Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2026

 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 42
ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ΛΟΥΚΑ
25-10-2026

Μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀδελφοί μου, εἰσερχόμεθα σέ νέα ἑνότητα:
«ΤΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ». Στούς ἱερούς ναούς μας
χρησιμοποιοῦμε γιά τή λατρεία μας πρός τόν Θεό καί τήν ὀρθή τέλεση
τῶν ἱερῶν Μυστηρίων καί ὅλων τῶν ἱερῶν Ἀκολουθιῶν βιβλία
(φυλλάδες), ἔτσι ὥστε ἐπαξίως καί διά τῶν ἱερῶν γραμμάτων, τῶν ὕμνων
καί εὐχῶν νά δοξολογεῖται τό ἅγιο Ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Ὅλα τά κείμενα τῶν
λειτουργικῶν αὐτῶν βιβλίων εἶναι γραμμένα ἀπό τήν θεόπνευστη
γραφίδα ἱερῶν μορφῶν τῆς Ἐκκλησίας μας, ἁγίων καί σοφῶν Πατέρων,
καί ἀποπνέουν πνευματική εὐωδία, ἀσύγκριτο θεολογικό κάλλος,
θεόπνευστο ποιητικό ταλέντο καί σάν τέτοια ἀριστουργήματα μέ κανένα
τρόπο δέν μποροῦν νά μεταφραστοῦν ἤ ἀποδοθοῦν σέ ἄλλη γλωσική
διατύπωση. Σκοπός τῶν κειμένων αὐτῶν εἶναι ἡ πνευματική ἀνύψωση
τῶν πιστῶν εἰς «μίαν λατρείαν λογικήν καί εὐάρεστον τῷ Κυρίῳ»
(Ρωμ. 12,1). Στούς πρώτους χριστιανικούς χρόνους δέν ὑπῆρχαν
λειτουργικά βιβλία, μέ τήν σημερινή ἔννοια τοῦ ὅρου. Ἡ Θεία Λατρεία
ἐτελεῖτο βάσει τῆς παραδόσεως αὐτοσχεδίως, κατά τήν «δύναμη» τοῦ
προεστῶτος. Πρῶτες ἐνδεικτικές καταγραφές ἔχουμε στή «Διδαχή τῶν
Ἀποστόλων» καί στήν «Ἀποστολική παράδοση τοῦ Ἱππολύτου, μέ κύρια
βάση τά γραφόμενα τῆς Παλαιᾶς καί τῆς Καινῆς Διαθήκης». Ἀπό τόν
4ο αἰῶνα ἐμφανίζονται τά πρῶτα λειτουργικά βιβλία καί κείμενα, βάσει
τῶν ὁποίων τελεῖται στό ἑξῆς ἡ λειτουργία καί οἱ λοιπές ἱερές ἀκολουθίες
τῆς Ἐκκλησίας. Μέχρι τόν 8ο αἰῶνα δέν περισώθηκαν λειτουργικά
χειρόγραφα, λόγῳ ἀλλαγῆς τοῦ συστήματος τῆς ἑλληνικῆς γραφῆς. Τόν
9ο αἰῶνα εἰσάγεται ἡ μικρογράμματη γραφή καί γρήγορα ἐπικρατεῖ,
ἐνῶ τά μεγαλογράμματα χειρόγραφα δέν χρησιμοποιοῦνται καί
καταστρέφονται, σημειώνει ὁ καθηγητής Ἰω. Φουντούλης. Σημαντική
συμβολή στήν ἔκδοση καί διάδοση τῶν λειτουργικῶν βιβλίων εἶχε ἡ
τυπογραφία ἀπό τόν 15ο αἰῶνα. Οἱ σχετικές ἐκδόσεις γίνονταν κυρίως στή
Βενετία, λόγῳ τῶν συνθηκῶν πού ἐπικρατοῦσαν κατά τήν περίοδο τῆς
τουρκοκρατίας στήν Ἑλλάδα. Ἀξιόλογοι ἐκδότες, διορθωτές κειμένων καί
ἐπιμελητές μᾶς διέσωσαν τήν χειρόγραφη παράδοση. Σήμερα
κυκλοφοροῦν ἀρκετές ἐκδόσεις λειτουργικῶν βιβλίων, ἀπό τίς ὁποῖες ἡ
σημαντικότερη εἶναι ἡ πρόσφατη ἔκδοση ὅλης τῆς σειρᾶς τῶν
λειτουργικῶν βιβλίων ἀπό τήν Ἀποστολική Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς
Ἑλλάδος. Τά λειτουργικά βιβλία ἔχουν μεταφραστεῖ καί σέ ξένες
γλῶσσες γιά τή λειτουργική χρήση ἀπό τούς ὀρθοδόξους μή
ἑλληνόφωνους λαούς. Ἀπό τά λειτουργικά βιβλία τῆς Ὀρθοδόξου
Ἐκκλησίας ἄλλα μέν προορίζονται γιά τήν χρήση τῶν λειτουργῶν, ἄλλα
γιά τήν χρήση τῶν Ἀναγνωστῶν καί Ἱεροψαλτῶν καί ἄλλα γιά τούς
πιστούς. Τά λειτουργικά βιβλία εἶναι τά ἀκόλουθα:
ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ. Αὐτό εἶναι τό βασικότερο λειτουργικό βιβλίο,
τό «αἰώνιο βιβλίο», τό θεῖο καί ἱερό Εὐαγγέλιο. Τοῦτο πάντοτε εὑρίσκεται
στό κέντρο τῆς Ἁγίας Τραπέζης καί μάλιστα τυγχάνει σπουδαίας
καλλιτεχνικῆς ἐκτύπωσης καί εἶναι λαμπρῶς διακοσμημένο μέ εὐγενῆ
μέταλλα. Ἡ λέξη Εὐαγγέλιο εἶναι σύνθετη ἀπό τό «Εὖ» καί «ἀγγέλω»,
πού σημαίνει τήν «καλή ἀγγελία». Ὁ ὅρος Εὐαγγέλιο ἀναφέρεται κυρίως
στά τέσσερα ἱερά βιβλία τῶν Εὐαγγελιστῶν Ματθαίου, Μάρκου, Λουκᾶ
καί Ἰωάννου. Αὐτά ἔχουν γιά περιεχόμενό τους τήν ζωή, τήν διδασκαλία
καί τό ἀπολυτρωτικό ἔργο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τά βιβλία αὐτά πῆραν τό
ὄνομα Εὐαγγέλιο γιατί περιέχουν τό χαρμόσυνο ἄγγελμα τῆς σωτηρίας
τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς ἀνακαίνισης τοῦ κόσμου ἀπό τόν Θεάνθρωπο
Λυτρωτή, τόν Χριστό. Λέγεται καί «Ἐκλογάδιον» ἤ «Εὐαγγελιστάριον».
Καί ἁπλούστερα «Ἱερόν Εὐαγγέλιον», αὐτό δηλαδή πού εἶναι σήμερα σέ
λειτουργική χρήση. Διαιρεῖται σέ δύο μέρη (σύμφωνα μέ τόν καθηγητή
Ἰω. Φουντούλη), τό πρῶτο μέ τήν συνεχῆ ἀνάγνωση τῶν Εὐαγγελίων,
διῃρημένο σέ περικοπές, ἀπό τήν Κυριακή τοῦ Πάσχα μέχρι τήν
Πεντηκοστή, ἔπειτα τό κατά Ματθαῖον ἀπό τήν Δευτέρα μετά τήν
Πεντηκοστή μέχρι τά μέσα τοῦ Σεπτεμβρίου, τό κατά Λουκᾶν ἀπό τήν
Δευτέρα μετά τήν Ὕψωση μέχρι τήν ἀρχή τῆς Τεσσαρακοστῆς) καί τό
κατά Μᾶρκον κατά τήν Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Αὐτή ἡ σειρά διεσώθη
ἀπό ἕνα χειρόγραφο τοῦ 10ου αἰῶνα, πού ἀναφέρεται στό τυπικό τῆς
Ἁγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως. Τό δεύτερο μέρος τοῦ περιεχομένου
τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου καταλαμβάνουν οἱ κατ’ἐκλογήν περικοπές
σύμφωνα μέ τό Μηνολόγιο ἀπό 1ης Σεπτεμβρίου (ἀρχή τοῦ νέου
ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους) μέχρι 31ης Αὐγούστου, οἱ περικοπές δηλαδή πού
ἀναγιγνώσκονται κατά τίς ἑορτές καί τίς μνῆμες ἑορταζομένων ἁγίων.
Ἕνα τρίτο μέρος – εἶδος παραρτήματος – περιέχει τά ἕνδεκα ἑωθινά τῶν
Κυριακῶν καί τίς περικοπές πού διαβάζονται σέ μυστήρια καί
ἄλλες περιστάσεις (Βάπτισμα, Γάμος, Νεκρώσιμες Ἀκολουθίες, κ.λ.π.).
Τό Εὐαγγέλιο διαβάζεται μόνο ἀπό τούς Κληρικούς (Ἐπίσκοπο,
Πρεσβύτερο, Διάκονο), εἰκονίζει τόν ἴδιο τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό,
τόν σαρκωθέντα Λόγο τοῦ Θεοῦ, λιτανεύεται, θυμιᾶται, καί, ὅπως
προείπαμε, ἀποτίθεται πάντοτε στήν Ἁγία Τράπεζα. Βέβαια, κάθε ναός
διαθέτει καί ἄλλα Εὐαγγέλια, τά ὁποῖα καί φυλάσσονται μαζί μέ τά ἄλλα
ἱερά σκεύη στό Σκευοφυλάκιο, ἐντός τοῦ Ἁγίου Βήματος.
Στό Εὐαγγέλιο εἰκονίζονται στό μέν ἐμπρόσθιο ἐξώφυλλο ἤ
Σταύρωση μαζί μέ τούς Εὐαγγελιστές καί στό ὀπίσθιο μέρος ἡ Ἀνάσταση
τοῦ Κυρίου καί κρατεῖται ἤ τίθεται ἀνάλογα μέ τόν χαρακτῆρα τῶν
ἡμερῶν, τόν ἀναστάσιμο ἤ μή. Ὁ μέγας λειτουργιολόγος Ἅγιος Συμεών
ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης σημειώνει: «Αὐτή ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ἱεροῦ
Εὐαγγελίου σημαίνει τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου σέ ὅλον τόν κόσμο, τό
ὁποῖο μετά τήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου ἀπό τούς μαθητές του κηρύχθηκε.
Πρῶτος ὁ Ἀπόστολος, ἔπειτα τό Εὐαγγέλιο κηρύσσεται, διότι πρῶτα,
ἀφοῦ ἐνδυναμώθηκαν οἱ μαθητές μέ τήν Θεία Χάρη ἀποστάλθηκαν,
ἔπειτα τήν οἰκουμένην περιτρέχοντες τό Εὐαγγέλιο ἐκήρυξαν».
Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Η’ ΠΡΑΞΑΠΟΣΤΟΛΟΣ. Αὐτό εἶναι βιβλίο τοῦ
ἀναγνώστου, πού περιέχει τίς περικοπές ἀπό τίς Πράξεις καί τίς
Ἐπιστολές τῶν Ἀποστόλων, πού διαβάζονται κατά τίς συνάξεις. Γιά τόν
τρόπο κατανομῆς τῆς ὕλης του ἰσχύουν κατ’ἀναλογίαν ὅπως εἴπαμε
γιά τό Εὐαγγέλιο (σύμφωνα μέ τόν καθηγητή Ἰω. Φουντούλη). Ἡ ἀρχή
γίνεται ἀπό τίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, πού διαβάζονται ἀπό τό Πάσχα
ὡς τήν Πεντηκοστή, καί ἕπονται οἱ περικοπές ἀπό τίς Ἐπιστολές τοῦ
Παύλου καί τίς Καθολικές Ἐπιστολές. Στήν Τεσσαρακοστή διαβάζεται ἡ
πρός Ἑβραίους, ἐνῶ γιά τίς Κυριακές καί τά Σάββατα ὅλου τοῦ ἔτους
προτιμοῦνται οἱ ἐπιστολές τοῦ Παύλου ἔναντι τῶν Καθολικῶν
Ἐπιστολῶν, πού διαβάζονται κατά τίς καθημερινές καί κατά τούς
ἑσπερινούς τῶν ἑορτῶν τῶν Ἀποστόλων. Στό βιβλίο τοῦ Ἀποστόλου
περιέχονται καί τά προκείμενα καί ἀλληλουϊάρια καί τά ἀντίφωνα καί τά
κοινωνικά.
Θά συνεχίσουμε ὅμως, σύν Θεῷ, στό ἑπόμενο κήρυγμα. ΑΜΗΝ!    Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2026

 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 41
ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΟΥ ΛΟΥΚΑ
18-10-2026

Συνεχίζεται, ἀδελφοί μου, ἡ ἀναφορά στά ἀρχιερατικά ἄμφια τοῦ
Ἐπισκόπου:
Ο ΕΓΚΟΛΠΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ: Ὁ Σταυρός κυριαρχεῖ ἀπό τήν ἵδρυση
τοῦ χριστιανισμοῦ καί εἶναι ἡ δόξα καί ὁ θρόνος τοῦ Θεανθρώπου.
«Σταυρωθέντα τε ὑπέρ ἡμῶν καί διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν»,
ἀναφωνεῖ τό «Σύμβολο τῆς πίστεώς» μας. Ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης
ἀναφέρει ὅτι «ἐν τούτῳ δέ τῷ σταυρῷ καί Παῦλος καυχᾶται, καί
πάντες ἅγιοι, οὐ νοητῶς μόνον, ἀλλά καί αἰσθητῶς αὐτόν τιμῶντες καί
ἁσπαζόμενοι». Ὁ Σταυρός κρέμεται ἀπό τόν λαιμό τοῦ Ἐπισκόπου.
Σταυρό παρέχει ὁ Ἐπίσκοπος καί στούς ἀξιωματούχους ἱερεῖς τούς
ὁποίους κάι χειροθετεῖ μέ εἰδική εὐχή. Ὁ Γερμανός
Κωνσταντινουπόλεως λέγει πῶς ὁ Σταυρός εἶναι σύμβολο
κακοπάθειας. Καί παρατηρεῖ, ὅτι ὅσοι θέλουν νά ζήσουν «κατά
Χριστόν, ἐπί τῶν ὤμων αἴρουσι τόν σταυρόν αὐτοῦ, ὅ ἐστίν ἡ
κακοπάθεια». Ἐπίσης, ὁ σταυρός δηλώνει τήν αὐταπάρνηση, σύμφωνα
μέ τούς λόγους τοῦ Κυρίου, πού λέγει: «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου
ἔρχεσθαι, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καθ’
ἡμέραν καί ἀκολουθείτω μοι» (Μάρκ. 8,34). Ἐδῶ τό «λαμβάνω ἤ αἴρω ἤ
βαστάζω τόν σταυρόν» ἔχει μεταφορική ἔννοια καί ἀναφέρεται στά
ἑκούσια παθήματα. Ἐπίσης, ὁ Σταυρός εἶναι καί ὁμολογία πίστεως.
Ὁ Συμεών γράφει: «Ὁ Σταυρός εἶναι τό τρόπαιον, ἐν ᾧ καί νικῶμεν, καί
στηριζόμεθα, καί ὁδηγούμεθα, καί ποιμαινόμεθα, καί σφραγιζόμεθα,
καί παιδαγωγούμεθα, καί ἑλκόμεθα εἰς τόν Χριστόν, τά πάθη
νεκροῦντες, καί τούς πολεμίους διώκομεν καί πάντοτε φυλαττόμεθα».
ΤΟ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ. Τό ἐγκόλπιο, τό ὁποῖο φέρει ὁ ἀρχιερέας ἐπί τοῦ
στήθους του ἔχει ἀρχαία προέλευση. Ἔχει προϊστορία, γιατί, τόσο στήν
ἀρχαιότητα, ὅσο καί στούς Ἑβραίους, γίνεται λόγος γιά τά λεγόμενα
«φυλακτά». Ὁ ἀρχιερέας στήν Παλαιά Διαθήκη ἔχει ὡς ἄμφιό του
τό λεγόμενο «λογεῖον» (Ἔξοδ. 28,22), πού εἶναι ἀντίστοιχο τοῦ
ἀρχιερατικοῦ ἐγκολπίου. Ὁ ἀείμνηστος καθηγητής Δ. Δημητράκος
σημειώνει: «Ἀρχιερατικόν ἐγκόλπιον σημαίνει τό ὑπό τῶν ἀρχιερέων
φερόμενον ἐπιστήθιον, ἐξαρτώμενον ἐκ τοῦ τραχήλου, διά χρυσῆς
ἁλύσεως καί εἰκονίζον τόν Ἰησοῦν Χριστόν, ὡς ἐπίσημον διακριτικόν
τῆς ἀρχιερατικῆς των ἐξουσίας». Γενικά, τό ἀρχιερατικό ἐγκόλπιο
ὀφείλει τήν ἀρχή του στήν ἀρχαῖα συνήθεια τῶν πρώτων χριστιανῶν
νά φέρουν φυλακτά καί ἀπό αὐτή προέρχεται. Στήν ἀρχή τό σχῆμα του
ἦταν τετράγωνο ἤ στρογγυλό καί περιεῖχε Τίμιο Ξύλο ἤ Ἱερά Λείψανα.
Τελικά ἐπικράτησε τό ὠοειδές σχῆμα μέ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ,
τῆς Παναγίας. Ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης γράφει πώς τό ἐγκόλπιο
συμβολίζει τήν σφραγίδα κάι τήν ὁμολογία πίστεως τοῦ ἀρχιερέως καί
ἡ ὁμολογία αὐτή πρέπει νά εἶναι ἀπό τήν καρδιά του. «Καί ἡ σφραγίς
δέ καί ὁμολογία τῆς πίστεως ἐν τῷ τοῦ ἀρχιερέως στήθει ἐκρεμαμένη
διά σταυρίου ἤ ἐγκολπίου τινός. Καί τοῦτο γάρ ἐν τῷ στῂθει διά τήν
ἐκ καρδίας ὁμολογίαν» (PG 155. σ. 257 Ἄπαντα). Ὁ ἀρχιερέας φέρει τό
ἐγκόλπιο μέ τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, γιά νά θυμᾶται τόν λόγο τοῦ
Ἀποστόλου Παύλου: «ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζεῖ δέ ἐν ἐμοί Χριστός»
(Γαλ. 2,20). Φρονοῦμε ταπεινῶς ὅτι πρέπει νά γίνει καί μία ἀναφορά
γιά τήν ἐξωτερική ἐνδυμασία τῶν Κληρικῶν. Αὐτή τήν διακοσμεῖ καί
τήν ἐξωραΐζει τό μαῦρο ράσο. Ἀποτελεῖται ἀπό δύο ἐνδύματα, τό
ἀντερί ἤ ζωστικό καί αὐτό περισκεπάζεται ἀπό τό ἐξωτερικό ράσο, τό
ὁποῖο εἶναι φαρδύτερο. Ὅταν ἀνοίξει τά χέρια του ὁ Κληρικός, σέ
ἔκταση, τότε διαζωγραφίζεται ἡ εἰκόνα τοῦ Σταυροῦ τοῦ Κυρίου. Ὁ
ὀρθόδοξος κληρικός, αὐτός ὁ «ἀφωρισμένος (ξεδιαλεγμένος) εἰς
Εὐαγγέλιον Θεοῦ» κατά τόν Παῦλο, φέρει μέ ὑπερηφάνια καί καμάρι
τό τιμημένο ράσο, αὐτή τή δεύτερη σημαία τοῦ ἔθνους μας. Γνωρίζει
ὅτι τό φόρεσαν ἄξιοι κληρικοί μέ αὐταπάρνηση καί ἔνθεο βίο. Ἡ λέξη
προέρχεται ἀπό τό λατινικό «rasum» (ράσουμ) πού σημαίνει τό λεῖο,
τό μεταξωτό. Πρόκειται ὁμολογουμένως περί ἐπιβλητικοῦ καί
θεαματικοῦ ἐνδύματος. Ἀπό τόν 4ο αἰῶνα μέ τήν ἐπίδραση τοῦ
μοναχισμοῦ στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἀρχίζει καί ἡ ἐνδυμασία τοῦ ἱεροῦ
κλήρου. Τό ράσο εἶναι σύμβολο ταπεινότητος. Ἀντιπροσωπεύει τήν
λιτότητα καί τήν ἀπομάκρυνση ἀπό τήν κοσμική ματαιοδοξία. Τό
μαῦρο ράσο συμβολίζει τόν θάνατο τῆς παλαιᾶς ζωῆς, παραπέμπει
στό πένθος γιά τίς ἁμαρτίες καί ὑπενθυμίζει τόν γενναῖο ἀγῶνα
ἔναντι στά πάθη. Ὁ κληρικός φορῶντας τό ράσο ἀγάλλεται καί
χαίρεται γιά τήν ἱερατική του βασιλεία, διότι γνωρίζει ὅτι αὐτό
λειτουργεῖ ὡς ἀσπίδα προστασίας, διασφαλίζοντας τήν Ἱερωσύνη καί
τήν παράδοση. Τό ράσο εἶναι μιά ἐξωτερική ὁμολογία τῆς ἐσωτερικῆς
πίστης καί ὑποδηλώνει τήν αὐτοθυσία καί ἀφοσίωση στήν Ἐκκλησία.
Ὑπενθυμίζει στόν κληρικό καί μοναχό ὅτι συνεσταυρώθηκε μέ τόν
Χριστό καί ὀφείλει νά ἀγωνισθεῖ καί νά συνανυψωθεῖ καί νά ἀναφανεῖ
κληρονόμος τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Ἕνας ἱερέας ρώτησε τόν
Ἅγιο Παΐσιο: Γέροντα, λένε, «Μήπως τό ράσο κάνει τόν παπᾶ».
Πρόσεξε, τοῦ λέγει ὁ ἅγιος, ἔχομε δύο ἐλιές πού ἡ μία ἔχει φύλλα καί ἡ
ἄλλη δέν ἔχει. Ποιά ἀπό τίς δύο σοῦ ἀρέσει; Στό καλύβι μου μιά φορά
ξεφλούδισα τόν κορμό μιᾶς ἐλιᾶς πού ἦταν στήν αὐλή καί ἔγραψα:
«Τά δένδρα πέταξαν τήν στολή τους, θά δοῦμε τήν προκοπή τους!...»
καί δίπλα ἔγραψα: «Παπᾶς ἀράσωτος, ἄρα ἄσωτος». Ἐκεῖνο τόν καιρό
συζητοῦσαν πολύ τό θέμα νά μήν φοροῦν οἱ ἱερεῖς ράσα.
Ὁ φλογερός ἐπίσκοπος Φλωρίνης ἀείμνηστος Αὐγουστῖνος Καντιώτης
ἔλεγε: «Ἡ Ἐκκλησία μας στίς μέρες τῆς δοκιμασίας πού ζοῦμε ἔχει
ἀνάγκη ἀπό ἁγίους καί ἐμπνευσμένους κληρικούς, πού θά φορέσουν
καί θά τιμήσουν τό τιμημένο ράσο καί θά τό κάνουν λάβαρο τῶν πιό
ὡραίων ἀγώνων γιά τή θρησκευτική, ἠθική καί ἐθνική ἀναγέννηση τοῦ
Γένους μας. Καί στούς δικούς μας χρόνους σέ μή χριστιανικά κράτη
ἀπαγορεύουν τήν ἐμφάνιση τῶν ὀρθοδόξων κληρικῶν μέ τό ράσο.
Στήν Τουρκία, λόγου χάρη, ὕστερα ἀπό τή μικρασιατική καταστροφή
τό 1922, ἀπαγορεύτηκε τό ράσο πλήν τοῦ Πατριάρχου. Μέ τόν τρόπο
αὐτό οἱ Τοῦρκοι φανερώνουν τήν ἄρνησή τους πρός τόν ὀρθόδοξο
ἑλληνικό κλῆρο, καθώς γνωρίζουν πολύ καλά πώς ὁ κλῆρος ἦταν
ἐκεῖνος πού διατήρησε τετρακόσια χρόνια καί δέν ἄφησε νά πεθάνει ἡ
ἐθνική συνείδηση». Νά συμπληρώσωμε καί γιά τό καλυμμαύχι. Αὐτό
καλύπτει τήν κεφαλή τοῦ κληρικοῦ, παλαιότερα καί τοῦ αὐχένα, ἀπό
ἐδῶ πῆρε καί τό ὄνομά του. Εἶναι κυλινδρικό μέ γωνιώδη γεῖσο γιά τούς
κληρικούς, ἐνῶ γιά τούς μοναχούς εἶναι πιό χαμηλό καί χωρίς γωνίες
καί γεῖσο καί λέγεται καλουπάκι. Τό ἐπιρριπτάριο εἶναι μαῦρο
ὕφασμα καί τοποθετεῖται πάνω ἀπό τό καλυμμαύχι. Γι’ αὐτό καί
λέγεται κάι ἐπανωκαλύμμαυχο. Τό φοροῦν ὁ ἐπίσκοπος, οἱ
ἱερομόναχοι καί οἱ μοναχοί (κουκούλι). Συμβολίζει τήν μοναχική
ὑπακοή, τήν ταπεινοφροσύνη καί τήν ἀφιέρωση στήν Ἐκκλησία.
Χριστιανοί μου,
μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ φέραμε εἰς πέρας τήν ἑνότητα «Τά ἄμφια
τῶν κληρικῶν». Προσευχή μας στόν Κύριο, ὅπως καθιστᾶ τούς
κληρικούς μας ἀξίους τῆς ἀποστολῆς τους. ΑΜΗΝ!

Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2026

 

KYΡΙΑΚΗ 11 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2026










Στο Κουκουνάρειο Πνευματικό Κέντρο του Ιερού Ναού Παναγίας Λατομιτίσσης Χίου ο εφημέριος του Ιερού Ναού π. Βασίλειος Φιλιππάκης μετά τη Θεία Λειτουργία τέλεσε τον αγιασμό για την έναρξη των μαθημάτων όπως κάθε χρόνο.

Ο κ. Παντελής Μπουγδάνος  τίμησε  με την σύζυγό του την ενορία μας.

Μετά την τέλεση του αγιασμού όλοι οι παρευρισκόμενοι  ασπάστηκαν τον τίμιο σταυρό.

Ευχόμαστε καλή αρχή των μαθημάτων και καλή δύναμη στους εκπαιδευτές.

Σε όλους τους εγγεγραμένους πήραν το πρόγραμμα των μαθημάτων.

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026

 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 40
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ
Ζ΄ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ
11-10-2026

Συνεχίζουμε, ἀδελφοί μου, τήν ἀναφορά μας στά ἀρχιερατικά
ἄμφια.
Η ΜΙΤΡΑ. Ἡ μίτρα εἶναι τό ἐπίσημο κάλυμμα τῆς κεφαλῆς, πού
φέρει ὁ Ἐπίσκοπος, κατά τήν Θεία Λειτουργία, ὑπό μορφή στέμματος.
Ἡ μίτρα διακοσμεῖται μέ διάδημα κυκλικῶς καί μέ δικέφαλο ἀετό,
φέρει δέ τέσσερις Εὐαγγελιστές καί σταυρό στήν κορυφή της. Ἡ μίτρα
ἔχει τά πρότυπά της στόν Ἀρχιερέα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὁ ὁποῖος
ἔφερε «κίδαριν» (=κάλυμμα) στό κεφάλι (Ἔξοδ. 29,9), ἀλλά καί στά
στέμματα τῶν Βυζαντινῶν Αὐτοκρατόρων. Ὁ Καθηγητής Φουντούλης
σημειώνει: «Ἡ μίτρα εἶναι γνωστό ὅτι ἐφορεῖτο μόνο ἀπό τόν Ἐπίσκοπο
τῆς Ρώμης (πρίν τό σχίσμα) καί τόν Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας, ἀρχῆς
γενομένης ἀπό τόν ἅγιο Κύριλλο. Στήν Κωνσταντινούπολη εἰσήχθη
ἀπό τόν Κύριλλο Λούκαρη τόν 17ο αἰῶνα, πού χρημάτισε πρῶτα
Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας, καί ὕστερα γενικεύθηκε (Λειτουργική). Ἀπό
τότε εἰσήχθη στό Βυζαντινό Τυπικό, ὡς σύμβολο τῆς πνευματικῆς
ἐξουσίας τοῦ Ἐπισκόπου. Κατά τήν παράδοση, ἡ μίτρα συμβολίζει τόν
ἀκάνθινο στέφανο καί τήν πνευματική ἀρχή καί ἐξουσία τοῦ
ἀρχιερατικοῦ ἀξιώματος. Τό συνοδικό γράμμα τοῦ Πατριάρχη
Κωνσταντινουπόλεως Διονυσίου τοῦ Μουσελίμη (1671-1673) καταλήγει
λέγοντας: «Ὅθεν καί λίθοις κοσμεῖται ποικίλοις (ἡ μίτρα), τήν
ποικιλότητα τῶν ἐν τῇ ἁγίᾳ τοῦ Χριστοῦ κεφαλῇ ἀρετῶν
ὑποσημαίνουσα». Ὅταν πρόκειται νά τοποθετηθεῖ ἡ μίτρα στήν
κεφαλή τοῦ Ἐπισκόπου, ὁ διάκονος λέγει: «Εὐλόγησον Δέσποτα, τόν
ἱερόν Στέφανον (μίτραν). Καί ὁ Ἐπίσκοπος θά πεῖ: «Ἔθηκας ἐπί τήν
κεφαλήν αὐτοῦ στέφανον ἐκ λίθων τιμίων· ζωήν ᾐτήσατό σε, καί
ἔδωκας αὐτῷ μακρότητα ἡμερῶν» (Ψαλμ. 20,4-5). Ὁ Ἀρχιερέας
στεφανώνεται καί κοσμεῖται μέ τέτοια τιμή, ὥστε οἱ χριστιανοί
βλέποντες τό σημεῖο «τῆς τοιαύτης καί τοσαύτης ἐξοχωτάτης χάριτος
τοῦ Θεοῦ» νά τοῦ ἀποδίδουν τήν ἀξιοπρεπῆ ὑπακοή, τιμή καί εὐλάβεια.
Η ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΡΑΒΔΟΣ Ή ΠΑΤΕΡΙΤΣΑ. Ἡ ράβδος, ὡς
ἔμβλημα ἱεραρχικό, ἀναφέρεται σέ ὅλους τούς ἀρχαίους λαούς. Στούς
Ἑβραίους ἦταν ἔμβλημα ἐξουσίας καί ἡγεμονίας στίς φυλές τοῦ
Ἰσραήλ. «Σκῆπτρον ἕν δώσω τῷ υἱῷ σου» (Γ΄Βασ. 11,13). Γνωστή εἶναι
ἡ ράβδος τοῦ Μωϋσῆ ἐνώπιον τοῦ Φαραώ (Ἔξοδ. 7,9), τῆς Ἐρυθρᾶς
θάλασσας (Ἔξοδ. 14,16), στήν ἔρημο (Ἔξοδ. 15,25), καθώς καί ἡ ράβδος
Ἀαρών ἡ βλαστήσασα» (Ἀριθμ. 17,26 καί Ἑβρ. 9,4-5). Εἰσάγεται στήν
Χριστιανική Ἐκκλησία. Ἡ ἐξουσία τοῦ Ἐπισκόπου εἶναι πνευματική καί
ἡ ράβδος συνδέεται μέ τήν διαποίμανση τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Εἶναι,
συνήθως, ἐπιχρυσωμένη ἤ ἐπασημωμένη ἤ ἀπό ἄλλο πολύτιμο ὑλικό.
Ὁ σταυρός, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει στήν πάνω ἄκρη ἐν μέσῳ δύο ὄφεων,
δηλώνει τήν νίκη τοῦ Χριστοῦ. Τά δύο φίδια παραπέμπουν στό γεγονός
τῆς, ἀπό τόν Μωϋσῆ, ὕψωσης τοῦ χάλκινου φιδιοῦ στήν ἔρημο, ὡς
προεικόνιση τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ράβδος προσδιορίζεται πρίν
ἀπό τόν 14ο αἰῶνα. Ὁ ἀείμνηστος καθηγητής Στεφανίδης σημειώνει ὅτι
ἡ τελετή τῆς «προβλήσεως» δηλαδή τῆς ἐγκαθίδρυσης τοῦ νέου
Πατριάρχη, ὡς κύριο στοιχεῖο εἶχε τήν ἐγχείρηση (παράδοση) τῆς
ράβδου ἀπό μέρους τοῦ αὐτοκράτορα, ὡς ἐμβλήματος τῆς
πατριαρχικῆς ἐξουσίας. Μάλιστα, ὁ Συμεών τήν ὀνομάζει «ἱεράν
ράβδον», καί τήν θεωρεῖ «τιμιώτερον καί ποιμαντικῆς ἐξουσίας
σύμβολον». Ἔκτοτε τήν κρατοῦν ὅλοι οἱ Ἐπίσκοποι. Ὅταν πρόκειται νά
κρατήσει ὁ Ἀρχιερέας τήν ποιμαντορική ράβδο λέγεται ἡ ἑξῆς εὐχή:
«Ράβδον δυνάμεως ἐξαποστελεῖ σοι Κύριος ἐκ Σιών, καί κατακυρίευε
ἐν μέσῳ τῶν ἐχθρῶν σου» (Ψαλμ. 109,2). Ἡ ράβδος εἶναι «ἡ ράβδος
εὐθύτητος, ἡ ράβδος τῆς Βασιλείας Κυρίου» (Ψαλμ. 44,7), Ἀποκάλ. 2,27),
εἶναι τό ἔμβλημα τῆς ἐξουσίας πού περιβάλλεται ὁ Ἀρχιερέας.
Ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης σημειώνει: «Ἡ ράβδος σημαίνει τήν ἐξουσίαν
τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τό στηρικτικόν τοῦ λαοῦ καί τό ποιμαντικόν,
καί τό νά δύναται (ὁ Ἐπίσκοπος) νά ὁδηγῇ καί τό νά παιδεύῃ τούς
ἀπειθεῖς καί τό νά συνάγῃ εἰς τόν ἑαυτόν του τούς μεμακρυσμένους.
Ἀκόμη, ἡ ράβδος διώκῃ τούς θηριώδεις καί βλαπτικούς· καί τελευταῖον
δηλοῖ τόν Σταυρόν τοῦ Χριστοῦ καί τό νικητικόν σημεῖον, μέ τό ὁποῖο
ἡμεῖς τιμῶμεν καί στηριζόμεθα καί παιδαγωγούμεθα, καί νεκρώνοντες
τά πάθη ἑλκόμεθα εἰς τόν Χριστόν καί τούς ἐχθρούς κυνηγοῦμεν καί
πάντοτε φυλαττόμεθα καί σωζόμεθα.
Ο ΜΑΝΔΥΑΣ. Ὁ μανδύας, ὡς ἄμφιο, εἶναι ἔνδυμα μεγαλοπρεπές καί
πολυτελέστατο, κοσμημένος μέ «ποταμούς» κοκκίνου χρώματος, μέ
μακριά πτυχώδη οὐρά. Ὁ Ἐπίσκοπος φέρει τόν Μανδύα στόν
ἀρχιερατικό ἑσπερινό, χοροστατῶν ἐπί τοῦ θρόνου, στόν Ὄρθρο, ὅταν
πρόκειται νά λειτουργήσει, ἐπί τοῦ θρόνου, πρίν φορέσει τήν
ἀρχιερατική του στολή. Ἐπίσης, καί σέ ἄλλες ἱεροπραξίες, ὅταν πρέπει
νά χρησιμοποιήσει τό μικρό ὠμοφόριο καί τό ἐπιτραχήλιο. Καί οἱ
Ἀρχιμανδρῖτες, ὡς ἡγούμενοι Μονῶν, φέρουν μανδύα καί ράβδο σέ
ἱεροπραξίες, ὅπως τοῦ πανηγυρικοῦ Ἑσπερινοῦ, τοῦ Ὄρθρου, ὅταν δέν
φοροῦν φελόνιο. Κατ’ ἀρχάς ὁ μανδύας ἦταν ἔνδυμα πού ἔφεραν οἱ
βασιλεῖς καί οἱ ἀξιωματοῦχοι τῆς Ἐκκλησίας ἀρχιερεῖς καί μοναχοί. Γιά
τόν μανδύα ὡς ἄμφιο, ἔχομε τήν μαρτυρία τοῦ Γερμανοῦ
Κωνσταντινουπόλεως, ὁ ὁποῖος στό ἔργο του «Μυστική θεωρία» τόν
ὄγδοο αἰῶνα γράφει: «τό δέ μανδίον (μανδύα), ἐμφαῖνον, διά τῆς
ἀπολελυμένης ἁπλώσεως τήν πτερωτήν τῆς τῶν ἀγγέλων μιμήσεως,
καθ’ ὅτι ἀγγελικόν σχῆμα λέγεται». Ἐδῶ ἀναφέρει καί τόν συμβολισμό
του, στήν μοναχική πολιτεία. Ἀπό ὅλα αὐτά διαπιστώνονται τά ἑξῆς:
α) Ὁ μανδύας ἦταν ἄμφιο ἐπισκοπικό καί μοναχικό, β) ἔχει προέλευση
καλογερική, ἀλλά ἐπίδραση αὐτοκρατορική. Ὁ ἀείμνηστος καθηγητής
Παναγιώτης Τρεμπέλας γράφει: «Οἱ ἐπίσκοποι, οἵτινες συνήθως
ἐλαμβάνοντο ἐκ τῶν μοναχικῶν τάξεων, διατηρήσαντες τόν μανδύαν
ἀπό τῆς μοναχικῆς χρήσεως μετέβαλον αὐτόν εἰς ἄμφιον
μεγαλοπρεπές καί κοσμικόν, διά ποταμῶν κεκοσμημένον». Ὁ
καθηγητής Φουντούλης σημειώνει: «Τέλος ὁ μανδύας, τόν ὁποῖον
περιβάλλονται ὅταν χοροστατοῦν οἱ ἀρχιερεῖς καί οἱ ἡγούμενοι,
θεωρεῖται εἴτε αὐτοκρατορικῆς προελεύσεως, εἴτε ἐξέλιξη τοῦ
μοναχικοῦ μαύρου καί πολυπτύχου μανδύου». Στίς τέσσερις γωνιές
τοῦ μανδύα, ὑπάρχει τμῆμα πού εἶναι περισσότερο στολισμένο, καί
καλεῖται «πῶμα»· ἐδῶ, συνήθως, εἰκονίζονται οἱ τέσσερις
Εὐαγγελιστές. Ἀπό κάθε «πῶμα» ἀναχωροῦν ἔγχρωμες λωρίδες, πού
λέγονται «ποταμοί». Ὁ Συμεών λέγει: «Ποταμοί δέ λέγονται διά τήν
φωνήν ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ αὐτοῦ τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν λέγοντος
«Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ ποταμοί ρεύσουσιν ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ὕδατος
ζῶντος» (Ἰω. 7,38). Καί συμπληρώνει: «Τότε κατέβη τό Ἅγιον Πνεῦμα,
καί ἡμεῖς ἐλάβομεν τήν Θείαν Χάριν, καί ἀπό τήν καρδίαν τῶν πιστῶν
οἱ ποταμοί τρέχουσι καί τοῦτο εἶναι ἐκεῖνο, τό ὁποῖο δηλοῖ ὁ μανδύας».
Θά συνεχίσουμε ὅμως, σύν Θεῷ, στό ἑπόμενο κήρυγμα. ΑΜΗΝ!

Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026

 


 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 39
ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΛΟΥΚΑ
04-10-2026

ΤΑ ΑΜΦΙΑ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ. Τό στιχάριο εἶναι ὅμοιο μέ
τοῦ Πρεσβυτέρου. Τά παλαιότερα στιχάρια ἔφεραν ἀπό τό ὕψος τῶν
ὤμων ὡς τόν ποδόγυρο, δύο κάθετες ταινίες (ποταμούς) κόκκινες ἤ
λευκές, σύμβολο τόσο τοῦ αἵματος καί τοῦ ὕδατος πού ἔρρευσαν ἀπό
τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὅσο καί τῆς σοφίας, πού διά τοῦ κηρύγματος
σκορπίζει γύρω του ὁ Ἐπίσκοπος (PG. 98.393). Ὁ Συμεών
Θεσσαλονίκης κάνει ἰδιαίτερη μνεία, ἀλλά καί διάκριση, ὡς πρός τό
στιχάριο τοῦ ἀρχιερέως: «Αὐτό ἔχει ἄνωθεν κατωφερεῖς τούς
λεγόμενους ποταμούς, οἱ ὁποῖοι τό διδασκαλικόν τῆς ἐν αὐτῷ
χάριτος σημαίνουσι καί τό διαφοροειδές τῶν ποικίλων χαρισμάτων,
τά ὁποῖα ἠξιώθη ὁ ἀρχιερεύς παρά τοῦ Θεοῦ, καί ὅτι δι’αὐτοῦ
προέρχονται εἰς πάντας... Ποταμοί δέ λέγονται διά τήν φωνήν ἐν τῷ
Εὐαγγελίῳ αὐτοῦ τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν λέγοντος· «ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ
ποταμοί ρεύσουσιν ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ὕδατος ζῶντος» (Ἰω. 7,38).
Ὁ δέ ἀρχιερεύς φορεῖ τό στιχάριον, ὡς φωτεινόν ἔνδυμα ἀφθαρσίας
καί ἁγιωσύνης, τό ὁποῖον δηλοῖ τήν καθαρότητα καί τό φωτιστικόν
τοῦ Ἰησοῦ καί τήν ἁγνείαν καί λαμπρότητα τῶν Ἀγγέλων»
(Ἅπαντα Συμεών Θεσσαλονίκης).
Τό ἐπιτραχήλιο, ἡ ζώνη καί τά ἐπιμάνικα εἶναι ὅπως τοῦ
Πρεσβυτέρου. Ὁ σάκκος τοῦ Ἐπισκόπου ἀντικατέστησε τό
πολυσταύριο φελόνιο. Τά μανίκια τοῦ σάκκου φτάνουν μέχρι τόν
καρπό τῶν χεριῶν καί τό ὕψος του φτάνει μέχρι τά γόνατα.
Προέρχεται ἀπό τήν ἐνδυμασία κοσμικῶν ἀρχόντων, ὅπου στήν
Παλαιστίνη συμβόλιζε τό πένθος ἤ τήν μετάνοια (Γένεσ. 37,34 καί
Σοφ. Σειρ. 25,17) καί στήν Κωνσταντινούπολη τήν ὑποταγή τοῦ
βυζαντινοῦ αὐτοκράτορα στόν ὑπέρτατο Βασιλέα τῶν Οὐρανῶν.
Ἀπό τόν 12ο αἰῶνα ἀναφέρεται ὡς ἐπισκοπικό ἄμφιο. Ἀρχικά τό
φοροῦσε μόνον ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης. Κατά τόν Συμεών
Θεσσαλονίκης (πρῶτο ἥμισυ 15ου αἰώνα), σάκκον «πλήρη σταυρῶν»
φοροῦσαν οἱ Πατριάρχες καί οἱ Ἀρχιεπίσκοποι. Ἀπό τήν ἅλωση τῆς
Πόλης καί μετά σάκκο φέρουν ὅλοι οἱ Ἀρχιερεῖς. Ἡ λέξη «σάκκος»
παράγεται ἀπό τήν ἑβραϊκή λέξη «σάκ», πού σημαίνει «ἔνδυμα τῆς
μετανοίας καί τῆς ταπεινώσεως». Ὁ Θεόδωρος Βαλσαμών γράφει ὅτι
ὁ σάκκος εἰκονίζει «τήν χλαῖναν τῆς ὕβρεως». «Καί ἱμάτιον
πορφυροῦν περιέβαλον αὐτόν καί ἔλεγον· χαῖρε ὁ βασιλεύς τῶν
Ἰουδαίων» (Ἰωάν. 19, 2-3). Τήν ἴδια ἑρμηνεία δίδει καί ὁ Συμεών ὅταν
λέγει: «Ὁ σάκκος τήν ἐν τῷ πάθει σημαίνει χλαῖναν». Καί σέ ἄλλο
σημεῖο ἐπεξηγεῖ: «Οἱ Ἀρχιερεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐνδύονται σάκκους
προφανῶς μιμοῦνται τόν παθόντα Κύριον, τόν ὑπέρ ἡμῶν σάκκον τε
ἐνδυσάμενον πρακτικῶς καί διά σταυροῦ θάνατον ἐνεγκόντα. Διό
καί πᾶς ὁ σάκκος πλήρης σταυρῶν». Οἱ κωδωνίσκοι τοῦ σάκκου,
ἀφ’ἑνός μᾶς ὑπενθυμίζουν τόν ἦχο «τῶν κωδώνων» τοῦ Ἀαρών, ἀφ’
ἑτέρου συμβολίζουν τό διδακτικό καί κηρυκτικό ἔργο τοῦ Ἐπισκόπου.
ΤΟ ΩΜΟΦΟΡΙΟ. Αὐτό εἶναι ἀρχιερατικό ἄμφιο, καί ἀποτελεῖ
τό διακριτικό γνώρισμα τοῦ Ἀρχιερατικοῦ ἀξιώματος καί δεῖγμα τῆς
ἐπισκοπικῆς ἐξουσίας. Τά ὠμοφόρια εἶναι δύο εἰδῶν, τό μεγάλο καί
τό μικρό.
Τό μεγάλο τοποθετεῖται γύρω ἀπό τόν λαιμό τοῦ ἐπισκόπου καί
πάνω στόν σάκκο. Τό ἕνα του ἄκρο κρέμεται μπροστά καί τό ἄλλο
πρός τά πίσω. Τό φοράει ἀπό τήν ἀρχή τῆς Θείας Λειτουργίας, ὅπου
παρίσταται ποιμένας καί τύπος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, μέχρι τοῦ
Ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος, ὁπότε καί τό ἀφαιρεῖ, ἐπειδή
πρόκειται νά ἀναγνωσθεῖ τό ἱερό Εὐαγγέλιο, σέ ἔνδειξη ταπείνωσης.
Ὁ Συμεών γράφει: «Τό νά ἐκβάλλει ὁ Ἀρχιερεύς τό ὠμοφόριον εἰς
τήν ἀνάγνωσιν τοῦ Εὐαγγελίου σημαίνει τήν δουλείαν καί ὑποταγήν
του πρός τόν Σωτῆρα ..... καί ὅταν ἀναγιγνώσκονται τά θεῖά Του
λόγια διά τοῦ Εὐαγγελίου, τότε εἶναι αὐτός ὁ ἴδιος ὁ λαλῶν».
Τό μικρό ὠμοφόριο τό φορεῖ ὁ Ἀρχιερέας ἀπό τήν Μεγάλη
Εἴσοδο τῶν Τιμίων Δώρων ἕως τό τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας. Τό
φοράει, ἐπίσης, καί στά ἄλλα ἱερά μυστήρια καί ἱερές ἀκολουθίες. Τά
δύο του ἄκρα πέφτουν μπροστά στό στῆθος. Τό ὠμοφόριο εἶναι
ἄμφιο ἀρχαιότατο καί γιά τή χρήση του μαρτυρεῖ ἡ πανάρχαια
χριστιανική εἰκονογραφία. Σ’αὐτήν οἱ ἱεράρχες, κατά κανόνα,
φέρουν ὠμοφόρια. Ὁ Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως γράφει:
«Τό ὠμοφόριον ἐστί τοῦ ἀρχιερέως, κατά τήν στολήν τοῦ Ἀαρών,
ἥνπερ ἐφόρουν οἱ ἐν τῷ νόμῳ ἀρχιερεῖς, σουδαρίοις μικροῖς τόν
εὐώνυμον ὦμον περιτιθέντες κατά τόν ζυγόν τῶν ἐντολῶν τοῦ
Χριστοῦ. Τό δέ καθῆσαι (τόν ἀρχιερέα στό σύνθρονο) ἐστίν ὅτι
ὁ Υἱός τήν ἑαυτοῦ σάρκα ἥν ἐφόρεσε, καί τό πρόβατον ὅ ἀνέλαβε
ἐπί τῶν ὤμων (ὅπερ σημαίνει τό ὠμοφόριον), ὅ ἐστί τό Ἀδαμιαῖον
φύραμα». Τήν ἴδια ἄποψη ὑποστηρίζει καί ὁ Σωφρόνιος
Ἱεροσολύμων. Σύμφωνα μέ τόν Συμεών, τό ὠμοφόριο ὡς τελευταῖο
ἄμφιο τῆς ἀρχιερατικῆς ἐνδυμασίας καί τάξεως, συμβολίζει, μέσῳ
τοῦ πλανηθέντος προβάτου, τήν ἀνάκληση καί σωτηρία τῶν
«ἀνθρώπων ἡμῶν», πού χάρη τοῦ «πλανηθέντος προβάτου»,
ἀνέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση ὁ Χριστός, μέ τήν ὁποία, ἀφοῦ ἔπαθε
πάνω στό Σταυρό, μᾶς ἔσωσε. Ἀλλά καί τήν Σταύρωση εἰκονίζει,
γιατί ἐμπρός καί πίσω «σταυροειδῶς τέσσαρας ἔχει σταυρούς». Καί
συνεχίζει ὁ Συμεών «Τό ὠμοφόριον εἰκονίζει τό πλανηθέν πρόβατον,
τό ὁποῖον ἐπί τῶν ὤμων ἔλαβεν ὁ Σωτήρ, τοῦτό ἐστι τήν ἡμετέραν
φύσιν καί ὅτι ἐκ τῶν οὐρανῶν κατελθών ἐσαρκώθη καί ὅτι καί αὐτός
ἀμνός ὠνομάσθη ὡς σφαγείς ὑπέρ ἡμῶν. Βεβαιώνουσι δέ αὐτήν τήν
ἔννοιαν καί τά λόγια, ὅσα λέγει τυλίσσων αὐτό ἐπί τῶν ὤμων του.
«Ἐπί τῶν ὤμων, Χριστέ, τήν πλανηθεῖσαν ἄρας φύσιν, ἀναλειφθείς
τῷ Θεῷ καί Πατρί προσήγαγες». «Ὅταν προπορεύεται τό ὠμοφόριον
ἔμπροσθεν τῶν ἱερῶν Δώρων (κατά τήν Μεγάλη Εἴσοδο) αὐτό
σημαίνει ὅτι θέλει εἶσθαι ἐν τῷ μέλλοντι, ὁρατός εἰς ὅλους ὁ Ἰησοῦς
σεσαρκωμένος καί πεπληγωμένος δι’ἡμᾶς, Αὐτός ὁ εἷς Θεός τῆς
Ἁγίας Τριάδος καί φωτίζει ἡμᾶς μέ τάς λάμψεις καί μαρμαρυγάς τῆς
Θεότητος» (Ἅπαντα Συμεών Θεσσαλονίκης). Ἡ ἀφαίρεση ἤ ἡ
κατάθεση τοῦ ὠμοφορίου σημαίνει ἀφαίρεση ἤ κατάθεση τῆς
ἐπισκοπικῆς ἐξουσίας. Στά πρακτικά τῆς ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου
(681) διαβάζομε, ὅτι οἱ Πατέρες, ἀναθεματίσαντες τόν Μακάριο,
Πατριάρχη Ἀντιοχείας, (λόγῳ μή ὑπακοῆς του στά θεολογικά
δόγματα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας) διέταξαν, ὅπως τοῦ ἀφαιρεθεῖ
τό ὠμοφόριον. «Δικαίως τῆς ἐπισκοπῆς ἀλλοτριούσθω! Γυμνούσθω
τοῦ προκειμένου αὐτῷ ὠμοφορίου». Τά ἄμφια τοῦ Ἐπισκόπου εἶναι
ἑπτά «διά τάς ἑπτά ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», ὅπως γράφει
ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης. Εἶναι δέ αὐτά ταῦτα· στιχάριον,
ἐπιτραχήλιον, ζώνη, ἐπιμάνικα, ἐπιγονάτιον (τό ὁποῖον κρέμαται
ἐπί τοῦ δεξιοῦ μέρους τοῦ σάκκου), ὁ σάκκος καί τό ὠμοφόριον.
Αὐτά δηλώνουν τήν «ἑνανθρώπησιν τοῦ Χριστοῦ καί τά τῆς
ἐνανθρωπήσεως».
Θά συνεχίσουμε ὅμως, σύν Θεῷ, στό ἑπόμενο κήρυγμα. ΑΜΗΝ!       Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου