ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 41
ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΟΥ ΛΟΥΚΑ
18-10-2026
Συνεχίζεται, ἀδελφοί μου, ἡ ἀναφορά στά ἀρχιερατικά ἄμφια τοῦ
Ἐπισκόπου:
Ο ΕΓΚΟΛΠΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ: Ὁ Σταυρός κυριαρχεῖ ἀπό τήν ἵδρυση
τοῦ χριστιανισμοῦ καί εἶναι ἡ δόξα καί ὁ θρόνος τοῦ Θεανθρώπου.
«Σταυρωθέντα τε ὑπέρ ἡμῶν καί διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν»,
ἀναφωνεῖ τό «Σύμβολο τῆς πίστεώς» μας. Ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης
ἀναφέρει ὅτι «ἐν τούτῳ δέ τῷ σταυρῷ καί Παῦλος καυχᾶται, καί
πάντες ἅγιοι, οὐ νοητῶς μόνον, ἀλλά καί αἰσθητῶς αὐτόν τιμῶντες καί
ἁσπαζόμενοι». Ὁ Σταυρός κρέμεται ἀπό τόν λαιμό τοῦ Ἐπισκόπου.
Σταυρό παρέχει ὁ Ἐπίσκοπος καί στούς ἀξιωματούχους ἱερεῖς τούς
ὁποίους κάι χειροθετεῖ μέ εἰδική εὐχή. Ὁ Γερμανός
Κωνσταντινουπόλεως λέγει πῶς ὁ Σταυρός εἶναι σύμβολο
κακοπάθειας. Καί παρατηρεῖ, ὅτι ὅσοι θέλουν νά ζήσουν «κατά
Χριστόν, ἐπί τῶν ὤμων αἴρουσι τόν σταυρόν αὐτοῦ, ὅ ἐστίν ἡ
κακοπάθεια». Ἐπίσης, ὁ σταυρός δηλώνει τήν αὐταπάρνηση, σύμφωνα
μέ τούς λόγους τοῦ Κυρίου, πού λέγει: «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου
ἔρχεσθαι, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καθ’
ἡμέραν καί ἀκολουθείτω μοι» (Μάρκ. 8,34). Ἐδῶ τό «λαμβάνω ἤ αἴρω ἤ
βαστάζω τόν σταυρόν» ἔχει μεταφορική ἔννοια καί ἀναφέρεται στά
ἑκούσια παθήματα. Ἐπίσης, ὁ Σταυρός εἶναι καί ὁμολογία πίστεως.
Ὁ Συμεών γράφει: «Ὁ Σταυρός εἶναι τό τρόπαιον, ἐν ᾧ καί νικῶμεν, καί
στηριζόμεθα, καί ὁδηγούμεθα, καί ποιμαινόμεθα, καί σφραγιζόμεθα,
καί παιδαγωγούμεθα, καί ἑλκόμεθα εἰς τόν Χριστόν, τά πάθη
νεκροῦντες, καί τούς πολεμίους διώκομεν καί πάντοτε φυλαττόμεθα».
ΤΟ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ. Τό ἐγκόλπιο, τό ὁποῖο φέρει ὁ ἀρχιερέας ἐπί τοῦ
στήθους του ἔχει ἀρχαία προέλευση. Ἔχει προϊστορία, γιατί, τόσο στήν
ἀρχαιότητα, ὅσο καί στούς Ἑβραίους, γίνεται λόγος γιά τά λεγόμενα
«φυλακτά». Ὁ ἀρχιερέας στήν Παλαιά Διαθήκη ἔχει ὡς ἄμφιό του
τό λεγόμενο «λογεῖον» (Ἔξοδ. 28,22), πού εἶναι ἀντίστοιχο τοῦ
ἀρχιερατικοῦ ἐγκολπίου. Ὁ ἀείμνηστος καθηγητής Δ. Δημητράκος
σημειώνει: «Ἀρχιερατικόν ἐγκόλπιον σημαίνει τό ὑπό τῶν ἀρχιερέων
φερόμενον ἐπιστήθιον, ἐξαρτώμενον ἐκ τοῦ τραχήλου, διά χρυσῆς
ἁλύσεως καί εἰκονίζον τόν Ἰησοῦν Χριστόν, ὡς ἐπίσημον διακριτικόν
τῆς ἀρχιερατικῆς των ἐξουσίας». Γενικά, τό ἀρχιερατικό ἐγκόλπιο
ὀφείλει τήν ἀρχή του στήν ἀρχαῖα συνήθεια τῶν πρώτων χριστιανῶν
νά φέρουν φυλακτά καί ἀπό αὐτή προέρχεται. Στήν ἀρχή τό σχῆμα του
ἦταν τετράγωνο ἤ στρογγυλό καί περιεῖχε Τίμιο Ξύλο ἤ Ἱερά Λείψανα.
Τελικά ἐπικράτησε τό ὠοειδές σχῆμα μέ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ,
τῆς Παναγίας. Ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης γράφει πώς τό ἐγκόλπιο
συμβολίζει τήν σφραγίδα κάι τήν ὁμολογία πίστεως τοῦ ἀρχιερέως καί
ἡ ὁμολογία αὐτή πρέπει νά εἶναι ἀπό τήν καρδιά του. «Καί ἡ σφραγίς
δέ καί ὁμολογία τῆς πίστεως ἐν τῷ τοῦ ἀρχιερέως στήθει ἐκρεμαμένη
διά σταυρίου ἤ ἐγκολπίου τινός. Καί τοῦτο γάρ ἐν τῷ στῂθει διά τήν
ἐκ καρδίας ὁμολογίαν» (PG 155. σ. 257 Ἄπαντα). Ὁ ἀρχιερέας φέρει τό
ἐγκόλπιο μέ τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, γιά νά θυμᾶται τόν λόγο τοῦ
Ἀποστόλου Παύλου: «ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζεῖ δέ ἐν ἐμοί Χριστός»
(Γαλ. 2,20). Φρονοῦμε ταπεινῶς ὅτι πρέπει νά γίνει καί μία ἀναφορά
γιά τήν ἐξωτερική ἐνδυμασία τῶν Κληρικῶν. Αὐτή τήν διακοσμεῖ καί
τήν ἐξωραΐζει τό μαῦρο ράσο. Ἀποτελεῖται ἀπό δύο ἐνδύματα, τό
ἀντερί ἤ ζωστικό καί αὐτό περισκεπάζεται ἀπό τό ἐξωτερικό ράσο, τό
ὁποῖο εἶναι φαρδύτερο. Ὅταν ἀνοίξει τά χέρια του ὁ Κληρικός, σέ
ἔκταση, τότε διαζωγραφίζεται ἡ εἰκόνα τοῦ Σταυροῦ τοῦ Κυρίου. Ὁ
ὀρθόδοξος κληρικός, αὐτός ὁ «ἀφωρισμένος (ξεδιαλεγμένος) εἰς
Εὐαγγέλιον Θεοῦ» κατά τόν Παῦλο, φέρει μέ ὑπερηφάνια καί καμάρι
τό τιμημένο ράσο, αὐτή τή δεύτερη σημαία τοῦ ἔθνους μας. Γνωρίζει
ὅτι τό φόρεσαν ἄξιοι κληρικοί μέ αὐταπάρνηση καί ἔνθεο βίο. Ἡ λέξη
προέρχεται ἀπό τό λατινικό «rasum» (ράσουμ) πού σημαίνει τό λεῖο,
τό μεταξωτό. Πρόκειται ὁμολογουμένως περί ἐπιβλητικοῦ καί
θεαματικοῦ ἐνδύματος. Ἀπό τόν 4ο αἰῶνα μέ τήν ἐπίδραση τοῦ
μοναχισμοῦ στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἀρχίζει καί ἡ ἐνδυμασία τοῦ ἱεροῦ
κλήρου. Τό ράσο εἶναι σύμβολο ταπεινότητος. Ἀντιπροσωπεύει τήν
λιτότητα καί τήν ἀπομάκρυνση ἀπό τήν κοσμική ματαιοδοξία. Τό
μαῦρο ράσο συμβολίζει τόν θάνατο τῆς παλαιᾶς ζωῆς, παραπέμπει
στό πένθος γιά τίς ἁμαρτίες καί ὑπενθυμίζει τόν γενναῖο ἀγῶνα
ἔναντι στά πάθη. Ὁ κληρικός φορῶντας τό ράσο ἀγάλλεται καί
χαίρεται γιά τήν ἱερατική του βασιλεία, διότι γνωρίζει ὅτι αὐτό
λειτουργεῖ ὡς ἀσπίδα προστασίας, διασφαλίζοντας τήν Ἱερωσύνη καί
τήν παράδοση. Τό ράσο εἶναι μιά ἐξωτερική ὁμολογία τῆς ἐσωτερικῆς
πίστης καί ὑποδηλώνει τήν αὐτοθυσία καί ἀφοσίωση στήν Ἐκκλησία.
Ὑπενθυμίζει στόν κληρικό καί μοναχό ὅτι συνεσταυρώθηκε μέ τόν
Χριστό καί ὀφείλει νά ἀγωνισθεῖ καί νά συνανυψωθεῖ καί νά ἀναφανεῖ
κληρονόμος τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Ἕνας ἱερέας ρώτησε τόν
Ἅγιο Παΐσιο: Γέροντα, λένε, «Μήπως τό ράσο κάνει τόν παπᾶ».
Πρόσεξε, τοῦ λέγει ὁ ἅγιος, ἔχομε δύο ἐλιές πού ἡ μία ἔχει φύλλα καί ἡ
ἄλλη δέν ἔχει. Ποιά ἀπό τίς δύο σοῦ ἀρέσει; Στό καλύβι μου μιά φορά
ξεφλούδισα τόν κορμό μιᾶς ἐλιᾶς πού ἦταν στήν αὐλή καί ἔγραψα:
«Τά δένδρα πέταξαν τήν στολή τους, θά δοῦμε τήν προκοπή τους!...»
καί δίπλα ἔγραψα: «Παπᾶς ἀράσωτος, ἄρα ἄσωτος». Ἐκεῖνο τόν καιρό
συζητοῦσαν πολύ τό θέμα νά μήν φοροῦν οἱ ἱερεῖς ράσα.
Ὁ φλογερός ἐπίσκοπος Φλωρίνης ἀείμνηστος Αὐγουστῖνος Καντιώτης
ἔλεγε: «Ἡ Ἐκκλησία μας στίς μέρες τῆς δοκιμασίας πού ζοῦμε ἔχει
ἀνάγκη ἀπό ἁγίους καί ἐμπνευσμένους κληρικούς, πού θά φορέσουν
καί θά τιμήσουν τό τιμημένο ράσο καί θά τό κάνουν λάβαρο τῶν πιό
ὡραίων ἀγώνων γιά τή θρησκευτική, ἠθική καί ἐθνική ἀναγέννηση τοῦ
Γένους μας. Καί στούς δικούς μας χρόνους σέ μή χριστιανικά κράτη
ἀπαγορεύουν τήν ἐμφάνιση τῶν ὀρθοδόξων κληρικῶν μέ τό ράσο.
Στήν Τουρκία, λόγου χάρη, ὕστερα ἀπό τή μικρασιατική καταστροφή
τό 1922, ἀπαγορεύτηκε τό ράσο πλήν τοῦ Πατριάρχου. Μέ τόν τρόπο
αὐτό οἱ Τοῦρκοι φανερώνουν τήν ἄρνησή τους πρός τόν ὀρθόδοξο
ἑλληνικό κλῆρο, καθώς γνωρίζουν πολύ καλά πώς ὁ κλῆρος ἦταν
ἐκεῖνος πού διατήρησε τετρακόσια χρόνια καί δέν ἄφησε νά πεθάνει ἡ
ἐθνική συνείδηση». Νά συμπληρώσωμε καί γιά τό καλυμμαύχι. Αὐτό
καλύπτει τήν κεφαλή τοῦ κληρικοῦ, παλαιότερα καί τοῦ αὐχένα, ἀπό
ἐδῶ πῆρε καί τό ὄνομά του. Εἶναι κυλινδρικό μέ γωνιώδη γεῖσο γιά τούς
κληρικούς, ἐνῶ γιά τούς μοναχούς εἶναι πιό χαμηλό καί χωρίς γωνίες
καί γεῖσο καί λέγεται καλουπάκι. Τό ἐπιρριπτάριο εἶναι μαῦρο
ὕφασμα καί τοποθετεῖται πάνω ἀπό τό καλυμμαύχι. Γι’ αὐτό καί
λέγεται κάι ἐπανωκαλύμμαυχο. Τό φοροῦν ὁ ἐπίσκοπος, οἱ
ἱερομόναχοι καί οἱ μοναχοί (κουκούλι). Συμβολίζει τήν μοναχική
ὑπακοή, τήν ταπεινοφροσύνη καί τήν ἀφιέρωση στήν Ἐκκλησία.
Χριστιανοί μου,
μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ φέραμε εἰς πέρας τήν ἑνότητα «Τά ἄμφια
τῶν κληρικῶν». Προσευχή μας στόν Κύριο, ὅπως καθιστᾶ τούς
κληρικούς μας ἀξίους τῆς ἀποστολῆς τους. ΑΜΗΝ!
Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου








