ ἱερέως. Τήν ζώνη
φέρει ὁ λειτουργός «διά τό εἶναι αὐτόν ἐν πνευματικῇ διαγωγῇ
διεζωσμένον», σύμφωνα μέ τήν προτροπή τοῦ Κυρίου «ἔστωσαν
ἡμῶν αἱ ὀσφύες περιεζωσμέναι καί οἱ λύχνοι καιόμενοι καί ἡμεῖς
ὅμοιοι ἀνθρώποις προσδεχομένοις τόν Κύριον ἑαυτῶν» (Λουκ. 12,35).
Ὁ Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως λέγει πώς ἡ ζώνη φανερώνει τήν
εὐπρεπῆ δύναμιν τῆς Θεότητος. «Ἡ δέ ζώνη, ἥν περιζώννυται,
πέφυνεν ἡ εὐπρέπεια, ἥν ὁ Χριστός βασιλεύσας, εὐπρεπῆ
περιεζώσατο δύναμιν τῆς Θεότητος». Ὁ Συμεών Θεσαλονίκης στό
ἔργο του «Περί τοῦ θείου Ναοῦ καί τῶν ἐν αὐτῷ» γράφει τά ἑξῆς:
«Ἡ δέ ζώνη δεικνύει τήν ὑπέρ ἡμῶν τοῦ Σωτῆρος διακονίαν...
«περιζώσεται γάρ, λέγει, καί ἀνακλινοῖ αὐτούς καί παρελθών
διακονήσει αὐτοῖς» (Λουκ. 12,37), «ἀλλά καί τό ἰσχυρόν παριστᾷ καί
καρτερόν τῆς αὐτοῦ δυνάμεως καί ἔτι τήν σωφροσύνην. Κειμένη δέ ἡ
ζώνη ἐπί τῶν νεφρῶν σημαίνει τόν ἁγιασμόν καί τῆς ψυχῆς καί τοῦ
σώματος. Μαρτυροῦσι δέ τοῦτο τά λεγόμενα (τοῦ ἱερέα), ἐν ᾧ
περιζώννυται. «Εὐλογητός, λέγει δηλαδή, ὁ Θεός ὁ περιζωννύων με
δύναμιν καί ἔθετο ἄμωμον τήν ὁδόν μου».
ΤΑ ΕΠΙΜΑΝΙΚΑ Ή ΕΠΙΜΑΝΙΚΙΑ. Τά ἐπιμάνικα μᾶς
ἀποκαλύπτουν «πώς ὁ Χριστός αὐτουργεῖ μέ τά ἴδια Του τά χέρια
τήν ἱερουργία τοῦ ἁγίου Σώματός Του καί Αἵματος», σημειώνει ὁ
Συμεών. Τό χέρι τοῦ λειτουργοῦ, τό χέρι τοῦ ἱερέως, πού λειτουργεῖ
καί ἁγιάζει «ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι» τά προσφερόμενα δῶρα, εἶναι
χέρι Χριστοῦ. «Ὁ ἱερεύς ἐνεργεῖ ὡς χείρ Χριστοῦ» (Γρηγορίου ἱερ.
Ἡ Θ. Λειτουργία). Ὁ Χριστός ἔδωσε στούς ἱερεῖς τήν χάρη νά
ἐνεργοῦν τό δικό του ἔργο. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος παρατηρεῖ: Μή
πιστεύσεις, ὅτι ὁ ἱερεύς σοῦ προσφέρει τά φρικτά μυστήρια, ἀλλά
πίστευε «τήν τοῦ Χριστοῦ χεῖρα εἶναι τήν ἐκτεινομένην». Τά
ἐπιμάνικα σήμερα χρησιμοποιοῦνται καί ἀπό τούς τρεῖς βαθμούς
τῆς ἱερωσύνης. Ἔχομε μαρτυρίες γιά τήν χρήση τους ἀπό τόν
11ο αἰῶνα. Τά ἐπιμάνικα μέχρι τόν 13ο αἰῶνα ἦταν προνόμιο
ἀποκλειστικό τῶν ἀρχιερέων, τά ὁποῖα κυρίως χρισιμοποιοῦσαν
στήν τελετή τοῦ Βαπτίσματος. Ὁ Βησσαρίων περιγράφοντας τήν
τέλεση τοῦ Βαπτίσματος, στό μεγάλο Βαπτιστήριο τῆς Ἁγίας Σοφίας,
λέγει πώς ὁ Πατριάρχης «βάλλει πρῶτον λευκήν στολήν καί
ὑποδήματα λευκά καί τό λέντιον (ἐπιγονάτιο) καί τά μανίκια καί
μετά τοῦτο βαπτίζει». Ὁ Βαλσαμών, σέ σχετική ἐρώτηση τοῦ
Μάρκου Ἀλεξανδρείας ἀπαντᾶ: «Ἡ τῶν ἐπιμανίκων καί
ἐπιγονατίων ἱερωτάτη ἐνδυμενία (ἐνδυμασία) μόνοις τοῖς ἀρχιερεῦσι
πεφιλοτίμηται, ὡς τόν τύπον ἐπέχουσι τοῦ Κυρίου» (Κων/νου
Καλλινίκου. Ὁ Χριστιανικός Ναός). Ὅμως, ἀπό τόν 13ο αἰῶνα τά
πράγματα ἀλλάζουν καί οἱ Ἐπίσκοποι «διανοίγουν ὁδόν καί εἰς τούς
κατωτέρους βαθμούς νά οἰκειοποιηθῶσι τά ἑαυτῶν». Ὁ Βαλσαμών
λέγει πώς τά ἐπιμάνικα συμβολίζουν τίς χειροπέδες τοῦ Κυρίου,
μέ τίς ὁποῖες Τόν ἔδεσαν καί Τόν ἔφεραν μπρός στόν Καϊάφα.
Ὁ Σωφρόνιος Ἱεροσολύμων σημειώνει ὅτι τά λωρία τῶν ἐπιμανίκων,
τά ὁποῖα «δεικνύουσι τά δεσμά τῶν χειρῶν του Κυρίου». Ὁ Συμεών
Θεσσαλονίκης λέγει πώς τά ἐπιμάνικα συμβολίζουν τήν ποιητική
δύναμη τοῦ Θεοῦ Δημιουργοῦ, μέ τήν ὁποία δημιούργησε τά πάντα,
ἀλλά καί τήν Θεϊκή Του δύναμη, μέ τήν ὁποία συνέτριψε τούς
ἐχθρούς Του καί δοξάστηκε θαυμαστῶς καί τήν ἱερουργία τῶν
Ἀχράντων Μυστηρίων, πού τέλεσεν ὁ Ἰησοῦς μέ τά ἴδια Του τά χέρια
καί τά δεσμά τῶν χειρῶν τοῦ Σωτῆρος. Τά δέ λεγόμενα ἐπιμάνικα
εἰκονίζουσι καί τό παντουργόν τῆς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, καί ὅτι διά
τῶν ἰδίων χειρῶν τήν ἱερουργίαν τοῦ ἰδίου Σώματος καί Αἵματος
αὐτούργησεν ὁ Ἰησοῦς Χριστός· ὅθεν καί τά λεγόμενα (αὐτά δηλαδή
πού λέγει ὁ ἱερέας καθώς τά ἐνδύεται), οἰκεῖα εἶναι καί
προσφυέστατα. Φορῶντας τό δεξιό ἐπιμάνικο, ἀφοῦ τό εὐλογήσει θά
πεῖ: «Ἡ δεξιά σου, Κύριε, δεδόξασται ἐν ἰσχύι· ἡ δεξιά σου χείρ,
Κύριε, ἔθραυσεν ἐχθρούς· καί τῷ πλήθει τῆς δόξης σου συνέτριψας
τούς ὑπεναντίους» (Ἔξοδ. 15, 6-7). Ἐνδυόμενος ὁ ἱερέας τό ἄλλο
ἐπιμανίκιο θά τό εὐλογήσει λέγοντας: «Αἱ χεῖρες σου ἐποίησάν με
καί ἔπλασάν με· συνέτισόν με καί μαθήσομαι τάς ἐντολάς σου»
(Ψαλμ. 118,73). Καί ὁλοκληρώνει ὁ Συμεών «εἰκονίζουσι δέ ἔτι
(τά ἐπιμάνικα) καί τά δεσμά τῶν χειρῶν τοῦ Σωτῆρος, μέ τά ὁποῖα
δεδεμένος ἐφέρθη ὡς νά ἦτο κακοῦργος, εἰς τόν Πιλάτον».
Θά συνεχίσουμε ὅμως, σύν Θεῷ, στό ἑπόμενο κήρυγμα. ΑΜΗΝ! 

Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2026

 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 36
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ
13-09-2026

Συνεχίζουμε τήν ἀναφορά μας, ἀδελφοί μου, στά ἱερατικά ἄμφια.
ΤΑ ΑΜΦΙΑ ΤΟΥ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ. Τό στιχάριο ἤ στοιχάριο
εἶναι κοινό ἄμφιο καί στούς τρεῖς βαθμούς τῆς ἱερωσύνης καί
συνδέεται μέ τόν «ποδήρη χιτῶνα» τοῦ ἱερέα Ἀαρών τῆς Παλαιᾶς
Διαθήκης (Ἐξόδ. 28,4). Ὁ Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως γράφει:
«Ἡ στολή τοῦ ἱερέως ὑπάρχει κατά τόν ποδήρη Ἀαρών, τοὐτέστιν
ἱμάτιον, ὅ ἐστίν ἱερατικόν ἔνδυμα, τό μέχρι τῶν ποδῶν τό
τιμιώτατον». Ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης γράφει: «Ὁ ἱερεύς εὐλογεῖ
καθώς καί ὁ Ἀρχιερεύς ἕκαστον τῶν ἱερῶν ἐνδυμάτων καί τά
ἀσπάζεται καί οὕτω τά φορεῖ, δεικνύων ὅτι εἶναι ἡγιασμένα καί ὅτι
μέ τόν σταυρόν τοῦ Χριστοῦ ἁγιάζονται, καί εἶναι πάλι μεταδοτικά
ἁγιασμοῦ, ὅταν φορῶνται. Φορεῖ δέ πέντε ἐνδύματα, ἐπειδή εἶναι
τέλειος καί αὐτός, καί ἔχει τελειοποιόν χάριν· διότι πέντε εἶναι αἱ
δυνάμεις τῆς ψυχῆς, τάς ὁποίας ἁγιάζει ὁ ἱερεύς βαπτίζων καί
ἁγιάζων τόν ἄνθρωπον! Ἐκεῖνα δέ, τά ὁποῖα ἐνδύεται, εἶναι
στιχάριον, ἐπιτραχήλιον, ζώνη, ἐπιμανίκια καί φελόνιον». Ὁ
λειτουργός ἱερεύς ἀγάλλεται, γιατί ὁ Κύριος τόν ἐνδύει, μέ «ἱμάτιον
σωτηρίου καί χιτῶνα εὐφροσύνης», καί εὐχαριστεῖ τόν Νυμφίο τῆς
Ἐκκλησίας, ὁ Ὁποῖος εἶναι ὁ «ὡραῖος κάλλει παρά τούς υἱούς τῶν
ἀνθρώπων», γιατί τόν στολίζει μέ τήν δική Του ὡραιότητα: «ὡς
νύμφην κατεκόσμησε με κόσμῳ». Καί ὁ κόσμος, τό στολίδι τῆς
νύμφης ψυχῆς, εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Νυμφίος «Χριστός, τό ἐξ οὐρανοῦ...
ἄμφιον, ὁ τῆς ἀφθαρσίας χιτών» (Ψαλμ. 44,3), συμπληρώνει ὁ
Συμεών. Ὡς πρός τήν ἐτυμολογία τῆς λέξεως ὁ ἅγιος Σωφρόνιος
Ἱεροσολύμων παράγει τήν λέξη ἀπό τό «ἕστηκε», γιατί ἡ χάρις τοῦ
Θεοῦ ἕστηκεν ἐν αὐτῷ». Ἄλλοι ἀπό τό «στίχος» γιατί ἀποτελεῖ μιά
συνεχῆ «ἀπό ἄνω ἕως κάτω γραμμῆς», ἄλλοι, τέλος, τό παράγουν
ἀπό τό ρῆμα στοιχῶ (=βαδίζω, περιπατῶ), ἐπειδή τό ἔνδυμα εἶναι
στενό καί μακρύ καί ἀναγκάζει αὐτόν πού τό φορεῖ νά «περιπατεῖ»,
«νά στοιχῇ κανονικῶς καί συνετῶς» (π. Κων. Καλλίνικος). Τό
στιχάριο ἔχει πολλούς συμβολισμούς. Σέ λευκό χρῶμα συμβολίζει
τήν ἁγνότητα καί πνευματική χαρά καί τό ἀγγελικό κάλλος τῆς
ἱερατικῆς διακονίας. Στό βιβλίο τῆς «Ἀποκάλυψης» διαβάζουμε:
«Μετά ταῦτα εἶδον ... περιβεβλημένους στολάς λευκάς» (Ἀποκ. 7,9).
Ἐπίσης, συμβολίζει τόν φωτεινόμορφο χιτῶνα τοῦ Βαπτίσματος, τήν
χάρη, πού εἶναι κοινή γιά ὅλους τούς πιστούς. Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος
δέχεται ὅτι τό στιχάριο εἶναι «τύπος» «τῆς σαρκός τοῦ Χριστοῦ, ὡς
λευκόν, καθώς καί ἡ ἀνθρωπίνη σάρξ». Ὁ Γερμανός
Κωνσταντινουπόλεως γράφει: «τό στιχάριον λευκό ὄν, τῆς θεότητος
τήν αἴγλην ἐμφαίνει καί τοῦ ἱερέως τήν λαμπράν πολιτείαν. Τά
λωρία (γαλόνια, συρίτια) τοῦ στιχαρίου εἰσί τά ἐν τῇ χειρί
ἐμφαίνοντα τόν δεσμόν τοῦ Χριστοῦ· «δήσαντες γάρ αὐτόν
ἀπήγαγον καί παρέδωκαν αὐτόν Ποντίῳ Πιλάτῳ τῷ ἡγεμόνι»
(Ματθ. 27,2). Κατά τόν Συμεών Θεσσαλονίκης τό στιχάριον
συμβολίζει: α) Τήν φωτεινή στολή τῶν Ἀγγέλων (Μάρκ. 16,5).
β) Τό «καθαρόν» καί «ἀμόλυντον» τῆς ἱερατικῆς τάξεως.
γ) Τήν θείαν ἔλλαμψη. «Ἀγαλλιάσεται ἡ ψυχή μου ἐπί τῷ Κυρίῳ,
ἐνέδυσε γάρ με ἱμάτιον σωτηρίου» (Ψαλμ. 34, 9). «Τό στιχάριον ἄν
εἶναι λευκόν, σημαίνει τό φῶς τό καθαρόν τοῦ Θεοῦ, καί ὅτι ὁ Θεός
ἔκτισε καί προσέλαβεν εἰς τόν ἑαυτόν Του τήν φύσιν μας
«καθαράν». Ὁ παραπάνω συμβολισμός τοῦ λευκοῦ χρώματος ἰσχύει
καί γιά ὅλα τά μέρη τῶν ἱερατικῶν ἀμφίων. Γιά τό κόκκινο χρῶμα ὁ
Γερμανός ὑπενθυμίζει: α) τούς προφητικούς λόγους «ὁ ποιῶν τούς
ἀγγέλους αὐτοῦ πνεύματα καί τούς λειτουργούς αὐτοῦ πυρός
φλόγα» (Ψαλμ. 103,4) καί πάλι: «Διά τί σου ἐρυθρά τά ἱμάτια, καί τά
ἐνδύματά σου, ὡς ἀπό πατητοῦ ληνοῦ;» (Ἠσ. 63,2). β) συμβολίζουν
τή βαμμένη μέ αἷμα στολή τοῦ Χριστοῦ στό Σταυρό: «ἐμφαίνοντος
τήν βαφεῖσαν τοῦ Χριστοῦ στολήν τῆς σαρκός ἐν αἵμασι ἐν τῷ
ἀχράντῳ αὐτοῦ σταυρῷ», γ) τήν κόκκινην χλαμύδα. «Πάλιν δέ ὅτι
καί κοκκίνην χλαμύδα ἐφόρεσεν ἐν τῷ πάθει ὁ Χριστός»
(Ματθ. 27,28). Ἐπίσης, τό κόκκινο χρῶμα στά ἱερατικά ἄμφια
συμβολίζει καί τό αἷμα τῶν Μαρτύρων. Ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης
γράφει: «Πολλάκις δέ καί πορφυρᾶ (ἡ στολή) εἰς τόν καιρόν τῶν
νηστειῶν, τόσον διά τήν ἰδικήν μας λύπην, τήν ὁποίαν ἡμαρτήσαμεν,
ὅσον καί δι’ Ἐκεῖνον, ὁ Ὁποῖος ἐσφάγη δι’ ἡμᾶς, καί τοῦτο διά νά
μιμηθῶμεν Αὐτόν, ἐρχόμενοι εἰς ἐνθύμησιν τοῦ Πάθους Του, τό
ὁποῖον καί μέλλομεν νά ἑορτάσωμεν».
ΤΟ ΕΠΙΤΡΑΧΗΛΙΟ ἤ περιτραχύλιο ἤ πετραχήλι. Αὐτό εἶναι
τό διακριτικό ἄμφιο τοῦ δευτέρου βαθμοῦ τῆς ἱερωσύνης. Ὁ ἱερέας
εἶναι ὁ σύνδεσμος ἀνάμεσα στό Θεό καί στόν πιστό ἄνθρωπο.
Γίνεται ὁ ἀγωγός τῆς Θείας Χάριτος. Διά τοῦ ἱερέως οἱ πιστοί
ἁγιάζονται, καθότι ὁ ἱερεύς ἱερουργεῖ, ὡς ἀπεσταλμένος τοῦ
Χριστοῦ. Ὁ ἱερεύς, μαζί μέ τόν Χριστό ἱερουργεῖ τό μυστήριο τοῦ
Χριστοῦ. «Τά Αὐτοῦ πράττει μετ’ Αὐτοῦ». Τό ἐπιτραχήλιο
ἀποκαλύπτει «ὅτι ὁ ἱερεύς βρίσκεται κάτω ἀπό τήν κεφαλήν, τόν
Χριστό, καί ὅτι ὀφείλει νά ἐπιτελῇ τάς τελετάς ἔχοντας ὑπεράνω του
Ἐκεῖνον ὡς τελετάρχη. Ὀφείλει νά ἐργάζεται τά ἔργα τοῦ Χριστοῦ,
μαζί μέ τόν Χριστό κάι χωρίς Αὐτόν νά μή πράττῃ τίποτε»,
σημειώνει ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης καί συνεχίζει: «Διά τοῦτο χρεία
εἶναι τῶν ἱερῶν Ἀμφίων καί χωρίς ἐπιτραχήλιον δέν πρέπει ὁ ἱερεύς
νά διενεργῇ τίποτε, διότι καί τά ἱερά Ἄμφια χάριν ἔχουσι θείαν καί
ἕκαστον ἔχει σημασίαν πνευματικήν ἰδίαν καί δι’ εὐλογίας
ἀρχιερατικῆς ἕκαστον δίδοται». Ὁ Συμεών θεωρεῖ τήν χρήση τοῦ
ἐπιτραχηλίου ἀπαραίτητη καί ἀναγκαία καί παραγγέλει: «χωρίς
ὅμως Ἐπιτραχήλιον δέν πρέπει οὐδεμίαν τελετήν νά τελέσῃ· καί ἐάν
τύχῃ ἀνάγκη τις καί εἶναι βία νά γίνῃ τελετή ἤ εὐχή ἤ Βάπτισμα, ἤ
ἄλλο τι ἐκ τῶν ἱερῶν καί δέν εὑρεθῆ Ἐπιτραχήλιον, διά νά μή λείψῃ
τό ἔργον, ἄς εὐλογήσῃ ὁ ἱερεύς ἤ ζώνην ἤ τι μέρος σχοινίου ἤ
ὑφάσματος καί ὡς Ἐπιτραχήλιον ἄς τό περιβάλῃ καί ἄς ἐνεργῇ τήν
τελετήν». Ὁ ἱερέας φορῶντας τό Ἐπιτραχήλιό του, λέγει: «Εὐλογητός
ὁ Θεός ὁ ἐκχέων τήν χάριν αὐτοῦ ἐπί τούς ἱερεῖς αὐτοῦ ὡς μύρον ἐπί
κεφαλῆς, τό καταβαῖνον ἐπί πώγωνα, τόν πώγωνα τοῦ Ἀαρών, τό
καταβαίνον ἐπί τήν ᾤαν τοῦ ἐνδύματος αὐτοῦ» (Ψαλμ. 132,2). Τό
Ἐπιτραχήλιο σημαίνει τήν Θεία Χάρη, πού κατέρχεται στούς ἱερεῖς,
ὅπως παλιά εἴχαμε τήν χρίση μέ μύρο στόν Ἀαρών. Ἡ Θεία Χάρη
κατέρχεται, ὡς μύρο ἀπό τήν κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας – τό Χριστό –
στόν πώγωνα, πού εἶναι ὁ ἱερέας, καί προχωρεῖ ὡς τήν ἄκρη τοῦ
ἐνδύματος (ᾤα = οὔγια) πού εἶναι οἱ πιστοί. Οἱ κρωσσοί – κρόσσια,
στό κάτω μέρος τοῦ Ἐπιτραχηλίου, συμβολίζουν τίς ψυχές τῶν
πιστῶν τοῦ ποιμνίου τοῦ ἱερέως, γιά τίς ὁποῖες ἔχει εὐθύνη καί θά
λογοδοτήσει τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως.
Θά συνεχίσουμε ὅμως, σύν Θεῷ, στό ἑπόμενο κήρυγμα. ΑΜΗΝ!

Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου