Παρασκευή 8 Μαΐου 2026

 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 18
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ
10-05-2026

ΤΟ ΛΕΒΗΤΑΡΙΟ Η΄ ΖΕΟΝ. Τό λεβητάριο, ἀδελφοί μου, εἶναι
ὑποκοριστικό τοῦ λέβητος. Αὐτό εἶναι ἕνα μικρό μετάλλινο σκεῦος,
πού χρησιμοποιεῖται γιά τήν μεταφορά θερμοῦ ὕδατος, τό ὁποῖο,
κατά τήν ὥρα τῆς Θείας Μεταλήψεως, ὁ λειτουργός ἐκχέει στό ἅγιο
Ποτήριο.
Ὁ Γερμανός Κων/λεως γράφει: «Τότε δέ κομίζεται ὕδωρ
θερμότατον εἰς μικρόν λεβητάριον, καί κιρνῶσιν ἐξ αὐτοῦ τά
προκείμενα ἐν τῇ ἁγίᾳ Τραπέζῃ εἴτε κρατῆρες, εἴτε ποτήρια εἶεν»
(Μυστ. θεωρ. PG 98, 449β). Καί ὁ Συμεών Θεσ/νίκης κάνει λόγο γιά
τό «ζέον ὕδωρ». «Εἶτα καί ζέον ὕδωρ, (ὁ ἱερεύς) ἐκχέει τῷ ποτηρίῳ»
(Περί τοῦ ἱ. ναοῦ PG 155 σ. 711). Ὁ καθηγητής Ἰωάννης Φουντούλης
γράφει: «Ἡ πράξη αὐτή ὑφίσταται μόνον στό βυζαντινό λειτουργικό
τύπο». (Λειτουργική Α΄ σελ. 50). Ὁ Γερμανός, ὄχι μόνον πρῶτος
μνημονεύει «τό θερμότατον ὕδωρ καί τό μικρόν λεβητάριον», ἀλλά
καί συμβολίζει τήν πράξη αὐτή λέγοντας ὅτι «τό θερμότατον ὕδωρ»
στό καιρό τῆς μεταλήψεως «τέλειον τόν τύπον τοῦ μυστηρίου
ἀναπληροῖ» «καθώς αὐτοί, πού μεταλαμβάνουν ἀπό τό χεῖλος τοῦ
Ποτηρίου, εἶναι σάν νά ἐγγίζουν τήν ἴδια τήν ζωοπάροχον πλευράν».
Καί συνεχίζει λέγοντας: «Ταῦτα καί θύρα τίς ἐστι, πρός τήν τῆς
Τριάδος πίστιν τε καί ἐπίγνωσιν», γιατί «τρεῖς εἰσίν οἱ μαρτυροῦντες,
τό πνεῦμα, τό ὕδωρ καί τό αἷμα». Ἐπίσης λέγει ὅτι «καί διά τήν
θερμότητα δηλοῖ τήν ζέσιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Τήν ἴδια ἀνάλυση
καί μυστική ἔννοια δίνει καί ὁ Θεόδωρος Ἀνδίδων. Ὁ Νικόλαος
Καβάσιλας βλέπει στήν ἔκχυση τοῦ ζεστοῦ ὕδατος «τά στοιχεῖα τοῦ
μυστηρίου νά σημαίνεται» δηλαδή «ἡ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπιδημία
εἰς τήν Ἐκκλησίαν». Καί συνεχίζει: «Τό ὕδωρ αὐτό, μέ τό νά εἶναι
ὕδωρ ἀκριβῶς καί νά μετέχῃ τοῦ πυρός σημαίνει τό Ἅγιον Πνεῦμα...
Ἡ στιγμή αὐτή τῆς λειτουργίας σημαίνει τή στιγμή ἐκείνη τῆς
Πεντηκοστῆς». Ἐδῶ ὁ Καβάσιλας βλέπει τήν τελετουργία τοῦ
ζέοντος ὕδατος, ὡς εὐχαριστηριακή Πεντηκοστή (τό ζέον ὕδωρ =
ὕδωρ καί πῦρ, εἰκόνες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μέσα στό Ποτήριο, πρίν
ἀπό τή Μετάληψη). Ὁ Παῦλος Εὐδοκίμωφ γράφει: «Στήν καρδιά
κάθε μυστηρίου βρίσκεται ἡ Πεντηκοστή του, ἡ κάθοδος τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος. Εἶναι ἡ ὁμολογία τῆς ὀρθόδοξης πίστεως, γιά τό ρόλο
τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, στήν οἰκονομία τῆς σωτηρίας καί τῆς
τριαδικῆς ἰσορροπίας». Ὁ κ. Φουντούλης συμπληρώνει: «Ἡ πράξη
αὐτή ἀποσκοπεῖ στό νά ἐξάρει εἴτε τήν ἀφθαρσία τοῦ σώματος τοῦ
Κυρίου, εἴτε τήν ζέση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἴτε τήν ἐκ νεκρῶν
ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ - σῶμα καί αἷμα ζῶντος Χριστοῦ». Τέλος
ὁ Ἰ. Μεσολορᾶς γράφει: «Τό ζέον ὕδωρ συμβολίζει τήν θέρμην τῆς
ψυχῆς, μεθ’ ἧς δέον νά κοινωνήσωσιν οἱ πιστοί τῶν Ἀχράντων
Μυστηρίων» (Ἐγχειρ. Λειτουργικῆς σελ. 166).
Η ΜΟΥΣΑ. Ἀπό τό «μάσσω = σπογγίζω). Πεπλατισμένος
σπόγγος χρησιμοποιούμενος γιά τή μεταφορά τῶν μερίδων στό ἅγιο
Ποτήριο, ἀπόμαξη (καθαρισμός) τοῦ δισκαρίου καί τοῦ εἰλητοῦ, μέσα
στό ὁποῖο, ὅταν διπλώνεται αὐτό, τοποθετεῖται ἡ μοῦσα.
ΤΟ ΜΑΚΤΡΟ. Τό μάκτρο εἶναι ἕνα κόκκινο ἤ πορφυρό μαντήλι
πού κρατᾶ ὁ ἱερέας στή βάση τοῦ Ἁγίου Ποτηρίου κατά τή
θεία Μετάληψη. Οἱ πιστοί τό κρατοῦν μέ εὐλάβεια ἀνοικτό καί
ἀπλωμένο λίγο κάτω ἀπό τά χείλη τους προσέχουν νά μή πέσει
κάτι ἀπειροελάχιστο ἀπό τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Κυρίου. Τό
χρησιμοποιοῦν καί οἱ Κληρικοί κατά τή θεία μετάληψη. Τό μάκτρο
συμβολίζει τήν χλαμύδα μέ τήν ὁποία ἔντυσαν τόν Χριστό οἱ
στρατιῶτες καί ἡ ὁποία ποτίστηκε ἀπό τό Πανάγιο Αἷμά Του,
καθώς ἔρρεε ἀπό τό μαστιγωμένο Σῶμά Του.
ΤΟ ΑΡΤΟΦΟΡΙΟ. Αὐτό εἶναι ἕνα εὐπρεπές σκεῦος σέ σχῆμα
μικροῦ ναϋδρίου, ξύλινο ἤ μεταλλικό (ἐπιχρυσωμένο ἤ
ἐπασημωμένο) καί εἶναι διακοσμημένο μέ διάφορες ἀνάγλυφες
παραστάσεις. Τοποθετεῖται στό κέντρο - ἐπάνω μέρος τῆς Ἁγίας
Τραπέζης καί συμβολίζει τό θρόνο τοῦ Θεοῦ. Μέσα σέ αὐτό
φυλάσσεται ὁ Ἀμνός - ὁ Ἅγιος Ἄρτος - ἐμποτισμένος στό Αἷμα τοῦ
Κυρίου πού ἁγιάζεται τή Μεγάλη Πέμπτη κατά τήν τέλεση τῆς
Θείας Λειτουργίας καί στή συνέχεια τεμαχίζεται σέ ψιχία πού
ἀποξηραίνονται καί φυλάσσονται γιά νά χρησιμοποιεῖται καθ’ ὅλο
τό ἔτος προκειμένου νά μεταλαμβάνουν οἱ πιστοί σέ ἔκτακτες
περιπτώσεις, ὅταν δέν εἶναι εὔκολο νά τελεσθεῖ Θεία Λειτουργία
π.χ. ἑτοιμοθάνατοι.
Ὁ Νικηφόρος Θεοτόκης γράφοντας γιά τόν τρόπο διατήρησης
τοῦ Ἁγίου Ἄρτου στό Ἀρτοφόριο, συνιστᾶ νά φυλάσσεται ὁ Ἅγιος
Ἄρτος «ἐν τόπῳ ἀνίκμῳ καί ἀνύγρω καί πρός διατήρησιν ἐπιτηδείῳ,
καθάπερ καί τό προτυποῦν αὐτόν μάννα». Ἐπίσης, προσθέτει:
«Ἄπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ, κατά τήν Ἁγίαν Πέμπτην, ἁγιάζει μέν τόν
διατηρηθησόμενον τῆς Εὐχαριστίας ἄρτον ὁ ἱερεύς, μεταλαμβάνει δέ
τόν κατά τό παρελθόν ἔτος προαγιασθέντα σῷον δέ καί καθαρόν,
ἄσπιλον καί ἀνεπηρέαστον. Καί ἐν τόπῳ δέ ἐπιτηδείῳ ἐγκλείουσιν,
ὅς ἐστίν ἡ ἐν τῇ Θείᾳ Τραπέζῃ «κιβωτός». Τό ἀρτοφόριο ὀνομάζεται
καί «πυξίον» «περιστέριον», λόγῳ κατασκευῆς καί «κιβωτός» κατά
συμβολισμό. Ὄντως τό Ἅγιο Ἀρτοφόριο, περιέχοντας τήν σάρκα καί
τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ, τοποθετημένο πάνω στήν Ἁγία Τράπεζα, τήν
μεταμορφώνει σέ τάφο Χριστοῦ, πού ἡ δύναμη τῆς Ἀναστάσεώς Του
συνέτριψε, ἅπαξ διαπαντός, τόν θάνατο.
Ἀρτοφόριο (μικρό) ὀνομάζεται καί ἀνάλογο σκεῦος, στό ὁποῖο
διατηρεῖται ὁ Ἅγιος Ἄρτος κατά τή Μεγάλη Τεσσαρακοστή γιά τήν
τέλεση τῆς Προηγιασμένης Λειτουργίας. Ἐδῶ ὁ ἱερέας ἐξάγει καί
ἄλλους Ἁγίους Ἄρτους στήν Προσκομιδή καί τούς τοποθετεῖ στό
Δισκάριο στή Λειτουργία τῆς Κυριακῆς ἤ καί τοῦ Σαββάτου.
Στή διάρκεια τοῦ «Κοινωνικοῦ» τούς ἐμβαπτίζει ἤ τούς χρίει μέ
Αἷμα Χριστοῦ ἀπό τό Ἅγιο Ποτήριο καί τούς τοποθετεῖ γιά φύλαξη
στό ἱερό σκεῦος.
Θά συνεχίσουμε ὅμως, πρῶτα ὁ Θεός, στό ἑπόμενο
κήρυγμα. ΑΜΗΝ!    Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Τρίτη 5 Μαΐου 2026

 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 17
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ
03-05-2026

Η ΛΑΒΙΔΑ. Αὐτή, ἀδελφοί μου, εἶναι κοχλιάριο (μικρό ἐπίμηκες
κουταλάκι) πού χρησιμοποιεῖται γιά τή μετάδοση τῆς θείας
κοινωνίας στούς πιστούς. Καί αὐτό εἶναι κατασκευασμένο ἀπό
εὐγενῆ μέταλλα. Στά πρῶτα χριστιανικά χρόνια οἱ χριστιανοί
κοινωνοῦσαν πρῶτα τό Σῶμα τοῦ Κυρίου. Ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός
λέγει: «Σταυροειδῶς τάς παλάμας τυπώσαντες, τοῦ ἐσταυρωμένου
τό Σῶμα ὑποδεξώμεθα» (Μigne 94. 1149). Ὁ π. Κων/νος Καλλίνικος
ἐπισημαίνει ὅτι ἡ χρήση τῆς λαβίδας ἐπισῆλθε στή θεία λατρεία
τόν 10ο αἰῶνα. Ὁ Γερμανός Κων/λεως ἀναφερόμενος στό ὅραμα τοῦ
Προφήτη Ἠσαΐα, ὅπου ἄγγελος Σεραφείμ, ἔλαβε διά τῆς λαβίδος
ἄνθρακα ἀπό τό θυσιαστήριο (Ἠσ. 6,6) καί προσῆλθε στόν Προφήτη,
λέγει πῶς «σημαίνει τόν ἱερέα τόν κατέχοντα τόν νοερόν ἄνθρακα,
Χριστόν, τῇ λαβίδι τῆς χειρός αὐτοῦ ἐν τῷ ἁγίῳ θυσιαστηρίῳ,
καί ἁγιάζοντα καί καθαίροντα τούς προσερχομένους καί
μεταλαμβάνοντας». Ὁ Σωφρόνιος λέγει πώς «ἡ λαβίς» σημαίνει καί
τήν Παρθένον, βαστάζουσα αὐτόν τόν οὐράνιον Ἄρτον». Καί ὁ Συμεών
Θεσσαλονίκης σημειώνει: «Εἰ δέ τις πρός κοινωνίαν ἱκανός καί, οὗτος
προσιών μετ’ εὐλαβείας καί φόβου διά τῆς λαβίδος, ἱερατική χειρί,
κοινωνεῖ». Ὁ λειτουργός σάν καλός ποιμένας, «καλεῖ κατ’ ὄνομα τά
ἴδια πρόβατα». «Ὅταν, λοιπόν, βλέπεις τόν λειτουργόν νά σοῦ δίνει
τά ἅγια Μυστήρια, μή νομίσης πώς εἶναι ὁ ἱερεύς, πού τό κάνει αὐτό,
ἀλλά τό ἅγιο χέρι τοῦ Χριστοῦ, πού ἁπλώνεται πρός ἐσένα»
(Ε.Π.Ε. 11,58).
Ο ΑΣΤΕΡΙΣΚΟΣ. Αὐτό τό λειτουργικό σκεῦος ἀποτελεῖται ἀπό
δύο εὐγενῆ μετάλλινα ἐλάσματα πού συγκρατοῦνται στό μέσο καί
ἀνοίγουν σταυροειδῶς. Ἐπικαλύπτει τό δισκάριο καί χρησιμεύει σάν
στήριγμα, ὥστε τό κάλυμμα νά μήν ἀγγίζει τόν Ἀμνό, καί τίς μερίδες
τοῦ δισκαρίου. Ὁ ἀρχικός συμβολισμός τοῦ ἀστερίσκου ἦταν «ὁ ὅλος
ἔναστρος οὐρανός» καί, εἰδικώτερα, «ὁ ἐπιφανείς ἀστήρ», κατά τήν
Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἡ Γραφή λέγει: «Kαί ἰδού ὁ ἀστήρ, ὅν
εἶδον, ἐν τῇ ἀνατολῇ, προῆγεν αὐτούς (τούς Μάγους) ἕως ἐλθών ἔστι
ἐπάνω οὗ ἦν τό παιδίον» (Ματθ. 2,9). Ὁ Καβάσιλας προσθέτει καί
τούς ψαλμικούς λόγους: «τῷ λόγῳ τοῦ Kυρίου οἱ οὐρανοί
ἐστερεώθησαν» (Ψαλμ. 32,6). Κατά τόν Γρηγόριο Ναζιανζηνό
ὁ ἀστερίσκος εἶναι «ὁ θεῖος ἀστήρ, ὁ φανείς τοῖς μάγοις, κατά τήν
ἔνσαρκον τοῦ Μεγάλου Θεοῦ, Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ
οἰκονομίαν». Κατά τόν Συμεών Θεσσαλονίκης ὁ ἀστερίσκος
συμβολίζει «τούς ἀστέρας καί αὐτόν τόν ἐπί τῇ γεννήσει Χριστόν».
Ἐπίσης, ὁ ἀστερίσκος λέγει ὁ ἴδιος πατέρας, συμβολικά συνδέεται
καί μέ «τά πραχθέντα ἐν τῇ γεννήσει, ἐπεί καί σπηλαίου καί φάτνης
τύπον» εἶναι ἡ Πρόθεσις.
Ο ΣΠΟΓΓΟΣ. Αὐτό εἶναι ἀκατέργαστο φυσικό σφουγγάρι, πού
χρησιμεύει γιά τήν τελική ἀπόμαξη τοῦ ἁγίου Ποτηρίου καί τίθεται
μέσα σ’αὐτό γιά τή συγκράτηση τῆς ὑγρασίας. Εἰσήχθη γιά νά
συμβολίζει κυρίως τόν σπόγγο τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου.
Ἄς θυμηθοῦμε ἐκεῖνο τό ἱερό γεγονός. Ὁ Κύριος εὑρισκόμενος ἐπί
τοῦ Σταυροῦ εἶπε «διψῶ» (Ἰω. 19, 28). «Ἐκεῖνοι δέ (οἱ στρατιῶται), πού
ἤκουσαν τόν λόγον αὐτόν τοῦ Ἰησοῦ ἀφοῦ ἐγέμισαν ξίδι ἕνα σφουγγάρι,
τό ἔφεραν πλησίον τοῦ στόματος τοῦ Ἰησοῦ» (Ἰω. 19, 29). Ἀνάλογα
χωρία ὑπάρχουν στόν Ματθαῖο (27, 48) καί στόν Μᾶρκο (15, 36).
ΤΑ ΚΑΛΥΜΜΑΤΑ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΣΚΕΥΩΝ. Ὁ ἱερός Καβάσιλας
γράφει: «Kαί καλύπτει τόν ἄρτον καί τό ποτήριον (ὁ ἱερεύς) πέπλοις
πολυτίμοις». Καί συνεχίζει: «Διότι πραγματικά συγκαλυπτόταν στήν
ἀρχή ἡ δύναμις τοῦ ἐνανθρωπήσαντος, ἕως τόν καιρόν τῶν θαυμάτων
καί τῆς μαρτυρίας ἀπό τόν οὐρανόν» (κατά τήν Bάπτιση στόν
Ἰορδάνη)[Φιλοκαλία σ. 72]. Ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης γράφει, ὅτι ἡ
κάλυψη τῶν προσφερομένων Δώρων μᾶς ὑπενθυμίζει τό γεγονός,
ὅτι δέν ἀναγνώρισαν ὅλοι τόν Χριστό ἐξἀρχῆς· ὅ,τι ἄν καί
σαρκώθηκε, δέν ἐξῆλθε ἐκ τοῦ μυστηρίου τῆς θεότητος καί τῆς
προνοίας Του (PG 155.729). Τά καλύμματα τῶν ἱερῶν σκευῶν εἶναι
τρία: Δύο ἰσομεγέθη, σέ σχῆμα σταυροῦ μέ τά ὁποῖα καλύπτονται
ἀντίστοιχα τό δισκάριο καί τό ποτήριο κατά τήν προσκομιδή.
Τό τρίτο τό μεγαλύτερο πού καλύπτει καί τά δύο μαζί εἶναι
σέ σχῆμα τετραγώνου καί ὀνομάζεται ἀέρας. Ὁ Γερμανός
Κωνσταντινουπόλεως, διά τό δισκοκάλυμμα γράφει ὅτι συμβολίζει
τό «σουδάριον», πού περικάλυπτε τό πρόσωπο τοῦ Κυρίου στόν τάφο.
«Τό δισκοκάλυμμα ἐστίν, ἀντί τοῦ σουδαρίου, ὅ ἦν ἐπί τοῦ προσώπου
αὐτοῦ, περικαλύπτον αὐτόν ἐν τῷ τάφῳ». Γιά δέ τόν ἀέρα γράφει ὅτι
συμβολίζει τόν λίθο, μέ τόν ὁποῖο ὁ Ἰωσήφ ἀσφάλισε τό μνημεῖο
«Ὁ ἀήρ ἐστί καί λέγεται, ἀντί τοῦ λίθου, οὗ ἠσφαλίσατο τό μνημεῖον
ὁ Ἰωσήφ... Ἰδού ἐσταύρωται ὁ Χριστός, τέθαπται ἡ ζωή, ἠσφαλίσθη
ὁ τάφος». Ἡ κάλυψη τοῦ δισκαρίου συμβολίζει τήν σινδόνα, μέ τήν
ὁποία τύλιξαν τό σῶμα τοῦ Κυρίου (PG 98 σελ. 400). Ὁ Συμεών
Θεσσαλονίκης γράφει, πώς τά καλύμματα τῶν ἱερῶν σκευῶν
συμβολίζουν τά σπάργανα μέ τά ὁποῖα τύλιξαν τό θεῖο βρέφος.
«Εἶτα, τό τοῦ δίσκου κάλυμμα λαβών, σημαῖνον, σύν τοῖς ἄλλοις
καλύμμασι, τά σπάργανα». Καί τοῦτο, γιατί «καί ἡ πρόθεσις τύπον
ἐπέχει τοῦ σπηλαίου καί τῆς φάτνης». Ὁ δέ ἀέρας σημαίνει τό
στερέωμα καί τήν σινδόνα. «Ὅς ἀήρ καί τό στερέωμα, ἐν ᾧ ὁ ἀστήρ
καί τήν σινδόνα σημαίνει» (περί τῆς Θ. Λειτουργίας PG 155 σ. 288).
Ὁ Θεόδωρος Στουδίτης τόν ὀνομάζει «ἀνώτατον πέπλον ἤ ἁπλῶς τό
πέπλον». «Ὁ δέ ἱερεύς τῷ ἀνωτάτῳ πέπλῳ ὅ καί ἀέρα οἶδεν ὁ λόγος
καλεῖν, τά Δῶρα ἐπικαλύπτει» (Migne 99.1689). Ὁ «ἀήρ» εἶναι
σύμβολο τῆς συγκατάθεσης τοῦ οὐρανίου Πατρός στήν προσφορά
τοῦ Υἱοῦ. Αὐτή τήν συγκατάθεση βεβαιώνει καί ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ
στόν Πιλάτο: «Οὐκ εἶχες ἐξουσίαν οὐδεμίαν κατ’ ἐμοῦ, εἰ μή ἦν
δεδομένον σοι ἄνωθεν» (Ἰω. 19,11). Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας
παρατηρεῖ ὅτι ἡ ἔκφραση «δεδομένον ἄνωθεν» σημαίνει τήν
συγκατάθεση τοῦ Πατρός στό Πάθος τοῦ Υἱοῦ καί
ταυτόχρονα, ὅτι ὁ Υἱός ἀποδέχθηκε ἑκουσίως τήν σταυρική Του
θυσία (Migne 74.1051 ΑΒ).
Θά συνεχίσουμε, ὅμως, Θεοῦ θέλοντος, στό ἑπόμενο
κήρυγμα. ΑΜΗΝ!    Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Σάββατο 25 Απριλίου 2026

 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 16
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ
26-04-2026

ΤΟ ΑΓΙΟ ΔΙΣΚΑΡΙΟ. Αὐτό, ἀδελφοί μου, εἶναι ἕνα κυκλοτερές
ἀβαθές μικρό δισκάριο γιά τόν ἄρτο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Στόν
ἐπιφανειακό του κύκλο εἰκονίζεται κάποιες φορές ὁ Χριστός καί
κυκλόθεν αὐτοῦ ἡ ἐπιγραφή «ΛΑΒΕΤΕ ΦΑΓΕΤΕ, ΤΟΥΤΟ ΕΣΤΙ ΤΟ
ΣΩΜΑ ΜΟΥ». Σ’ αὐτό τίθεται ὁ ἀμνός, ὁ ὁποῖος καί ἁγιάζεται κατά
τόν καθαγιασμό. Σέ αὐτό τοποθετοῦνται ἡ μερίδα τῆς Θεοτόκου, τῶν
ἐννέα ταγμάτων, τῶν ἁγίων καί τῶν ζώντων καί τεθνεώτων πιστῶν
ἀπό τά πρόσφορα. Σέ αὐτό τίθενται καί οἱ μερίδες τῶν λειψάνων τῶν
ἁγίων κατά τά ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ (Ἰ. Φουντούλη – Λειτουργική).
Ἐπάνω στό Δισκάριο τῆς Προθέσεως ἀποκαθίσταται ἡ τέλεια μορφή
τῆς Ἐκκλησίας, πού καλύπτει τόν οὐρανό καί τή γῆ, τούς ζῶντας
ἀκόμη καί τούς κεκοιμημένους.
Τό «Ἀρνίον» εἰσέρχεται μέσα στήν ἱστορία, ἀναφαίρεται σέ ἕνα
σημεῖο τοῦ χώρου καί τοῦ χρόνου, παίρνει τή μορφή τοῦ Παιδιοῦ:
Ἔχομε τή Γέννηση «οὕτω τοιγαροῦν ἀφίεται τό θεῖον σῶμα ἐν τῇ
προθέσει, ὥσπερ ἐν Βηθλεέμ, ὅπου γεγέννηται ὁ Χριστός», γράφει ὁ
Ἅγιος Γερμανός. Καί ὁ ἱερός Καβάσιλας προσθέτει: «Καί τόν ἄρτον
θείς ὁ ἱερεύς ἐν τῷ ἱερῷ πίνακι, ἐκεῖνα ποιεῖ καί λέγει δι’ ὧν αὐτή ἡ
θυσία καί ὁ τοῦ Κυρίου θάνατος καταγγέλεται». Ὡς πρός τήν ὕλη, τό
Ἅγιο Δισκάριο, ἀποτελεῖται ὁμοίως μέ ἐκείνη τήν ὕλη τοῦ Ἁγίου
Ποτηρίου. Τό Ἅγιο Δισκάριο διακοσμεῖται λαμπρῶς ὅπως καί τό Ἅγιο
Ποτήριο.
Κατά τόν Γερμανό τό Ἅγιο Δισκάριο εἶναι ἡ κλίνη στήν ὁποία
«τό σῶμα τοῦ Κυρίου, ὑπό τοῦ ἱερέως καί τοῦ διακόνου
κατασκευάζεται». Αὐτοί δέ ἐπέχουν θέση Ἰωσήφ καί Νικοδήμου πού
κήδευσαν τόν Χριστό (Μυστ. θεωρ. PG 98,σ 397B). Ὁ ἴδιος ἑρμηνευτής
λέγει πώς τό δισκάριο ἑρμηνεύεται «κύκλος οὐρανοῦ», ὅπου ὁ
Χριστός ἐπιφέρεται», καί μάλιστα ἐμφανίζει, σέ μικρή περιγραφή,
«τόν νοητόν ἥλιον, Χριστόν, ἐν τῷ ἄρτῳ ὁρώμενον». Κατά τόν
Συμεών Θεσσαλονίκης συμβολίζει τόν οὐρανό, «τυποῖ τόν οὐρανόν»,
γι’αὐτό εἶναι καί «κυκλοτερής» καί τήν ὥρα αὐτή «κατέχει τόν τοῦ
οὐρανοῦ Δεσπότην» (Περί τῆς Θ. Λειτ. PG 155).
Ὁ καθηγητής Πανώτης συμπληρώνει ἀναφερόμενος στό
χωρίο τοῦ Ματθαίου, γιά τόν πολλαπλασιασμό τῶν πέντε ἄρτων:
«Ὁ Κύριος ἀφοῦ ἐσήκωσε τά μάτια Του εἰς τόν οὐρανόν καί ἀφοῦ
ἔκοψε τούς ἄρτους, τούς ἔδωκεν εἰς τούς μαθητάς καί οἱ μαθηταί
στά πλήθη τοῦ λαοῦ» (Ματθ. 14,19). Τό ἴδιο ἐπαναλαμβάνουν καί
οἱ λειτουργοί μέ ἕνα μικρότερο σκεῦος (τό δισκάριο) ἀντί κοφινιοῦ
(Ἀριστ. Πανώτης «Τά Δεσποτικά τοῦ Χριστοῦ σκεύη).
Ὁ π. Κων. Καλλίνικος, στό βιβλίο του «Ὁ χριστιανικός ναός
καί τά τελούμενα ἐν αὐτῷ», σημειώνει: Φρικίασις δέ μᾶς
καταλαμβάνει ὅταν ἀναγιγνώσκωμεν, ὅτι κατά τήν ἅλωσιν τῆς
Κωνσταντινουπόλεως οἱ Τοῦρκοι περιΰβριζαν τά ἱερά σύμβολά μας,
ἐν συμποσίοις καθήμενοι καί διαφόρους ὀπώρας ἐκ τῶν ἱερῶν
Δίσκων ἐσθίοντες καί τόν ἄκρατον οἷνον πίνοντες ὑπό τῶν ἱερῶν
κρατήρων (ποτηρίων). Βεβαίως εἰς κρισιμωτάτας δεινάς περιστάσεις
τοῦ Γένους ἦτο δυνατόν τά ἱερά σκεύη νά ἀπαλλοτριωθῶσι τοῦ ναοῦ
των καί νά κοσμοποιηθῶσιν· ἀλλά τοῦτο, ἀφοῦ προηγουμένως
ἀνελύετο εἰς μέταλλον. Καί συνεχίζει ὁ π. Κων. Καλλίνικος:
Ἡ Ἐκκλησία ἦλθεν ἐπίκουρος εἰς ἐπείγουσας ἀνάγκας
ἀπογυμνουμένη τοῦ καλλίστου κόσμου της, διά νά δείξει ὅτι ἐν τῇ
σφαῖρα τοῦ πνεύματος ὑπάρχει τι ἀνώτερον καί αὐτῶν τῶν
Δισκοποτήρων, ἡ αὐτοθυσία δηλαδή ἥν ἀποπνέει ἡ θυσία τοῦ
Σταυροῦ. Ἔτσι ἔπραξε ὁ Ἅγιος Ἀμβρόσιος ὅταν ἀπελευθέρωσε
αἰχμαλώτους ἀπό τούς Γότθους. Ὁ Ἡράκλειος, συνενοῦντος τοῦ
Πατριάρχου Σεργίου, ἀνέλυε τά ἱερά σκεύη ὑπέρ τῶν μαχῶν. Τό 1203
τό ἴδιο ἔκανε ἡ Πολιτεία «διά τήν τῶν Λατίνων ἄμυναν». Ἀλλά καί
ὁ Κων/νος Παλαιολόγος προσέτρεχεν εἰς τό αὐτό θλιβερόν μέσον,
ἀγωνιζόμενος νά ἀνακόψει, πλήν εἰς μάτην, τόν ὑπερχειλίσαντα τοῦ
τουρκικοῦ ὀλέθρου χείμαρρον. Καί ὅπως γράφει ὁ ἱστορικός Φρατζῆς
«καί μή τις ἐγκαλέσει ἡμᾶς ὡς ἱεροσύλους· ἕνεκεν τῆς τοῦ καιροῦ
ἀνάγκης ἐγένετο», ὡς καί ὁ Δαβίδ «πεπονθώς, πεινάσας τούς ἄρτους
τῆς προθέσεως ἔφαγεν, ἅ οὐκ ἔξεστι φαγεῖν εἰ μή τοῖς ἱερεῦσι
μόνοις». Ἀλλά καί στήν ἐθνική παλλιγγενεσία ἡ Ἐκκλησία πάλι
παρέδωσε τά ἱερά σκεύη της πρός εὐόδωσιν τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνα τῆς
ἀπελευθέρωσης.
Καί συνεχίζουμε τήν ἀναφορά μας γιά τά ὑπόλοιπα ἱερά σκεύη.
Η ΛΟΓΧΗ. Λόγχη ὀνομάζεται μικρό τεμάχιο σιδήρου
ἐπιχρυσομένου ἤ ἀσημομένου καί χρησιμεύει γιά τήν ἐξαγωγή τοῦ
Ἁγίου «Ἀμνοῦ», τή νύξη του καί τήν ἐξαγωγή τῶν μερίδων. Εἶναι
δηλαδή ἕνα κοπτικό ὄργανο (μαχαίρι) σέ σχῆμα λόγχης. Ὁ Γερμανός
Κωνσταντινουπόλεως μνημονεύει τήν λόγχη λέγοντας, ὅτι ὁ Χριστός
θυσίασε τό σῶμά Του ἄμωμο «σφαττόμενος τῇ λόγχῃ τήν πλευράν
αὐτοῦ ὡς ἀμνός». Ὁ Σωφρόνιος γράφει: «Τό καινόν σῶμα ὡς ἔκ τινος
κοιλίας καί αἱμάτων καί σαρκός τοῦ παρθενικοῦ σώματος, τοῦ ὅλου
ἄρτου φημί, παρά τοῦ ἱερέως διατέμνεται». Καί ὁ Συμεών
Θεσσαλονίκης γράφει ὅτι ὁ ἱερεύς, ἀφοῦ λάβει ἕναν ἀπό τούς ἄρτους
(πρόσφορο), «σφραγίζει τοῦτον μετά τῆς λόγχης σταυροειδῶς, τό
σωτήριον πάθος ἐξεικονίζων Χριστοῦ». Μετά «ἀνατέμνει ἐν τῇ
σφραγίδι τετραμερῶς τήν προσφοράν καί ἐκ πλαγίου τήν λόγχην
εἰσαγαγών, ἐκφέρει μετά τῆς σφραγῖδος τετραμερῆ ἄρτον καί εἰς τόν
δίσκον αὐτόν ἀποτίθησιν». Ὁ λειτουργός μέ τήν ἁγία λόγχη
τεμαχίζει τόν Ἀμνόν ἀπό τίς τέσσερις πλευρές τῆς σφραγίδος, τόν
ἀποχωρίζει ἀπό τήν προσφορά καί τόν τοποθετεῖ ἐπάνω στό Ἅγιο
Δισκάριο. Ἔτσι ὁ λειτουργός μέ τήν ἁγία λόγχη «γράφει ἐπάνω στόν
Ἀμνό» τό πάθος τοῦ Χριστοῦ. «Τά ὅσα γίνονται ἀπό τόν ἱερέα,
σημειώνει ὁ Καβάσιλας, εἶναι διήγηση ἔμπρακτος τῶν παθῶν καί
τοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ. Στήν ἀκολουθία τῆς Μεγάλης Πέμπτης,
κατά τήν ἔξοδο τοῦ Σταυροῦ, ὁ ἱερεύς λέγει ἐμμελῶς: «Λόγχη
ἐκεντήθη ὁ Υἱός τῆς Παρθένου». Ἡ λόγχη μᾶς ὑπενθυμίζει τή λόγχη
τοῦ στρατιώτη, μέ τήν ὁποία κέντησε τήν πλευρά τοῦ ἐσταυρωμένου
Κυρίου καί ἀπό τήν ὁποία «ἐξῆλθεν αἷμα καί ὕδωρ» (Ἰω. 19,34).
Τό συμβολισμό αὐτό ἐπαναλαμβάνει καί ὁ Γερμανός λέγοντας:
«Ἡ δέ λόγχη, ἀντί τῆς κεντησάσης τήν πλευράν τοῦ Κυρίου» (Μυστ.
θεωρία PG.98.σ 395). Καί ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης γράφει: «Εἶτα διά
τῆς λόγχης, ἐκτυπούσης ἐκείνην, δι’ ἧς ἐτρώθη ὁ Κύριος». Καί ἡ νύξη
στόν «Ἀμνό» τῆς προσφορᾶς συμβολίζει «ὅσα δή εἰς τό σωτήριον
σῶμα τοῦ Σωτῆρος ἐγένετο». Ἡ συνέχεια ὅμως, Θεοῦ θέλοντος,
στο ἑπόμενο κήρυγμα. ΑΜΗΝ!   Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Κυριακή 19 Απριλίου 2026

 

ΑΝΤΙΠΑΣΧΑ Ή ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ


ΚΥΡΙΑΚΗ  19  AΠΡΙΛΙΟΥ  2026

 










 

  Ο εφημέριος του Ναού π. Βασίλειος Φιλιππάκης τέλεσε με ευλάβεια την Θεία Λειτουργία.  

Ολο το εκκλησίασμα  σχεδόν, κρατώντας στα χέρια τους μεγάλοι, μικροί εικόνες και με την Ανάσταση και το Ιερό Ευαγγέλιο ψάλλοντας Χριστός Ανέστη περιήλθαμε  τον γύρο της εκκλησίας.

Και του χρόνου να είμαστε όλοι καλά να ξαναεορτάσομε την Ανάσταση του Κυρίου μας.

 

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ

Παρασκευή 17 Απριλίου 2026

 


 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 15
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ
19-04-2026

Η ΘΕΙΑ ΛΑΤΡΕΙΑ. Ὁ Κύριός μας, ἀδελφοί μου, μετεῖχε στή
λατρεία τοῦ Ἰουδαϊκοῦ λαοῦ καί στή προσευχή τῆς Συναγωγῆς. Ὁ ἴδιος
προσευχήθηκε στόν Πατέρα Του (Λουκ. 6,12) καί δίδαξε τούς μαθητές
Του πῶς νά προσεύχονται (Ματθ. 5, 44 καί 6, 5-8 κ.ἄ.). Παρέδωσε,
ἐπίσης, τά ἱερά μυστήρια κατά τό Μυστικό Δεῖπνο (Μάρκ. 14, 22-24,
Λουκ. 22, 17-20, Α΄ Κορ.11, 23-25), ἔδωσε παραγγελία στούς Ἀποστόλους
νά βαπτίζουν τούς πιστεύοντες (Ματθ. 28,19).
Τίς πρῶτες πληροφορίες γιά τή χριστιανική λατρεία μᾶς
προσφέρουν τά κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης. Μάλιστα ὁ Ἀπόστολος
Παῦλος μαρτυρεῖ: «παρέλαβον ὅ καί παρέδωκα ὑμῖν...» (Α΄ Κορ. 19,23).
Ἡ παράδοση τοῦ Κυρίου καί τῶν Ἀποστόλων ἦταν τό σπέρμα καί ἡ
ζύμη ἀπό τήν ὁποία προῆλθαν οἱ θαυμαστές καί ποικίλες λειτουργικές
πτυχές τῆς θείας Λατρείας, ὅπως αὐτές ἐμφανίζονται μετά τήν
κατάπαυση τῶν διωγμῶν. Ἡ εἰκονομαχία, ἡ τουρκοκρατία ἔχουν
σοβαρές ἐπιπτώσεις στή Θεία Λατρεία. Ἐν τούτοις, τό ὑπόδουλο Γένος
μέ τή βαθιά του πίστη καταφέρνει καί ἀνθίσταται στίς ποικίλες
ἀντιξοότητες.
Σήμερα ἡ ὀρθόδοξη λατρεία συνεχίζει τόν παραδοσιακό δρόμο
της.
Τί εἶναι λατρεία; Λατρεία εἶναι ἡ ἐξωτερική καί ὁρατή ἐκδήλωση
τῆς εὐλάβειας, ἀλλά καί τῶν θρησκευτικῶν τοῦ ἀνθρώπου
συναισθημάτων, σέ τόπο καί χρόνο ὁρισμένο, μέ τυπικές διατάξεις ὑπό
τή χρήση ὁρισμένων ὑλικῶν στοιχείων, ἀκόμη μάλιστα ἱερῶν
συμβόλων, λειτουργικῶν πράξεων καί ἀκολουθιῶν, ἀλλά καί
Μυστηριακῶν τελετῶν. Ἡ Θεία Λατρεία ἀνήκει στήν οὐσία τῆς
θρησκείας, γιατί ἀπορρέει – πηγάζει ἀπό τό θεμελιῶδες θρησκευτικό
τοῦ ἀνθρώπου βίωμα. Πάντοτε ἡ ἀνθρώπινη ψυχή στρέφεται πρός τόν
Πανάγαθο Θεό, ὅπως τά ἄνθη στρέφονται πρός τό ζωογόνο ἥλιο, γιατί
ὁ Θεός εἶναι τό ὕψιστο ἀγαθό, εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς καί τῆς εὐτυχίας.
Ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος ἔγραφε: «Διά Σέ, ὦ Θεέ μου, μᾶς ἔπλασες καί
εἶναι ἀνήσυχος ἡ καρδία μας, μέχρις ὅτου ἀναπαυθῆ εἰς Σέ».
Ὁ χριστιανός λατρεύει τό Θεό του ἀπό εὐγνωμοσύνη, γιατί τοῦ χαρίζει
τή ζωή Του. Ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς γράφει χαρακτηριστικά:
«Ὁλόκληρη ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι μιά διαρκής λειτουργία καί
λατρεία τοῦ Θεοῦ καί γι’αὐτό κάθε μέρα στήν Ἐκκλησία εἶναι μιά
γιορτή.
Ὁ χαρακτήρας τῆς Ὀρθόδοξης λατρείας μας εἶναι:
Πρῶτον, τριαδικός, γιατί κέντρο αὐτῆς εἶναι ἡ «τρισυπόστατος
θεότης. Ὁ Πατήρ, ὁ Υἱός καί τό Ἅγιον Πνεῦμα». «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος,
Κύριος Σαβαώθ» ὑμνεῖ καί δοξάζει ἡ Ἐκκλησία μας.
Δεύτερον, εἶναι ὑπερκόσμιος, εἶναι οὐράνιος, εἶναι «ἐνώπιον τοῦ
καθημένου ἐπί τοῦ θρόνου» (Ἀποκ. 4,10), «τοῦ Ἀρνίου τοῦ ἑστηκότος ὡς
ἐσφαγμένου» (Ἀποκ. 5,6). «Πᾶσα πνοή αἰνεῖ τόν Κύριον» (Ψαλμ. 150,6).
Γῆ καί οὐρανός, ἄγγελοι καί ἄνθρωποι συνάπτονται σέ ἕνα. Ὁ κόσμος
μεταμορφώνεται σέ «καινή κτίσιν» (Β΄ Κορ. 5, 17, Γαλ. 6, 15).
Τρίτον, εἶναι δοξολογικός: Τά πάντα στή θεία Λατρεία,
ἀποβλέπουν στή δόξα τοῦ Θεοῦ. «Πλήρης ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ τῆς δόξης
σου». «Καί σοί τήν δόξαν ἀναπέμπομεν».
Τέταρτον, εἶναι μυστηριακός: Τά πάντα στό Χριστό εἶναι
μυστήριο. Ἡ Θεία Λειτουργία, τό μυστήριο τῶν μυστηρίων, κατά τό
ὁποῖο «σιγᾶ πᾶσα σάρξ βροτεία καί ἵσταται μετά φόβου καί τρόμου».
Πέμπτον, εἶναι μυσταγωγικός: Ἐξυψώνει τόν πιστό ἀπό τά
ἐπίγεια στά οὐράνια, ἀπό τά ὑλικά στά πνευματικά. «Ἄνω σχῶμεν τάς
καρδίας». «Πᾶσαν τήν βιοτικήν ἀποθώμεθα μέριμναν».
Ἕκτον, εἶναι ὁμαδικός: Ἡ λειτουργική πράξη προσφέρεται
ἐκ μέρους ὅλων ἐκείνων πού συμμετέχουν στή Θεία Λειτουργία.
Οἱ προσευχές προσφέρονται σέ πληθυντικό ἀριθμό. «Ἔτι προσφέρομέν
Σοι τήν λογικήν καί ἀναίμακτον λατρείαν καί παρακαλοῦμεν Σε καί
δεόμεθα καί ἱκετεύομεν» (Τύπος καί συμβ. π. Γ. Μεντιδάκη).
ΤΑ ΙΕΡΑ ΣΚΕΥΗ. Ἱερά Σκεύη ὀνομάζονται, ἐκεῖνα πού
χρησιμεύουν γιά τήν τέλεση τῆς θείας Εὐχαριστίας, τῶν λοιπῶν
Μυστηρίων καί γιά ὁποιαδήποτε ἄλλη ἱεροπραξία. Δέν ὑπάρχει πιό
ἱερό πράγμα γιά τούς χριστιανούς, ἀπό τά ἅγια Δισκοπότηρα, γιατί
ἄμεσα ὑπουργοῦν στό Ἱερώτατο Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας.
Αὐτό πού κάνει τά ἱερά σκεύη νά εἶναι τίμια καί φρικτά δέν εἶναι ἡ
πολύτιμη ὕλη ἀπό τήν ὁποία κατασκευάσθηκαν, ἀλλά τό Πανάγιο
Πνεῦμα πού τά καθαγίασε (Ε.Π.Ε. 21,74).
ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΟΤΗΡΙΟ. Τό Ἅγιο Ποτήριο εἶναι «μετάλλινον, ἰδίᾳ
ἀργυροῦν ἤ χρυσοῦν, περιλαμβάνον τόν καθαγιασμένον ἐν τῇ θεία
εὐχαριστίᾳ ἄρτον καί οἶνον». Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφει: «Τοῦτο τό
ποτήριον ἡ Καινή Διαθήκη ἐστίν ἐν τῷ ἐμῷ αἵματι» (Α΄Κορ. 11,25).
Ἀλλά καί ποτήριο Κυρίου τό καλεῖ ὅταν λέγει: «Οὐ δύνασθε ποτήριον
Κυρίου πίνειν καί ποτήριον δαιμονίων» (Α΄Κορ. 10, 16-21). Ὁ Μέγας
Ἀθανάσιος τό ὀνομάζει «ποτήριον τό μυστικόν». Ὁ ὅρος «ποτήριον»
ἔχει καί μεταφορική ἔννοια καί σημαίνει τή θλίψη, τήν πικρία.
«Παρελθέτω ἀπ’ἐμοῦ τό ποτήριον τοῦτο», λέγει ὁ Κύριος στόν κῆπο
τῆς ἀγωνίας (Ματθ. 26,39). Στήν ἀρχαία Ἐκκλησία καί μάλιστα στούς
χρόνους τῶν διωγμῶν, χρησιμοποιήθηκαν γυάλινα ποτήρια(Ἐπιφανίου
κατ’ αἱρέσεων), ἀλλά καί ξύλινα. Ἀργότερα, ὅταν ἡ Ἐκκλησία ἦταν
ἐλεύθερη, λαμπρή καί ἔνδοξη, χρησιμοποιήθηκαν ὁ χρυσός καί τό
ἀσήμι μέ πολύτιμους λίθους. Μέ αὐτά γίνεται ἡ μετάγγιση τῆς θείας
φύσεως στήν ἀνθρώπινη ἀδυναμία, σημειώνει ὁ π. Κων. Καλλίνικος.
Τό ἅγιο Ποτήριο ἔχει σχῆμα κρατῆρος (ἡμισφαιρικό) μέ βάση.
«Ἐπαίρουσιν οἱ διάκονοι τούς δίσκους καί τούς κρατήρας», ἀναφέρει ἡ
Θ.Λειτουργία τοῦ Ἰακώβου. Τό ἅγιο Ποτήριο συμβολίζει τό ποτήριο πού
χρησιμοποίησεν ὁ Κύριος κατά τήν τέλεση τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου: «Καί
λαβών τό ποτήριον καί εὐχαριστήσας ἔδωκεν αὐτοῖς λέγων: «Πίετε ἐξ
αὐτοῦ πάντες, τοῦτό ἐστι τό αἷμά μου, τό τῆς Καινῆς Διαθήκης, τό περί
πολλῶν ἐκχυνόμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν» (Ματθ. 26, 27-28).
Ὁ Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως λέγει: «τό δέ ποτήριόν ἐστιν
ἀντί τοῦ σκεύους, ὅ ἐδέξατο τό ἐκχυθέν αἷμα τῆς κεντηθείσης
ἀχράντου πλευρᾶς καί χειρῶν καί ποδῶν τοῦ Χριστοῦ τό ἀπομύρισμα»
(PG 98.6.400). «Κρατῆρες ἑρμηνεύονται καί οἱ μαστοί τῆς Θεοτόκου,
ρύσιον εὐφροσύνης ποτήριον καί φυλακτήριον παντός γένους
βροτείου». Πρίν ἀπό τό σημεῖο αὐτό, ὁ Γερμανός παρατηρεῖ καί
ἐπεξηγεῖ ἀναφερόμενος «εἰς τό τῆς Προθέσεως», ὅτι ὁ οἶνος καί τό
ποτήριο «κυρίως καί ἀληθῶς» γίνονται, πρός μίμηση τοῦ Μυστικοῦ
ἐκείνου Δείπνου, «ἐν ᾧ ὁ Χριστός ἔλαβεν ἄρτον καί οἶνον καί εἶπε:
«Λάβετε φάγετε καί πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες»· ἀποκαλύπτοντας ὅτι
«κοινωνούς ἡμᾶς ἐποίησε τοῦ θανάτου καί τῆς ἀναστάσεως καί τῆς
δόξης αὐτοῦ». Ἡ φράση «τό ποτήριόν σου μεθύσκον με» σημαίνει
«τήν ἀθάνατον πόσιν τοῦ θείου αἵματος.
Θά συνεχίσουμε ὅμως, μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, στό ἑπόμενο
κήρυγμα. ΑΜΗΝ!  Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου