Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026

 


 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 9
ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ
01-03-2026
«αἰνέσω Κύριον ἐν τῇ ζωῇ μου,
ψαλῶ τῷ Θεῷ μου ἕως ὑπάρχων» (Ψαλμ. 145,2).

Κατά τούς πρώτους χριστιανικούς χρόνους, ἀδελφοί μου,
ἡ ψαλμωδία γινόταν ἀπό ὁλόκληρο τό ἐκκλησίασμα. Ὅμως, στήν
πορεία ἐπικρατεῖ τό σύστημα ἕνας νά προεξάρχει καί οἱ λοιποί
νά ἀκολουθοῦν ὑποψάλλοντες. Ὁ ἱστορικός Εὐσέβιος γράφει:
«Ἑνός μετά ρυθμοῦ κοσμίως ψάλλοντος, οἱ λοιποί καθ’ ἡσυχίαν
ἀκροώμενοι τῶν ὕμνων ἀκροτελεύτεια συνεξηχοῦσι»
(Ἐκκλ. ἱστορία Β΄, 12). Ὡς πρός τό ἀντιφωνικό τρόπο ψαλμῳδίας στή
δημόσια λατρεία, εἶναι πολύ ἀρχαῖος κάι μάλιστα προχριστιανικός.
Ἤδη συναντᾶται καί στήν ἑβραϊκή λατρεία. Ὁ Θεόδωρος
Μοψουεστίας (+428) ὑποστηρίζει ὅτι οἱ μοναχοί Φλαβιανός καί
Θεόδωρος, ἀπό τήν Ἀντόχεια, εἶναι ἐκεῖνοι πού καθιέρωσαν τήν
ἀντιφωνία στήν ἑλληνική γλῶσσα τῆς Συριακῆς Ἐκκλησίας, περίπου
τό 360 μ.Χ. «Οὗτοι πρῶτοι διχῆ διελθόντες τούς τῶν ψαλλόντων
χορούς, ἐκ διαδοχῆς ᾄδειν τήν δαυϊτικήν ἐδίδαξον μελῳδίαν». Τήν
ἀντιφωνία στήν Καισάρεια, καθιέρωσεν ὁ Μέγας Βασίλειος, πού τήν
θεωρεῖ «πατροπαράδοτον». Στήν Κωνσταντινούπολη πρῶτοι
χρησιμοποίησαν οἱ Ἀρειανοί καί τότε ὁ ἱερός Χρυσόστομος
προέτρεψε τό λαό νά μιμηθεῖ τόν τρόπο αὐτό τῆς ψαλμῳδίας. Καί ὁ
Σωζόμενος παρατηρεῖ: «Ἐξῆρχον δέ τῶν ψαλτῶν τοῖς ἄλλοις οἱ
τοῦτοι ἀκριβοῦντες καί συνυπήχει τό πλῆθος ἐν συμφωνίᾳ»
(Ἐκκλ. Ἱστορία Ε΄, α΄).
Ο ΓΥΝΑΙΚΩΝΙΤΗΣ. Ὁ Γυναικωνίτης ἤ Γυναικίτης ἀναφέρεται
ἀπό τότε πού ἄρχισαν νά κτίζονται οἱ μεγάλες βασιλικές καί
μάλιστα, ἐνῶ ἀπό τά μέσα τοῦ 4ου αἰώνα ὑπάρχει ὁ διαχωρισμός
μεταξύ ἀνδρῶν καί γυναικῶν στόν κυρίως ναό, ἡ χρήση τῶν
ὑπερῴων τοῦ ναοῦ, ὡς γυναικωνίτη, παρουσιάζεται ἀργότερα. Ἡ
τάξη αὐτή ὑπῆρχε στόν Ἰουδαϊσμό καί τό ἔθιμο αὐτό παρέλαβε καί ἡ
Χριστιανική Ἐκκλησία πολύ νωρίς (Θρησκευτική καί Ἠθική
ἐγκυκλοπαίδεια, τόμος 4ος , σελ. 847). Ὁ ἱερός Χρυσόστομος κάνει
λόγο καί γιά τό ξύλινο χώρισμα πού χώριζε τά δύο φύλα. Ὁ δέ
ἱστορικός Σωκράτης κάνει λόγο, γιά τήν εὐσέβεια τῆς μακαρίας
Ἑλένης «ὡς καί συνεύχεσθαι ἐν τῷ τῶν γυναικῶν τάγματι
(Ἐκκλ. ἱστορία Α΄,17). Στόν γυναικωνίτη τῆς Ἁγίας Σοφίας ὑπῆρχαν
τά ἰδιαίτερα καθίσματα τῶν κυριῶν τοῦ Παλατιοῦ, τῆς
αὐτοκράτειρας καί τῆς συνοδείας της. Ὁ Σωφρόνιος Ἱεροσολύμων
λέγει πώς «ὁ γυναικωνίτης ἔγινε, γιά νά διαιροῦνται οἱ γυναῖκες ἀπό
τούς ἄνδρες, «καθώς αἱ μυροφόροι οὐκ εἰσῆλθον εἰς τόν τάφον μετά
Ἰωσήφ καί Νικοδήμου, ἀλλά ἱστάμεναι ἔξω ἔκλαιον» (Ἐκκλ. Ἱστορία
PG 87, 3981).
ΤΕΜΠΛΟ Η΄ ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙ. Ἡ λέξη τέμπλο προέρχεται ἀπό
τή λατινική λέξη «templum» πού σημαίνει τέμενος, δηλαδή ἱερός
χῶρος προοριζόμενος γιά τή λατρεία τοῦ Θεοῦ. Ἀπαντᾶται τόν
8ο αἰῶνα σέ κείμενα τοῦ Θεοδώρου Στουδίτη. Παλαιότερα ἀπέδιδε μέ
ἄλλες ὀνομασίες τή συγκεκριμένη ἀρχιτεκτονική κατασκευή: ἱεραί
κιγκλίδες, κάγκελλα, δρύφακτα, στηθέα, θύρακες, ἕρκος, περίβολος.
Συστατικά μέρη τοῦ τέμπλου αὐτοῦ εἶναι οἱ μικροί κίονες καί οἱ
πλάκες – θωράκια, ξύλινα ἤ σιδερένια καί μαρμάρινα μέ πολλά
γλυπτά θέματα. Ἐπίσης, πάνω ἀπό τά παραπετάσματα ἤ βῆλα,
τά ὁποῖα κατέβαζαν οἱ ἱερεῖς στά ἱερότερα σημεῖα τῆς Θείας
Λειτουργίας. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος γράφει: «Ὅταν ἴδης ἀνελκόμενα
τά ἀμφίθυρα, τότε νόμισε διαστέλλεσθαι τόν οὐρανόν ἄνωθεν καί
κατιέναι τούς ἀγγέλους. Τό σημερινό τέμπλο ἄρχισε νά
διαμορφώνεται ἀπό τήν ἐποχή τῆς εἰκονομαχίας καί
ὁριστικοποιήθηκε ἡ μορφή του τόν 14ο αἰῶνα, ἔτσι ἔχει ὑψωθεῖ πλέον
μέχρι τῆς ὀροφῆς, ὁπότε τοποθετήθηκαν καί εἰκόνες μεγάλων
διαστάσεων. Ἡ διάταξη τῶν εἰκόνων εἶναι, Δεξιά τῆς Ὡραίας Πύλης
βρίσκεται ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ μέ ἱλαρή μορφή κρατῶντας στά
χέρια Του τό Εὐαγγέλιο ἀνοιχτό μέ τίς λέξεις: «Ἐγώ εἰμι τό Φῶς
τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοί οὐ μή περιπατήσει ἐν τῇ σκοτίᾳ»
(Ἰω. η΄,12). Δίπλα του εἰκονίζεται ὁ Τίμιος Πρόδρομος. Ἀριστερά τῆς
Ὡραίας Πύλης εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς Θεομήτορος κρατῶντας στά χέρια
της τόν ἐνσαρκωθέντα Λόγον, τόν Σωτήρα. Δίπλα εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ
Ἁγίου πού εἶναι ἀφιερωμένος ὁ Ναός καί οἱ ἐπίλοιποι Ἅγιοι μέ τίς
εἰκόνες τους. Ὁ Συμεών λέγει· «καί μᾶς διδάσκουσι τά τοιαῦτα, ὅτι
καί εἰς τόν οὐρανόν μέ τόν ἴδιον τρόπον κάθηται ὁ Χριστός μέ τούς
ἁγίους Του, καί ὅτι εἶναι τώρα μέ ἡμᾶς καί μέλλει πάλι νά ἔλθῃ».
Στό ἄνω μέρος τοῦ Ἱεροῦ εἰκονοστασίου βρίσκεται τό λεγόμενο
Δωδεκάορτο μέ τά σπουδαιότερα γεγονότα τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου. Στό
κέντρο δεσπόζει ὁ Μυστικός Δεῖπνος καί οἱ εἰκόνες ἀριστερά καί
δεξιά: Ὁ Εὐαγγελισμός τῆς Θεοτόκου, ἡ Γέννηση, τά Θεοφάνεια, ἡ
Ὑπαπαντή, ἡ Μεταμόρφωση, ἡ Ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου, ἡ
Σταύρωση, ἡ Ἀποκαθήλωση, ἡ Ἀνάσταση, ἡ Ἀνάληψη, ἡ
Πεντηκοστή. Ἡ διακόσμηση μέ τήν ἄμπελο, συνήθως συμπληρώνει
τήν ὅλη εἰκόνα τοῦ τέμπλου. Οἱ πιστοί, «τά κλήματα», πρέπει νά
ἑνωθοῦν μέ τήν «Ἄμπελον τήν ἀληθινήν» γιά νά πάρουν τή θεία
ζωή καί νά ἀνέβουν πρός τά οὐράνια. Ἡ Ὡραία Πύλη εἶναι ἡ πύλη
τῆς σωτηρίας, τό σημεῖο πού οἱ πιστοί ἑνώνονται μέ τό Σωτήρα τους,
γιά νά εἰσέλθουν μαζί Του στά Ἅγια καί νά γίνουν ἅγιοι. Στά
παραπόρτια εἰκονίζονται οἱ Ἀρχάγγελοι Μιχαήλ καί Γαβριήλ μέ τά
ξίφη τους, ὡς ἄλλοι ἀκοίμητοι φρουροί, καί ἐμποδίζουν τήν εἴσοδο
ἐκείνων, πού δέν συναριθμοῦνται στούς ἱερούς καταλόγους.
Ὁ Γερμανός γράφει: «Ἡ τῶν θυρῶν κλείσις καί ἡ ἐπάνωθεν τούτων
ἐξάπλωσις τοῦ καταπετάσματος... τήν νύκτα ἐκείνην δηλοῖ, καθ’ ἥν
ἡ τοῦ μαθητοῦ προδοσία προέβη καί ἡ πρός Καϊάφα ἀπαγωγή καί ἡ
πρός Ἄνναν παράστασις καί αἱ ψευδομαρτυρίαι». Καί συνεχίζει ὁ
ἅγιος λέγοντας: «Τοῦ καταπετάσματος συστελλομένου, τῶν θυρῶν
τε ἀνοιγομένων, ἡ πρωΐα διατυποῦται, καθ’ ἥν ἀπήγαγον Αὐτόν καί
παρέδωκαν Ποντίῳ Πιλάτῳ τῷ ἡγεμόνι» (Μυστική θεωρία PG 98,
σελ. 428).
Μέ τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ θά συνεχίσωμε στό ἑπόμενο
κήρυγμα. ΑΜΗΝ!    Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 8
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΟΦΑΓΟΥ
22-02-2026

«Ὡς ἀγαπητά τά σκηνώματά σου, Κύριε τῶν δυνάμεων.
Ἐπιποθεῖ καί ἐκλείπει ἡ ψυχή μου εἰς τάς αὐλάς τοῦ Κυρίου,
ἡ καρδία μου καί ἡ σάρξ μου ἠγαλλιάσαντο ἐπί Θεόν ζῶντα» (Ψαλμ. 83, 1-3).
Συνεχίζουμε, ἀδελφοί μου, τήν ταπεινή ἀναφορά μας στόν
κυρίως Ναό.
Στά ἄκρα τοῦ μεσαίου κλίτους ἀλλά καί στά ἄλλα κλίτη
(βόρεια καί νότια πλευρά) ὑπάρχουν τά μεγάλα προσκυνητάρια
(μαρμάρινα ἤ ξυλόγλυπτα), στά ὁποῖα εἶναι τοποθετημένες ἱερές
εἰκόνες γιά νά τίς ἀσπάζονται οἱ πιστοί καί νά ἐκζητοῦν τή χάρη καί
τή βοήθειά τους. Ἐπίσης, σέ κάποιο σημεῖο ὑπάρχει ὑπερυψωμένος
ὁ χρυσοκέντητος ἐπιτάφιος· ἐδῶ παριστάνεται ἡ Θεία Ἀποκαθήλωση
τοῦ Κυρίου καί τοποθετεῖται στόν ἀνθοστόλιστο Ἐπιτάφιο τῆς
Μεγάλης Παρασκευῆς. Τό ἑσπέρας αὐτῆς τῆς ἡμέρας τοποθετεῖται
γιά 40 ἡμέρες ἐπάνω στήν Ἁγία Τράπεζα. Μπροστά ἀπό τό
Ἱερό Βῆμα, χαμηλότερα κατά δύο ἤ τρία σκαλοπάτια εὑρίσκεται
Ὁ ΣΟΛΕΑΣ.
Στούς μεγάλους ναούς εἶναι ὑπερυψωμένος κατά ἕνα
σκαλοπάτι μέ κυγκλίδωμα καί περικλείει τόν Δεσποτικό θρόνο,
τόν Ἄμβωνα καί τά Ἀναλόγια. Ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης ἀναφέρει
γιά τόν σολέα, ὡς χῶρο γιά τούς ὑποδιακόνους καί ἀναγνῶστες καί
τόν ἀποκαλεῖ βῆμα ἀναγνωστῶν, γιατί γινόταν οἱ διάφορες
ἀναγνώσεις. «Ὑποδιακόνους καί ἀναγνώστας δέ ἔξωθεν τοῦ
βήματος περί τόν σολέαν· ὅς δή καί βῆμα καλεῖται ἀναγνωστῶν»
(PG 153, σελ. 345 Β). Ἕνας ἑρμηνευτής λέγει πώς ὁ σολέας
συμβολίζει τόν ποταμό τοῦ πυρός, πού χωρίζει τούς ἁμαρτωλούς
ἀπό τούς δικαίους. «Ἡ σολεία εἰς τύπον ἐστί τοῦ ποταμοῦ τοῦ πυρός,
τοῦ χωρίζοντος τούς ἁμαρτωλούς ἀπό τῶν δικαίων» (Ἐκκλ. Ἱστορία
PG 87, σελ. 398).
Ο ΔΕΣΠΟΤΙΚΟΣ ΘΡΟΝΟΣ. Στήν τιμητική αὐτή θέση στέκεται
ὁ Ἐπίσκοπος εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ, σύμφωνα μέ τόν Ἅγιο
Ἰγνάτιο τόν θεοφόρο (107 μ.Χ.). Ἄλλωστε, πίσω του εἰκονίζεται
ὁ Δεσπότης Χριστός μέ τήν ἱλαρή μορφή του εὐλογῶντας, γιά νά
θυμίζει τήν ἀδιάκοπη παρουσία Του στήν Ἐκκλησία. Εἶναι
μεγαλοπρεπής καί κατασκευασμένος ἀπό ξύλο ἤ μάρμαρο.
Ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης λέγει πώς «ὁ μέν ἱεράρχης, ὅταν πρόκειται
νά ἱερουργήσῃ, κατερχόμενος τοῦ θρόνου, εἰς τόν ὁποῖον ἵσταται,
τήν πρός τοῦ Θεοῦ Λόγου δηλοῖ συγκατάβασιν». Στούς πρώτους
Ναούς ὁ θρόνος αὐτός βρισκόταν μέσα στό Ἱερό καί ἦταν τό
κάθισμα τοῦ αὐτοκράτορα ἤ τοῦ τοπικοῦ ἄρχοντα πού ἔφερε τόν
τίτλο «δεσπότης» (ἀπό τό ρῆμα δεσπόζω = εἶμαι κύριος, ἔχω τήν
ἐξουσία). Ὁ Ἐπίσκοπος Μεδιολάνων Ἀμβρόσιος ἐπέβαλε στόν
αὐτοκράτορα Θεοδόσιο (4ος αἰών) νά βγάλει τό θρόνο ἔξω ἀπό τό
ἱερό. Τοποθετήθηκε στά δεξιά καί ἀπέναντί του ὑπῆρχε ὁ θρόνος τοῦ
Πατριάρχη ἤ τοῦ Ἐπισκόπου. Γι’αὐτό καί οἱ Ψάλτες στόν
πολυχρονισμό ἔλεγαν: «Τόν Δεσπότην (πολιτικό ἄρχοντα) καί
Ἀρχιερέα (ἐκκλησιαστικό ἄρχοντα) ἡμῶν, Κύριε φύλαττε» καί τό
δημοτικό τραγούδι ψάλλει: «δεξιά ὁ βασιλιᾶς, ζερβά ὁ Πατριάρχης».
Μετά τήν ἅλωση τῆς Πόλης στόν Πατριάρχη ἀποδόθηκαν τά
αὐτοκρατορικά σύμβολα καί οἱ τίτλοι μεταξύ τῶν ὁποίων καί αὐτός
τοῦ «Δεσπότη».
Ο ΑΜΒΩΝΑΣ: Ἄμβωνα ὀνομάζουμε τό ὑψηλό βῆμα (ἀπό τό
ἀναβαίνω), πού βρίσκεται ἀπέναντι ἀπό τόν δεσποτικό θρόνο καί
ἀριστερά, ἀπ’ ὅπου ὁ διάκονος διαβάζει τό ἱερό Εὐαγγέλιο, καί
κηρύσσεται ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄμβωνας εἶναι δημιούργημα
ἀνάγκης, ὥστε ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ νά ἀπευθύνεται στό ἐκκλησίασμα
ἀπό μέρους ὑψηλοῦ (Ματθ. ιγ΄,2), Μάρκ. γ΄,32), (Λουκ. ε΄,3). Στήν
Παλαιά Διαθήκη διαβάζουμε: «Καί ἔστη Ἕσδρας ὁ γραμματεύς ἐπί
βήματος ξυλίνου» προκειμένου νά διαβάσει στό λαό τό νόμο
(Νεεμίας η΄,40). Μαρτυρίες, γιά τήν ὕπαρξη ἄμβωνα, ὑπάρχουν
κυρίως ἀπό τόν 4ο αἰώνα. Οἱ Ἀποστολικές Διαταγές ἀναφέρουν:
«Μέσος δέ ὁ ἀναγνώστης, ἐφ’ ὑψηλοῦ τινός ἑστώς, ἀναγινωσκέτω τό
Μωϋσέως καί Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ... Μετά τοῦτο αἱ Πράξεις τῶν
Ἀποστόλων» (Β΄ 57, PG 1.728). Ἡ Ζ΄Οἰκουμ. Σύνοδος (787)
ἀπαγορεύει τό «ἀναγινώσκειν ἀπ’ ἄμβωνος» γενικά σέ ὅλους
ἐκείνους, πού δέν ἔχουν χειροθεσία ἀπό τόν ἐπίσκοπον. Ὁ ἱστορικός
Σωζόμενος μᾶς πληροφορεῖ πώς ὁ ἱερός Χρυσόστομος ἄφησε τό
ταπεινό ἱερατικό βῆμα καί χρησιμοποίησε γιά τό κήρυγμά του τόν
ἄμβωνα «χάριν τοῦ ἐξακούεσθαι», γιατί ἡ φωνή του ἦταν ἀδύνατη
καί ἰσχνή. Ὁ ἄμβωνας εἶναι μαρμάρινος ἤ ξύλινος, πλούσιος σέ
φιλοτεχνήματα καί ἀξιόλογα σκαλίσματα. Φέρει παραστάσεις τῶν
ἱερῶν Εὐαγγελιστῶν καί ὑπάρχει ἀνάγλυφο περιστέρι στό ὁποῖο
τοποθετεῖται τό ἱερό Εὐαγγέλιο καί συμβολίζει τό Ἅγιο Πνεῦμα.
Ὁ Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως γράφει: «Ὑπάρχει ὁ ἄμβωνας
συμβολίζοντας τό σχῆμα τοῦ λίθου τοῦ ἁγίου μνήματος, τόν ὁποῖο
ἀφοῦ ὁ Ἄγγελος ἀπεκύλισεν ἀπό τήν θύραν τοῦ μνήματος, ἀνεβόα
τήν Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου ταῖς Μυροφόροις». Καί ὁ Συμεών
Θεσσαλονίκης ἐξηγεῖ: Ἡ Ἁγία Τράπεζα εἶναι τάφος καί τό Ἅγιο
Βῆμα μνῆμα. Γι’αὐτό καί ὁ ἄμβωνας βρίσκεται μπροστά ἀπό τή θύρα
τοῦ μνήματος «τόν κυλισθέντα λίθον ἀπό τῆς θύρας τοῦ μνημείου
δεικνύς». Καί ἔχει ὕψωμα, γιά τήν ἀνάγκη τοῦ κηρύγματος, ὅπως ὁ
Ἄγγελος κάθισε ἐπάνω καί κήρυξε τήν Ἀνάσταση τοῦ Σωτῆρα.
«Διό δή καί ἐπί τῷ ἄμβωνι οἱ ἱερεῖς σύν διακόνοις τούς Ἀγγέλους
τυποῦντες, τά Εὐαγγέλια λέγουσι» (Περί τοῦ Ἱ. Ναοῦ PG 155, σελ. 345
D ἤ O).
ΤΑ ΑΝΑΛΟΓΙΑ Η΄ ΑΝΑΛΟΓΕΙΑ. Ἑκατέρωθεν τοῦ σολέα ἐντός
ἤ ἐκτός αὐτοῦ βρίσκονται τά ἀναλόγια, βήματα ὅπου στέκονται οἱ
χοροί τῶν ἱεροψαλτῶν καί ψάλλουν. Ὀνομάζονται ἔτσι, ἐπειδή εἶναι
ἀνάλογα δεξιά καί ἀριστερά. Μέ τά ξύλινα ὑπερυψωμένα
στηρίγματά τους βοηθοῦν τούς ἱεροψάλτες νά τοποθετοῦν τά
λειτουργικά βιβλία. Ἡ χρήση τοῦ ἀναλογίου, στήν Ἐκκλησία, εἶναι
πολύ παλαιά καί συνυπάρχει μέ τόν ἄμβωνα, ὁ ὁποῖος τότε ἦταν
στόν κέντρο τοῦ Ναοῦ. Στό ἀναλόγιο ἡ Βυζαντινή Μουσική,
συνυπάρχει μέ τή θρησκευτική ποίηση, μεταρσιώνει τίς καρδιές τῶν
προσευχομένων πιστῶν, πρός τά οὐράνια. Συνήθως ἡ Ὀρθόδοξη
Ἐκκλησιαστική Μουσική, δέν χρησιμοποιεῖ ὄργανα, εἶναι φωνητική,
γιατί ὁ Θεός, ὡς Πατέρας, συνομιλεῖ μέ τά τέκνα του
«ἀπεκαλυμμένως». Ἐπίσης, εἶναι ὁμαδική καί ψάλλεται χορωδιακά.
Ὅμως, θά συνεχίσωμε,σύν Θεῷ,στό ἑπόμενο κήρυγμά μας.ΑΜΗΝ!

Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 7
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ
15-02-2026

Ἡ ἀρχιτεκτονική τῶν ναῶν, ἀδελφοί μου, εἶναι τέχνη
χριστιανική, ἐκκλησιαστική, πού ἀναπτύχθηκε στούς κόλπους τῆς
Ἐκκλησίας, μέ σκοπό νά διακονήσει τό ἔργο της, πού εἶναι ἡ σωτηρία
τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου. Γι’ αὐτό εἶναι βαθύτατα πνευματική
καί συμβολική. Ὁ ναός συμβολίζει ὅλο τό κόσμο, ἀλλά κυρίως τήν
Ἁγία Τριάδα, γι’αὐτό χωρίζεται καί σέ τρία μέρη: Τό Νάρθηκα, τόν
κυρίως Ναό καί τό Ἅγιο Βῆμα.
Τό Ἅγιο Βῆμα εἶναι ὁ θρόνος τοῦ Θεοῦ, ὁ τόπος τῆς
ἀναπαύσεώς Του. Στόν ἱερό αὐτό χῶρο εἰσέρχονται οἱ Κληρικοί,
ὁ Ἐπίσκοπος πού εἰκονίζει τόν Θεάνθρωπο, οἱ Ἱερεῖς πού εἰκονίζουν
τούς Ἀποστόλους καί οἱ Διάκονοι πού εἰκονίζουν τούς Ἀγγέλους.
Στόν κυρίως Ναό εἰσέρχονται οἱ πιστοί γιά νά συμμετάσχουν
στίς ἱερές ἀκολουθίες. Ἀνεβαίνοντας τά σκαλοπάτια τῶν ἀρετῶν,
τότε φθάνουμε στήν εἴσοδο τοῦ Ναοῦ πού συμβολίζει τή θύρα τοῦ
Παραδείσου. Ἐδῶ θυμόμαστε τά λόγια τοῦ Κυρίου μας· «Ἐγώ εἰμι
ἡ θύρα τῶν προβάτων... δι’ ἐμοῦ ἐάν τις εἰσέλθῃ, σωθήσεται»
(Ἰωάν. 1, 7-9).
Ο ΝΑΡΘΗΚΑΣ ἤ ΠΡΟΝΑΟΣ ἀποτελεῖ τό τρίτο μέρος τοῦ
χριστιανικοῦ ναοῦ μετά τό Ἱερό Βῆμα καί τόν κυρίως Ναό. Βρίσκεται
στό δυτικό ἄκρο, ὅπου εἶναι καί ὁ πρῶτος χῶρος γιά τόν
εἰσερχόμενο. Πρόκειται γιά μικροῦ μήκους χῶρο μέ πλάτος σχεδόν
τοῦ Ναοῦ. Εἶναι τό μέρος ἐκεῖνο πού, κατά τήν ἀρχαία Ἐκκλησία,
στεκόταν οἱ κατηχούμενοι στήν ὀρθόδοξη πίστη καί μετά ἐπρόκειτο
νά βαπτισθοῦν, οἱ μετανοοῦντες καί οἱ «προσκλαίοντες» δηλαδή
αὐτοί πού ἔδειχναν δημόσια μετάνοια γιά βαριά ἁμαρτήματα.
Σήμερα πού δέν ὑπάρχουν ἐνήλικες κατηχούμενοι, στό χῶρο αὐτό
ὑπάρχουν τά προσκυνητάρια μέ τίς ἱερές εἰκόνες τοῦ Σωτῆρος
Χριστοῦ, τῆς Κυρίας Θεοτόκου, τοῦ Ἁγίου πού εἶναι ἀφιερωμένος ὁ
Ναός καί ἄλλες. Ὑπάρχει, ἐπίσης, τό παγκάρι γιά τό ἄναμα τῶν
κεριῶν σέ μεγάλο μανουάλι, διάφορα δωρεάν χριστιανικά ἔντυπα,
πρός ψυχική ὠφέλεια καί διάφορα βιβλία πρός πώληση γιά τήν
ἐνίσχυση τοῦ φιλανθρωπικοῦ ἔργου τῆς Ἐκκλησίας. Μέ ἰδιαίτερη
εὐλάβεια εἰσέρχονταν οἱ μοναχοί τῆς Αἰγύπτου στόν Νάρθηκα,
οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ τοποθετοῦσαν τά σανδάλιά τους, γυμνόποδες
προχωροῦσαν πρός τόν κυρίως Ναόν.
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός σημειώνει: «Ἐκ τοῦ
πνεύματος τῆς αὐτῆς εὐλαβείας ἐτηρεῖτο βαθεῖα σιγή ἐντός τοῦ
Ναοῦ, ἀπηγορεύετο δέ τό πτύειν, ἔτι δέ τό βήχειν, γελᾶν...» κ.λ.π.
Ἐπί βυζαντινῆς ἐποχῆς οἱ αὐτοκράτορες «ἀπέθετον ἐξ
εὐλαβείας τά ὅπλα κάι διαδήματά των», προκειμένου νά
προχωρήσουν στόν κυρίως Ναό, ὅπου «ὁ Βασιλεύς τῶν
βασιλευόντων καί Κύριος τῶν κυριευόντων» (Θεοδοσίου λόγος στή
Σύνοδο τῆς Ἐφέσου 431 μ. Χ.).
Ἡ εἰκονογράφηση τοῦ Νάρθηκα ἀποτελεῖται ἀπό τήν εἰκόνα
τοῦ Σωτῆρος πού ἀγκαλιάζει ἕνα πρόβατο καθώς ἐπίσης καί μέ
θέματα σχετικά μέ τόν ᾍδη, τό θηρίο τῆς Ἀποκάλυψης καί τοῦ
ἀνθρώπου, πού βάλλεται ἀπό τά βέλη τῶν ἑπτά θανάσιμων
ἁμαρτημάτων.
Ὁ Νάρθηκας ἐπικοινωνεῖ μέ τόν κυρίως Ναό μέ τρεῖς συνήθως
θύρες στούς μεγάλους Ναούς ἤ σέ μία σέ μικρότερους, ἀπό τίς
ὁποῖες ἡ μεσαία ἦταν ἡ σπουδαιότερη, γι’ αὐτό καί ὁ Θεόδωρος ὁ
Στουδίτης «πρώτην εἴσοδον» τήν ὀνομάζει. Ἐπί τό ἐπισημότερον
ὀνομάζεται καί σέ πληθυντικό ἀριθμό: «Πύλαι μεγάλαι, πύλαι
ἀργυραί, πύλαι τῆς κιβωτοῦ καί πύλαι Βασιλικαί».
Ὀ Συμεών Θεσσαλονίκης γράφει ὅτι «καί οἱ νάρθηκες τήν
κτίσιν δι’ ἡμᾶς τῆς γῆς καί τά ἐπί τῆς γῆς δηλοῦσι», δηλαδή ἡ
Νάρθηκας συμβολίζει τό φαινόμενο κόσμο, τή γῆ γενικά, καί
συνεχίζει ὁ ἱερός πατέρας: «Εἰς τά ἱερά μοναστήρια κλείουσι τόν
Ναόν μέ τινά καταπετάσματα, ὅταν εἰσέρχωνται καί δεικνύει τό
τοιοῦτον, ὅτι ὁ Χριστός κατῆλθεν εἰς ἡμᾶς κάι ὅτι ἀφ’ οὗ ἔρριψε τό
μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ καί μᾶς ἔδωκε τήν εἰρήνην μᾶς ἀνεβίβασεν
εἰς τούς οὐρανούς (Μigne PG.155, σελ. 708).
ΚΥΡΙΩΣ ΝΑΟΣ. Ἕνα τριπλό ἄνοιγμα ἀπό τρεῖς θύρες,
ὅπως προείπαμε τό ὁποῖο ἑνώνει τόν Νάρθηκα μέ τόν κυρίως Ναό.
Αὐτός ἔχει ὀρθογώνιο ἤ σταυροειδές σχῆμα πού καταλήγει σέ μιά
ἁψῖδα τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, πού βρίσκεται στά ἀνατολικά. Χωρίζεται
σέ κιονοστοιχίες πού συμβολίζουν τούς Προφῆτες, τούς Ἀποστόλους,
τούς Ἁγίους ὡς στηρίγματα τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ κυρίως Ναός
ἀποτελεῖται ἀπό ἕνα ἕως τρία ἤ καί περισσότερα κλίτη. Τό μεσαῖο
κλῖτος ἔχει μεγαλύτερο ὕψος καί πλάτος κάι φωτίζεται περισσότερο.
ΤΑ ΚΑΘΙΣΜΑΤΑ. Τά καθίσματα στούς ἱερούς χώρους τῆς
λατρείας ἀναφέρονται ἀπό τά πρῶτα χριστιανικά χρόνια.
Μάλιστα οἱ Ἀποστολικές Διαταγές στό κεφ. 57 τοῦ Β΄ βιβλίου, γύρω
στό 250 μ.Χ. ἀναφέρουν τά ἐξῆς: «Μέ τή φροντίδα τῶν διακόνων οἱ
λαϊκοί νά κάθονται στό ἕνα μέρος τοῦ Ναοῦ μέ ἡσυχία καί τάξη.
Καί οἱ γυναῖκες χωρισμένες νά κάθονται καί αὐτές μέ σιωπή...
Καί ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα νά διαβαστεῖ τό ἱερό Εὐαγγέλιο, ὅλοι οἱ
πρεσβύτεροι καί οἱ διάκονοι καί ὁ πιστός λαός νά εἶναι ὄρθιοι μέ
πολλή ἡσυχία...». Τά καθίσματα καί κυρίως τά στασίδια (τό στασίδι
συναντᾶται σέ διάφορες μορφές, ὅπως ξύλινο ἀναδιπλούμενο
κάθισμα τοποθετημένο στίς πλευρές τοῦ κυρίως Ναοῦ). Ὅλα αὐτά
συμβολίζουν τόν τάφο τοῦ κάθε πιστοῦ, μέσα ἀπό τόν ὁποῖο θά
ἀναστηθεῖ στή Δευτέρα Παρουσία. Στήν εἴσοδο πρός τόν κύριο Ναό
ὑπάρχουν τά προσκυνητάρια μέ τόν Δεσπότη Χριστό, τήν Παναγία
καί τήν εἰκόνα τοῦ τιμωμένου Ἁγίου. Ἄν δέν ὑπάρχει Νάρθηκας τό
παγκάρι εἶναι τοποθετημένο πρίν τά προσκυνητάρια μέ τά
μανουάλια μέ τά κεριά πού ἀνάβουν οἱ πιστοί. Τά κεριά
συμβολίζουν τήν ψυχή. Ὅπως τό κερί ἀκτινοβολεῖ καί διαλύει τά
σκοτάδια, τό ἴδιο καί ἡ ψυχή πρέπει νά ἀκτινοβολεῖ ἀπό πνευματική
λαμπρότητα, ὥστε, σύμφωνα μέ τό λόγο τοῦ Κυρίου, «οὕτω
λαμψάτω τό φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσι ὑμῶν
τά καλά ἔργα καί δοξάσωσι τόν πατέρα ὑμῶν τόν ἐν τοῖς οὐρανοῖς»
(Ματθ. 5,16).
Ἀλλά θά συνεχίσουμε σύν Θεῷ στό ἑπόμενο κήρυγμα. ΑΜΗΝ!  Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου