Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2026

 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 43
ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ΛΟΥΚΑ
01-11-2026
Συνεχίζεται, ἀδελφοί μου, ἡ ἀναφορά μας

 στά λειτουργικά βιβλία  τῆς Ἐκκλησίας μας.

ΤΟ ΠΡΟΦΗΤΟΛΟΓΙΟ. Αὐτό περιέχει τίς περικοπές τῶν βιβλίων
τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης πού διαβάζονται στίς Ἐκκλησίες. Ἡ Παλαιά
Διαθήκη προετοιμάζει τούς πιστούς, γιά τή σωτηρία πού ἔφερε ὁ Χριστός
στόν κόσμο. Τό περιεχόμενο αὐτοῦ τοῦ βιβλίου ἔχει συγχωνευθεῖ στά
ἄλλα λειτουργικά βιβλία (Μηναῖα, Τριῴδιο, Πεντηκοστάριο), γιά
διευκόλυνση τῶν ἀναγνωστῶν καί δέν ἐκδίδεται αὐτοτελῶς.
Συγκεκριμένα, στούς ἑσπερινούς τῶν ἑορτῶν διαβάζονται τρία
Παλαιοδιαθηκικά ἀναγνώσματα καί στούς ἑσπερινούς τῶν καθημερινῶν
τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς δύο (Γένεση – Παροιμίαι). Κατά τή Μεγάλη
Ἑβδομάδα διαβάζονται ἀπό τά βιβλία τῆς Ἐξόδου, τοῦ Ἰώβ καί τοῦ
Ἰεζεκιήλ. Στούς ἑσπερινούς τῶν μεγάλων ἑορτῶν Πάσχα, Χριστουγέννων
καί Θεοφανείων ἀναγιγνώσκονται περισσότερες καί ἐκτενέστερες
περικοπές γιά προπαρασκευή τῆς ἑορτῆς.
ΤΟ ΨΑΛΤΗΡΙΟ. Αὐτό τό σπουδαῖο βιβλίο περιέχει 150 Ψαλμούς,
οἱ περισσότεροι τῶν ὁποίων εἶναι τοῦ προφητάνακτος Δαβίδ ἀπό τήν
ἐποχή τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Αὐτό τό βιβλίο στά δύσκολα χρόνια τῆς
Τουρκοκρατίας ἦταν ἡ παιδεία τῶν ἑλληνοπαίδων. Γιά τήν λειτουργική
χρήση τό βιβλίο αὐτό διαιρεῖται σέ εἴκοσι τμήματα (καθίσματα). Κάθε
κάθισμα ἔχει τρεῖς στάσεις καί κάθε στάση περιλαμβάνει 1 - 5 Ψαλμούς.
Στήν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου στιχολογοῦνται δύο καθίσματα καί στόν
ἑσπερινό ἕνα. Τό Ψαλτήριο ἀποτελεῖ τό κέντρο ὅλων τῶν Ἀκολουθιῶν,
λόγῳ τοῦ κατανυκτικοῦ καί προσευχητικοῦ του περιεχομένου. Σέ αὐτό
τό βιβλίο περιέχονται καί οἱ ἐννέα βιβλικές ᾠδές, πού ἀποτελοῦν
δομικό στοιχεῖο τοῦ Ὄρθρου (Στοιχεῖα Λειτουργικῆς, Α΄Λυκείου).
Οἱ περισσότεροι πνευματικοί τό προτείνουν στά πνευματικά τους παιδιά
νά διαβάζουν ἀπό λίγο κάθε ἡμέρα, γιά πνευματική τους ἐνίσχυση. Τό
πρέπον γιά τούς πιστούς εἶναι νά τό διαβάζουν ἀπό τό πρωτότυπο
κείμενο καί ἀπό τή μετάφραση γιά τήν κατανόησή του.
ΤΟ ΕΥΧΟΛΟΓΙΟ. Αὐτό τό λειτουργικό βιβλίο περιέχει τή συλλογή
ὅλων τῶν εὐχολογικῶν κειμένων τῆς Θείας Λατρείας, τῶν λειτουργιῶν
δηλαδή, τῶν ἀκολουθιῶν τῶν μυστηρίων καί τῶν ἱερῶν τελετῶν, ὅπως
π.χ. τῶν ἐγκαινίων τῶν ναῶν καί πολλῶν ἄλλων, καθώς καί τίς
περιστατικές λεγόμενες εὐχές, ὅπως τῆς ἀνομβρίας, τῆς σπορᾶς κ.ἄ.. Στά
κείμενά του διατυπώνεται ἄριστα ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας στόν Τριαδικό
Θεό. Τό Εὐχολόγιο στήν ὁλότητά του ὀνομάζεται Μέγα Εὐχολόγιο. Τό
παλαιό Ἁγιασματάριο, μέ λιγότερες εὐχές, ἐμπλουτίστηκε μέ νέες εὐχές
καί ἀκολουθίες καί ὀνομάζεται Μικρό Εὐχολόγιο. Γιά πρακτικούς λόγους
τό Μέγα Εὐχολόγιο διαιρέθηκε σέ μικρότερες συλλογές πρός διευκόλυνση
τῶν λειτουργῶν ἀνάλογα μέ τόν ἱερατικό τους βαθμό. Ἔτσι προέκυψε:
α) Τό Διακονικό γιά τούς διακόνους, πού περιέχει ὅσα λέγει ὁ διάκονος
κατά τήν Θεία Λειτουργία καί τίς λοιπές ἀκολουθίες. β) Τό Ἱερατικό.
Σέ αὐτό περιέχονται οἱ τρεῖς βυζαντινές λειτουργίες, ὁ ὄρθρος, ὁ
ἑσπερινός, οἱ εὐχές τῆς γονυκλισίας τῆς Πεντηκοστῆς, ἡ ἀκολουθία τοῦ
Μεγάλου ἁγιασμοῦ καί ἄλλα συναφῆ, ὅσες δηλαδή ἀκολουθίες τελεῖ
ὁ ἱερέας στό ναό, κυρίως σέ σύνδεσμο μέ τή Θεία Λειτουργία.
γ) Τό Ἀρχιερατικό ἤ Τακτικό. Αὐτό περιέχει τίς λειτουργίες, τίς
χειροτονίες καί ἄλλες ἀκολουθίες καί εὐχές χρησιμοποιούμενες ἀπό τόν
Ἀρχιερέα. Πρῶτο τέτοιο δεῖγμα Ἀρχιερατικοῦ ἔχουμε τό εὐχολόγιο τοῦ
Σεραπίωνα τόν 4ο αἰῶνα. Ἄλλα λειτουργικά βιβλία, προερχόμενα ἀπό τό
Μέγα Εὐχολόγιο, γιά τόν ἱερέα εἶναι καί οἱ μικρότερες ἐξ ἀπόψεως
περιεχομένου ἐκδόσεις, ὅπως ἡ ἀκολουθία τοῦ Βαπτίσματος, τοῦ Γάμου,
τῆς Νεκρωσίμου ἀκολουθίας, ἐπίσημες Δοξολογίες κ.ἄ..
ΤΟ ΩΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟ ΜΕΓΑ. Τό βιβλίο «τῶν ὡρῶν», δηλαδή τῶν
ἀκολουθιῶν τοῦ νυχθημέρου, πού μέ τήν εὐρύτερη ἔννοια ὅλες
ὀνομάζονται ὧρες (ἐννοεῖται προσευχῆς). Τό πρῶτο σωζόμενο ὡρολόγιο
εἶναι στόν κώδικα τῆς Μονῆς Σινᾶ τόν 9ο αἰῶνα. Στό βιβλίο τοῦ
Ὡρολογίου περιέχονται οἱ ἀκολουθίες τοῦ Ἑσπερινοῦ, τοῦ Ἀποδείπνου,
τοῦ Μεσονυκτικοῦ, τοῦ Ὄρθρου καί οἱ Ὧρες Α΄, Γ΄, ΣΤ΄, Θ΄. Περιέχονται,
ἐπίσης, τά Ἀπολυτίκια καί Κοντάκια τῶν ἀκινήτων ἑορτῶν, τοῦ Τριῳδίου,
τοῦ Πεντηκοσταρίου, τά ἀναστάσιμα Ἀπολυτίκια, τά Θεοτοκία καί οἱ
Ὑπακοές τῆς Ὀκτωήχου. Στό βιβλίο τοῦ Ὧρολογίου περιέχονται ἀκόμα ἡ
ἀκολουθία τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου μέ τούς Χαιρετισμούς στήν Ὑπεραγία
Θεοτόκο, οἱ δύο Παρακλητικοί Κανόνες πρός τιμήν Της, ἡ ἀκολουθία τῆς
Θείας Μεταλήψεως, ὁ ἱκετήριος κανόνας στόν Ἰησοῦ Χριστό, στόν
Ἄγγελο, οἱ 24 οἶκοι στήν Ἁγία Τριάδα, στόν Τίμιο Σταυρό καί ἄλλες
ἀκολουθίες. Τέλος, περιέχει τό Σύμβολο τῆς Πίστεως, τήν σύνοψη ἱερῶν
κανόνων ὡς καί παράγγελμα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου πρός τόν ἱερέα,
τίς ἡμερομηνίες τῆς μνήμης τῶν Ἁγίων καθώς καί τά Πασχάλια.
Η ΟΚΤΩΗΧΟΣ. Αὐτό εἶναι ὑμνολογικό βιβλίο πού περιέχει τά
τροπάρια, στιχηρά, κανόνες κ.λ.π. τῶν Κυριακῶν κατά τούς ὀκτώ ἤχους.
Ὀκτώ δηλαδή ἀναστάσιμες ἀκολουθίες (μικρός ἑσπερινός, μέγας
ἑσπερινός, κανόνας μεσονυκτικοῦ, ὄρθρος, μακαρισμοί), πού εἶναι
συντεθειμένες κατά τούς ὀκτώ ἤχους τῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς καί
ἀνακυκλοῦνται κάθε ἔτος, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τήν πρώτη Κυριακή
μετά τό Πάσχα (τοῦ Θωμᾶ). Παράλληλα μέ τήν διαδοχή τῶν ἤχων βαίνει
καί ἡ σειρά τῶν ἕνδεκα ἀναστασίμων ἑωθινῶν Εὐαγγελίων τοῦ ὄρθρου
τῶν Κυριακῶν. Περιέχονται, ἐπίσης, τά ἕνδεκα ἐξαποστειλάρια, ποίημα
Κωνσταντίνου Ζ΄ τοῦ Πορφυρογεννήτου, καί τά ἕνδεκα ἑωθινά
Δοξαστικά, ποίημα Λέοντος ΣΤ΄ τοῦ σοφοῦ. Ἡ σύνθεση τῆς Ὀκτωήχου
ἀποδίδεται στόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό (Η΄αἰώνας). Ὑπάρχουν,
ὅμως, καί παλαιότεροι ἤ νεώτεροι, ἀνώνυμοι ἤ ἐπώνυμοι, ὅπως τοῦ
Μητροφάνους Σμύρνης κ.ἄ.. Ἡ Ὀκτώηχος, μαζί μέ τό Ψαλτήριο, κατά τήν
περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, χρησίμευαν ὡς διδακτικά βιβλία γιά τήν
ἐκμάθηνση τῆς ἀνάγνωσης. Πρῶτος συντάκτης τῆς Ὀκτωήχου
ἀναφέρεται ὁ Σεβῆρος Ἀντιοχείας [Ε΄- ΣΤ΄ αιῶνας] (καθηγητής
Ἰω. Φουντούλης). ἤ Η ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΗ. Ὑμνολογικό καί αὐτό βιβλίο πού
περιέχει τήν Ὀκτώηχο, τήν ἀκολουθία δηλαδή τῶν Κυριακῶν διευρημένη
γιά ὁλόκληρη τήν ἑβδομάδα, πάλι κατά τούς ὀκτώ ἤχους. Οἱ ἡμέρες τῆς
ἑβδομάδας εἶναι ἀφιερωμένες ὡς ἑξῆς: Ἡ Δευτέρα στούς Ἀγγέλους μέ
τούς κατάλληλους ὕμνους, ἡ Τρίτη στόν Τίμιο Πρόδρομο, ἡ Τετάρτη καί ἡ
Παρασκευή στόν Τίμιο Σταυρό τοῦ Κυρίου, ἡ Πέμπτη στούς Ἀποστόλους
καί τόν Ἅγιο Νικόλαο καί τό Σάββατο στούς Μάρτυρες καί στούς
κεκοιμημένους. Καί αὐτές οἱ κατά τούς ὀκτώ ἤχους ὅμοιες ἀκολουθίες
ἀνακυκλοῦνται καθ’ ὅλον τό ἔτος καί ψάλλονται κατά τόν ἑσπερινό καί
τόν ὄρθρο, ὅταν δέν εἶναι ἑορτή ἤ μνήμη ἑορταζομένου Ἁγίου. Τίς λοιπές
ἡμέρες συμψάλλονται μέ τήν ἀκολουθία τοῦ Μηναίου, τοῦ Τριῳδίου ἤ τοῦ
Πεντηκοσταρίου σύμφωνα μέ τίς ὁδηγίες τοῦ Τυπικοῦ. Τό περιεχόμενο
τῆς Παρακλητικῆς εἶναι ποικίλης προέλευσης καί ποιότητας, διαφόρων
ἐποχῶν καί διαφόρων ὑμνογράφων ἀνωνύμων ἤ ἐπωνύμων. Ἐπωνύμως
φέρονται τροπάρια καί κανόνες τῶν ὑμνογράφων Θεοφάνους καί Ἰωσήφ.
Γενικῶς, σέ ἕνα λειτουργικό βιβλίο έμπεριέχεται ἡ «Ὀκτώηχος ἡ μεγάλη
ἤ Παρακλητική» (καθηγητής Φουντούλης).
Θά συνεχίσουμε, ὅμως, σύν Θεῷ, στό ἑπόμενο κήρυγμα. ΑΜΗΝ!   Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2026

 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 42
ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ΛΟΥΚΑ
25-10-2026

Μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀδελφοί μου, εἰσερχόμεθα σέ νέα ἑνότητα:
«ΤΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ». Στούς ἱερούς ναούς μας
χρησιμοποιοῦμε γιά τή λατρεία μας πρός τόν Θεό καί τήν ὀρθή τέλεση
τῶν ἱερῶν Μυστηρίων καί ὅλων τῶν ἱερῶν Ἀκολουθιῶν βιβλία
(φυλλάδες), ἔτσι ὥστε ἐπαξίως καί διά τῶν ἱερῶν γραμμάτων, τῶν ὕμνων
καί εὐχῶν νά δοξολογεῖται τό ἅγιο Ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Ὅλα τά κείμενα τῶν
λειτουργικῶν αὐτῶν βιβλίων εἶναι γραμμένα ἀπό τήν θεόπνευστη
γραφίδα ἱερῶν μορφῶν τῆς Ἐκκλησίας μας, ἁγίων καί σοφῶν Πατέρων,
καί ἀποπνέουν πνευματική εὐωδία, ἀσύγκριτο θεολογικό κάλλος,
θεόπνευστο ποιητικό ταλέντο καί σάν τέτοια ἀριστουργήματα μέ κανένα
τρόπο δέν μποροῦν νά μεταφραστοῦν ἤ ἀποδοθοῦν σέ ἄλλη γλωσική
διατύπωση. Σκοπός τῶν κειμένων αὐτῶν εἶναι ἡ πνευματική ἀνύψωση
τῶν πιστῶν εἰς «μίαν λατρείαν λογικήν καί εὐάρεστον τῷ Κυρίῳ»
(Ρωμ. 12,1). Στούς πρώτους χριστιανικούς χρόνους δέν ὑπῆρχαν
λειτουργικά βιβλία, μέ τήν σημερινή ἔννοια τοῦ ὅρου. Ἡ Θεία Λατρεία
ἐτελεῖτο βάσει τῆς παραδόσεως αὐτοσχεδίως, κατά τήν «δύναμη» τοῦ
προεστῶτος. Πρῶτες ἐνδεικτικές καταγραφές ἔχουμε στή «Διδαχή τῶν
Ἀποστόλων» καί στήν «Ἀποστολική παράδοση τοῦ Ἱππολύτου, μέ κύρια
βάση τά γραφόμενα τῆς Παλαιᾶς καί τῆς Καινῆς Διαθήκης». Ἀπό τόν
4ο αἰῶνα ἐμφανίζονται τά πρῶτα λειτουργικά βιβλία καί κείμενα, βάσει
τῶν ὁποίων τελεῖται στό ἑξῆς ἡ λειτουργία καί οἱ λοιπές ἱερές ἀκολουθίες
τῆς Ἐκκλησίας. Μέχρι τόν 8ο αἰῶνα δέν περισώθηκαν λειτουργικά
χειρόγραφα, λόγῳ ἀλλαγῆς τοῦ συστήματος τῆς ἑλληνικῆς γραφῆς. Τόν
9ο αἰῶνα εἰσάγεται ἡ μικρογράμματη γραφή καί γρήγορα ἐπικρατεῖ,
ἐνῶ τά μεγαλογράμματα χειρόγραφα δέν χρησιμοποιοῦνται καί
καταστρέφονται, σημειώνει ὁ καθηγητής Ἰω. Φουντούλης. Σημαντική
συμβολή στήν ἔκδοση καί διάδοση τῶν λειτουργικῶν βιβλίων εἶχε ἡ
τυπογραφία ἀπό τόν 15ο αἰῶνα. Οἱ σχετικές ἐκδόσεις γίνονταν κυρίως στή
Βενετία, λόγῳ τῶν συνθηκῶν πού ἐπικρατοῦσαν κατά τήν περίοδο τῆς
τουρκοκρατίας στήν Ἑλλάδα. Ἀξιόλογοι ἐκδότες, διορθωτές κειμένων καί
ἐπιμελητές μᾶς διέσωσαν τήν χειρόγραφη παράδοση. Σήμερα
κυκλοφοροῦν ἀρκετές ἐκδόσεις λειτουργικῶν βιβλίων, ἀπό τίς ὁποῖες ἡ
σημαντικότερη εἶναι ἡ πρόσφατη ἔκδοση ὅλης τῆς σειρᾶς τῶν
λειτουργικῶν βιβλίων ἀπό τήν Ἀποστολική Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς
Ἑλλάδος. Τά λειτουργικά βιβλία ἔχουν μεταφραστεῖ καί σέ ξένες
γλῶσσες γιά τή λειτουργική χρήση ἀπό τούς ὀρθοδόξους μή
ἑλληνόφωνους λαούς. Ἀπό τά λειτουργικά βιβλία τῆς Ὀρθοδόξου
Ἐκκλησίας ἄλλα μέν προορίζονται γιά τήν χρήση τῶν λειτουργῶν, ἄλλα
γιά τήν χρήση τῶν Ἀναγνωστῶν καί Ἱεροψαλτῶν καί ἄλλα γιά τούς
πιστούς. Τά λειτουργικά βιβλία εἶναι τά ἀκόλουθα:
ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ. Αὐτό εἶναι τό βασικότερο λειτουργικό βιβλίο,
τό «αἰώνιο βιβλίο», τό θεῖο καί ἱερό Εὐαγγέλιο. Τοῦτο πάντοτε εὑρίσκεται
στό κέντρο τῆς Ἁγίας Τραπέζης καί μάλιστα τυγχάνει σπουδαίας
καλλιτεχνικῆς ἐκτύπωσης καί εἶναι λαμπρῶς διακοσμημένο μέ εὐγενῆ
μέταλλα. Ἡ λέξη Εὐαγγέλιο εἶναι σύνθετη ἀπό τό «Εὖ» καί «ἀγγέλω»,
πού σημαίνει τήν «καλή ἀγγελία». Ὁ ὅρος Εὐαγγέλιο ἀναφέρεται κυρίως
στά τέσσερα ἱερά βιβλία τῶν Εὐαγγελιστῶν Ματθαίου, Μάρκου, Λουκᾶ
καί Ἰωάννου. Αὐτά ἔχουν γιά περιεχόμενό τους τήν ζωή, τήν διδασκαλία
καί τό ἀπολυτρωτικό ἔργο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τά βιβλία αὐτά πῆραν τό
ὄνομα Εὐαγγέλιο γιατί περιέχουν τό χαρμόσυνο ἄγγελμα τῆς σωτηρίας
τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς ἀνακαίνισης τοῦ κόσμου ἀπό τόν Θεάνθρωπο
Λυτρωτή, τόν Χριστό. Λέγεται καί «Ἐκλογάδιον» ἤ «Εὐαγγελιστάριον».
Καί ἁπλούστερα «Ἱερόν Εὐαγγέλιον», αὐτό δηλαδή πού εἶναι σήμερα σέ
λειτουργική χρήση. Διαιρεῖται σέ δύο μέρη (σύμφωνα μέ τόν καθηγητή
Ἰω. Φουντούλη), τό πρῶτο μέ τήν συνεχῆ ἀνάγνωση τῶν Εὐαγγελίων,
διῃρημένο σέ περικοπές, ἀπό τήν Κυριακή τοῦ Πάσχα μέχρι τήν
Πεντηκοστή, ἔπειτα τό κατά Ματθαῖον ἀπό τήν Δευτέρα μετά τήν
Πεντηκοστή μέχρι τά μέσα τοῦ Σεπτεμβρίου, τό κατά Λουκᾶν ἀπό τήν
Δευτέρα μετά τήν Ὕψωση μέχρι τήν ἀρχή τῆς Τεσσαρακοστῆς) καί τό
κατά Μᾶρκον κατά τήν Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Αὐτή ἡ σειρά διεσώθη
ἀπό ἕνα χειρόγραφο τοῦ 10ου αἰῶνα, πού ἀναφέρεται στό τυπικό τῆς
Ἁγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως. Τό δεύτερο μέρος τοῦ περιεχομένου
τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου καταλαμβάνουν οἱ κατ’ἐκλογήν περικοπές
σύμφωνα μέ τό Μηνολόγιο ἀπό 1ης Σεπτεμβρίου (ἀρχή τοῦ νέου
ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους) μέχρι 31ης Αὐγούστου, οἱ περικοπές δηλαδή πού
ἀναγιγνώσκονται κατά τίς ἑορτές καί τίς μνῆμες ἑορταζομένων ἁγίων.
Ἕνα τρίτο μέρος – εἶδος παραρτήματος – περιέχει τά ἕνδεκα ἑωθινά τῶν
Κυριακῶν καί τίς περικοπές πού διαβάζονται σέ μυστήρια καί
ἄλλες περιστάσεις (Βάπτισμα, Γάμος, Νεκρώσιμες Ἀκολουθίες, κ.λ.π.).
Τό Εὐαγγέλιο διαβάζεται μόνο ἀπό τούς Κληρικούς (Ἐπίσκοπο,
Πρεσβύτερο, Διάκονο), εἰκονίζει τόν ἴδιο τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό,
τόν σαρκωθέντα Λόγο τοῦ Θεοῦ, λιτανεύεται, θυμιᾶται, καί, ὅπως
προείπαμε, ἀποτίθεται πάντοτε στήν Ἁγία Τράπεζα. Βέβαια, κάθε ναός
διαθέτει καί ἄλλα Εὐαγγέλια, τά ὁποῖα καί φυλάσσονται μαζί μέ τά ἄλλα
ἱερά σκεύη στό Σκευοφυλάκιο, ἐντός τοῦ Ἁγίου Βήματος.
Στό Εὐαγγέλιο εἰκονίζονται στό μέν ἐμπρόσθιο ἐξώφυλλο ἤ
Σταύρωση μαζί μέ τούς Εὐαγγελιστές καί στό ὀπίσθιο μέρος ἡ Ἀνάσταση
τοῦ Κυρίου καί κρατεῖται ἤ τίθεται ἀνάλογα μέ τόν χαρακτῆρα τῶν
ἡμερῶν, τόν ἀναστάσιμο ἤ μή. Ὁ μέγας λειτουργιολόγος Ἅγιος Συμεών
ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης σημειώνει: «Αὐτή ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ἱεροῦ
Εὐαγγελίου σημαίνει τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου σέ ὅλον τόν κόσμο, τό
ὁποῖο μετά τήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου ἀπό τούς μαθητές του κηρύχθηκε.
Πρῶτος ὁ Ἀπόστολος, ἔπειτα τό Εὐαγγέλιο κηρύσσεται, διότι πρῶτα,
ἀφοῦ ἐνδυναμώθηκαν οἱ μαθητές μέ τήν Θεία Χάρη ἀποστάλθηκαν,
ἔπειτα τήν οἰκουμένην περιτρέχοντες τό Εὐαγγέλιο ἐκήρυξαν».
Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Η’ ΠΡΑΞΑΠΟΣΤΟΛΟΣ. Αὐτό εἶναι βιβλίο τοῦ
ἀναγνώστου, πού περιέχει τίς περικοπές ἀπό τίς Πράξεις καί τίς
Ἐπιστολές τῶν Ἀποστόλων, πού διαβάζονται κατά τίς συνάξεις. Γιά τόν
τρόπο κατανομῆς τῆς ὕλης του ἰσχύουν κατ’ἀναλογίαν ὅπως εἴπαμε
γιά τό Εὐαγγέλιο (σύμφωνα μέ τόν καθηγητή Ἰω. Φουντούλη). Ἡ ἀρχή
γίνεται ἀπό τίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, πού διαβάζονται ἀπό τό Πάσχα
ὡς τήν Πεντηκοστή, καί ἕπονται οἱ περικοπές ἀπό τίς Ἐπιστολές τοῦ
Παύλου καί τίς Καθολικές Ἐπιστολές. Στήν Τεσσαρακοστή διαβάζεται ἡ
πρός Ἑβραίους, ἐνῶ γιά τίς Κυριακές καί τά Σάββατα ὅλου τοῦ ἔτους
προτιμοῦνται οἱ ἐπιστολές τοῦ Παύλου ἔναντι τῶν Καθολικῶν
Ἐπιστολῶν, πού διαβάζονται κατά τίς καθημερινές καί κατά τούς
ἑσπερινούς τῶν ἑορτῶν τῶν Ἀποστόλων. Στό βιβλίο τοῦ Ἀποστόλου
περιέχονται καί τά προκείμενα καί ἀλληλουϊάρια καί τά ἀντίφωνα καί τά
κοινωνικά.
Θά συνεχίσουμε ὅμως, σύν Θεῷ, στό ἑπόμενο κήρυγμα. ΑΜΗΝ!    Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2026

 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 41
ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΟΥ ΛΟΥΚΑ
18-10-2026

Συνεχίζεται, ἀδελφοί μου, ἡ ἀναφορά στά ἀρχιερατικά ἄμφια τοῦ
Ἐπισκόπου:
Ο ΕΓΚΟΛΠΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ: Ὁ Σταυρός κυριαρχεῖ ἀπό τήν ἵδρυση
τοῦ χριστιανισμοῦ καί εἶναι ἡ δόξα καί ὁ θρόνος τοῦ Θεανθρώπου.
«Σταυρωθέντα τε ὑπέρ ἡμῶν καί διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν»,
ἀναφωνεῖ τό «Σύμβολο τῆς πίστεώς» μας. Ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης
ἀναφέρει ὅτι «ἐν τούτῳ δέ τῷ σταυρῷ καί Παῦλος καυχᾶται, καί
πάντες ἅγιοι, οὐ νοητῶς μόνον, ἀλλά καί αἰσθητῶς αὐτόν τιμῶντες καί
ἁσπαζόμενοι». Ὁ Σταυρός κρέμεται ἀπό τόν λαιμό τοῦ Ἐπισκόπου.
Σταυρό παρέχει ὁ Ἐπίσκοπος καί στούς ἀξιωματούχους ἱερεῖς τούς
ὁποίους κάι χειροθετεῖ μέ εἰδική εὐχή. Ὁ Γερμανός
Κωνσταντινουπόλεως λέγει πῶς ὁ Σταυρός εἶναι σύμβολο
κακοπάθειας. Καί παρατηρεῖ, ὅτι ὅσοι θέλουν νά ζήσουν «κατά
Χριστόν, ἐπί τῶν ὤμων αἴρουσι τόν σταυρόν αὐτοῦ, ὅ ἐστίν ἡ
κακοπάθεια». Ἐπίσης, ὁ σταυρός δηλώνει τήν αὐταπάρνηση, σύμφωνα
μέ τούς λόγους τοῦ Κυρίου, πού λέγει: «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου
ἔρχεσθαι, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καθ’
ἡμέραν καί ἀκολουθείτω μοι» (Μάρκ. 8,34). Ἐδῶ τό «λαμβάνω ἤ αἴρω ἤ
βαστάζω τόν σταυρόν» ἔχει μεταφορική ἔννοια καί ἀναφέρεται στά
ἑκούσια παθήματα. Ἐπίσης, ὁ Σταυρός εἶναι καί ὁμολογία πίστεως.
Ὁ Συμεών γράφει: «Ὁ Σταυρός εἶναι τό τρόπαιον, ἐν ᾧ καί νικῶμεν, καί
στηριζόμεθα, καί ὁδηγούμεθα, καί ποιμαινόμεθα, καί σφραγιζόμεθα,
καί παιδαγωγούμεθα, καί ἑλκόμεθα εἰς τόν Χριστόν, τά πάθη
νεκροῦντες, καί τούς πολεμίους διώκομεν καί πάντοτε φυλαττόμεθα».
ΤΟ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ. Τό ἐγκόλπιο, τό ὁποῖο φέρει ὁ ἀρχιερέας ἐπί τοῦ
στήθους του ἔχει ἀρχαία προέλευση. Ἔχει προϊστορία, γιατί, τόσο στήν
ἀρχαιότητα, ὅσο καί στούς Ἑβραίους, γίνεται λόγος γιά τά λεγόμενα
«φυλακτά». Ὁ ἀρχιερέας στήν Παλαιά Διαθήκη ἔχει ὡς ἄμφιό του
τό λεγόμενο «λογεῖον» (Ἔξοδ. 28,22), πού εἶναι ἀντίστοιχο τοῦ
ἀρχιερατικοῦ ἐγκολπίου. Ὁ ἀείμνηστος καθηγητής Δ. Δημητράκος
σημειώνει: «Ἀρχιερατικόν ἐγκόλπιον σημαίνει τό ὑπό τῶν ἀρχιερέων
φερόμενον ἐπιστήθιον, ἐξαρτώμενον ἐκ τοῦ τραχήλου, διά χρυσῆς
ἁλύσεως καί εἰκονίζον τόν Ἰησοῦν Χριστόν, ὡς ἐπίσημον διακριτικόν
τῆς ἀρχιερατικῆς των ἐξουσίας». Γενικά, τό ἀρχιερατικό ἐγκόλπιο
ὀφείλει τήν ἀρχή του στήν ἀρχαῖα συνήθεια τῶν πρώτων χριστιανῶν
νά φέρουν φυλακτά καί ἀπό αὐτή προέρχεται. Στήν ἀρχή τό σχῆμα του
ἦταν τετράγωνο ἤ στρογγυλό καί περιεῖχε Τίμιο Ξύλο ἤ Ἱερά Λείψανα.
Τελικά ἐπικράτησε τό ὠοειδές σχῆμα μέ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ,
τῆς Παναγίας. Ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης γράφει πώς τό ἐγκόλπιο
συμβολίζει τήν σφραγίδα κάι τήν ὁμολογία πίστεως τοῦ ἀρχιερέως καί
ἡ ὁμολογία αὐτή πρέπει νά εἶναι ἀπό τήν καρδιά του. «Καί ἡ σφραγίς
δέ καί ὁμολογία τῆς πίστεως ἐν τῷ τοῦ ἀρχιερέως στήθει ἐκρεμαμένη
διά σταυρίου ἤ ἐγκολπίου τινός. Καί τοῦτο γάρ ἐν τῷ στῂθει διά τήν
ἐκ καρδίας ὁμολογίαν» (PG 155. σ. 257 Ἄπαντα). Ὁ ἀρχιερέας φέρει τό
ἐγκόλπιο μέ τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, γιά νά θυμᾶται τόν λόγο τοῦ
Ἀποστόλου Παύλου: «ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζεῖ δέ ἐν ἐμοί Χριστός»
(Γαλ. 2,20). Φρονοῦμε ταπεινῶς ὅτι πρέπει νά γίνει καί μία ἀναφορά
γιά τήν ἐξωτερική ἐνδυμασία τῶν Κληρικῶν. Αὐτή τήν διακοσμεῖ καί
τήν ἐξωραΐζει τό μαῦρο ράσο. Ἀποτελεῖται ἀπό δύο ἐνδύματα, τό
ἀντερί ἤ ζωστικό καί αὐτό περισκεπάζεται ἀπό τό ἐξωτερικό ράσο, τό
ὁποῖο εἶναι φαρδύτερο. Ὅταν ἀνοίξει τά χέρια του ὁ Κληρικός, σέ
ἔκταση, τότε διαζωγραφίζεται ἡ εἰκόνα τοῦ Σταυροῦ τοῦ Κυρίου. Ὁ
ὀρθόδοξος κληρικός, αὐτός ὁ «ἀφωρισμένος (ξεδιαλεγμένος) εἰς
Εὐαγγέλιον Θεοῦ» κατά τόν Παῦλο, φέρει μέ ὑπερηφάνια καί καμάρι
τό τιμημένο ράσο, αὐτή τή δεύτερη σημαία τοῦ ἔθνους μας. Γνωρίζει
ὅτι τό φόρεσαν ἄξιοι κληρικοί μέ αὐταπάρνηση καί ἔνθεο βίο. Ἡ λέξη
προέρχεται ἀπό τό λατινικό «rasum» (ράσουμ) πού σημαίνει τό λεῖο,
τό μεταξωτό. Πρόκειται ὁμολογουμένως περί ἐπιβλητικοῦ καί
θεαματικοῦ ἐνδύματος. Ἀπό τόν 4ο αἰῶνα μέ τήν ἐπίδραση τοῦ
μοναχισμοῦ στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἀρχίζει καί ἡ ἐνδυμασία τοῦ ἱεροῦ
κλήρου. Τό ράσο εἶναι σύμβολο ταπεινότητος. Ἀντιπροσωπεύει τήν
λιτότητα καί τήν ἀπομάκρυνση ἀπό τήν κοσμική ματαιοδοξία. Τό
μαῦρο ράσο συμβολίζει τόν θάνατο τῆς παλαιᾶς ζωῆς, παραπέμπει
στό πένθος γιά τίς ἁμαρτίες καί ὑπενθυμίζει τόν γενναῖο ἀγῶνα
ἔναντι στά πάθη. Ὁ κληρικός φορῶντας τό ράσο ἀγάλλεται καί
χαίρεται γιά τήν ἱερατική του βασιλεία, διότι γνωρίζει ὅτι αὐτό
λειτουργεῖ ὡς ἀσπίδα προστασίας, διασφαλίζοντας τήν Ἱερωσύνη καί
τήν παράδοση. Τό ράσο εἶναι μιά ἐξωτερική ὁμολογία τῆς ἐσωτερικῆς
πίστης καί ὑποδηλώνει τήν αὐτοθυσία καί ἀφοσίωση στήν Ἐκκλησία.
Ὑπενθυμίζει στόν κληρικό καί μοναχό ὅτι συνεσταυρώθηκε μέ τόν
Χριστό καί ὀφείλει νά ἀγωνισθεῖ καί νά συνανυψωθεῖ καί νά ἀναφανεῖ
κληρονόμος τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Ἕνας ἱερέας ρώτησε τόν
Ἅγιο Παΐσιο: Γέροντα, λένε, «Μήπως τό ράσο κάνει τόν παπᾶ».
Πρόσεξε, τοῦ λέγει ὁ ἅγιος, ἔχομε δύο ἐλιές πού ἡ μία ἔχει φύλλα καί ἡ
ἄλλη δέν ἔχει. Ποιά ἀπό τίς δύο σοῦ ἀρέσει; Στό καλύβι μου μιά φορά
ξεφλούδισα τόν κορμό μιᾶς ἐλιᾶς πού ἦταν στήν αὐλή καί ἔγραψα:
«Τά δένδρα πέταξαν τήν στολή τους, θά δοῦμε τήν προκοπή τους!...»
καί δίπλα ἔγραψα: «Παπᾶς ἀράσωτος, ἄρα ἄσωτος». Ἐκεῖνο τόν καιρό
συζητοῦσαν πολύ τό θέμα νά μήν φοροῦν οἱ ἱερεῖς ράσα.
Ὁ φλογερός ἐπίσκοπος Φλωρίνης ἀείμνηστος Αὐγουστῖνος Καντιώτης
ἔλεγε: «Ἡ Ἐκκλησία μας στίς μέρες τῆς δοκιμασίας πού ζοῦμε ἔχει
ἀνάγκη ἀπό ἁγίους καί ἐμπνευσμένους κληρικούς, πού θά φορέσουν
καί θά τιμήσουν τό τιμημένο ράσο καί θά τό κάνουν λάβαρο τῶν πιό
ὡραίων ἀγώνων γιά τή θρησκευτική, ἠθική καί ἐθνική ἀναγέννηση τοῦ
Γένους μας. Καί στούς δικούς μας χρόνους σέ μή χριστιανικά κράτη
ἀπαγορεύουν τήν ἐμφάνιση τῶν ὀρθοδόξων κληρικῶν μέ τό ράσο.
Στήν Τουρκία, λόγου χάρη, ὕστερα ἀπό τή μικρασιατική καταστροφή
τό 1922, ἀπαγορεύτηκε τό ράσο πλήν τοῦ Πατριάρχου. Μέ τόν τρόπο
αὐτό οἱ Τοῦρκοι φανερώνουν τήν ἄρνησή τους πρός τόν ὀρθόδοξο
ἑλληνικό κλῆρο, καθώς γνωρίζουν πολύ καλά πώς ὁ κλῆρος ἦταν
ἐκεῖνος πού διατήρησε τετρακόσια χρόνια καί δέν ἄφησε νά πεθάνει ἡ
ἐθνική συνείδηση». Νά συμπληρώσωμε καί γιά τό καλυμμαύχι. Αὐτό
καλύπτει τήν κεφαλή τοῦ κληρικοῦ, παλαιότερα καί τοῦ αὐχένα, ἀπό
ἐδῶ πῆρε καί τό ὄνομά του. Εἶναι κυλινδρικό μέ γωνιώδη γεῖσο γιά τούς
κληρικούς, ἐνῶ γιά τούς μοναχούς εἶναι πιό χαμηλό καί χωρίς γωνίες
καί γεῖσο καί λέγεται καλουπάκι. Τό ἐπιρριπτάριο εἶναι μαῦρο
ὕφασμα καί τοποθετεῖται πάνω ἀπό τό καλυμμαύχι. Γι’ αὐτό καί
λέγεται κάι ἐπανωκαλύμμαυχο. Τό φοροῦν ὁ ἐπίσκοπος, οἱ
ἱερομόναχοι καί οἱ μοναχοί (κουκούλι). Συμβολίζει τήν μοναχική
ὑπακοή, τήν ταπεινοφροσύνη καί τήν ἀφιέρωση στήν Ἐκκλησία.
Χριστιανοί μου,
μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ φέραμε εἰς πέρας τήν ἑνότητα «Τά ἄμφια
τῶν κληρικῶν». Προσευχή μας στόν Κύριο, ὅπως καθιστᾶ τούς
κληρικούς μας ἀξίους τῆς ἀποστολῆς τους. ΑΜΗΝ!

Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2026

 

KYΡΙΑΚΗ 11 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2026










Στο Κουκουνάρειο Πνευματικό Κέντρο του Ιερού Ναού Παναγίας Λατομιτίσσης Χίου ο εφημέριος του Ιερού Ναού π. Βασίλειος Φιλιππάκης μετά τη Θεία Λειτουργία τέλεσε τον αγιασμό για την έναρξη των μαθημάτων όπως κάθε χρόνο.

Ο κ. Παντελής Μπουγδάνος  τίμησε  με την σύζυγό του την ενορία μας.

Μετά την τέλεση του αγιασμού όλοι οι παρευρισκόμενοι  ασπάστηκαν τον τίμιο σταυρό.

Ευχόμαστε καλή αρχή των μαθημάτων και καλή δύναμη στους εκπαιδευτές.

Σε όλους τους εγγεγραμένους πήραν το πρόγραμμα των μαθημάτων.

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026

 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 40
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ
Ζ΄ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ
11-10-2026

Συνεχίζουμε, ἀδελφοί μου, τήν ἀναφορά μας στά ἀρχιερατικά
ἄμφια.
Η ΜΙΤΡΑ. Ἡ μίτρα εἶναι τό ἐπίσημο κάλυμμα τῆς κεφαλῆς, πού
φέρει ὁ Ἐπίσκοπος, κατά τήν Θεία Λειτουργία, ὑπό μορφή στέμματος.
Ἡ μίτρα διακοσμεῖται μέ διάδημα κυκλικῶς καί μέ δικέφαλο ἀετό,
φέρει δέ τέσσερις Εὐαγγελιστές καί σταυρό στήν κορυφή της. Ἡ μίτρα
ἔχει τά πρότυπά της στόν Ἀρχιερέα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὁ ὁποῖος
ἔφερε «κίδαριν» (=κάλυμμα) στό κεφάλι (Ἔξοδ. 29,9), ἀλλά καί στά
στέμματα τῶν Βυζαντινῶν Αὐτοκρατόρων. Ὁ Καθηγητής Φουντούλης
σημειώνει: «Ἡ μίτρα εἶναι γνωστό ὅτι ἐφορεῖτο μόνο ἀπό τόν Ἐπίσκοπο
τῆς Ρώμης (πρίν τό σχίσμα) καί τόν Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας, ἀρχῆς
γενομένης ἀπό τόν ἅγιο Κύριλλο. Στήν Κωνσταντινούπολη εἰσήχθη
ἀπό τόν Κύριλλο Λούκαρη τόν 17ο αἰῶνα, πού χρημάτισε πρῶτα
Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας, καί ὕστερα γενικεύθηκε (Λειτουργική). Ἀπό
τότε εἰσήχθη στό Βυζαντινό Τυπικό, ὡς σύμβολο τῆς πνευματικῆς
ἐξουσίας τοῦ Ἐπισκόπου. Κατά τήν παράδοση, ἡ μίτρα συμβολίζει τόν
ἀκάνθινο στέφανο καί τήν πνευματική ἀρχή καί ἐξουσία τοῦ
ἀρχιερατικοῦ ἀξιώματος. Τό συνοδικό γράμμα τοῦ Πατριάρχη
Κωνσταντινουπόλεως Διονυσίου τοῦ Μουσελίμη (1671-1673) καταλήγει
λέγοντας: «Ὅθεν καί λίθοις κοσμεῖται ποικίλοις (ἡ μίτρα), τήν
ποικιλότητα τῶν ἐν τῇ ἁγίᾳ τοῦ Χριστοῦ κεφαλῇ ἀρετῶν
ὑποσημαίνουσα». Ὅταν πρόκειται νά τοποθετηθεῖ ἡ μίτρα στήν
κεφαλή τοῦ Ἐπισκόπου, ὁ διάκονος λέγει: «Εὐλόγησον Δέσποτα, τόν
ἱερόν Στέφανον (μίτραν). Καί ὁ Ἐπίσκοπος θά πεῖ: «Ἔθηκας ἐπί τήν
κεφαλήν αὐτοῦ στέφανον ἐκ λίθων τιμίων· ζωήν ᾐτήσατό σε, καί
ἔδωκας αὐτῷ μακρότητα ἡμερῶν» (Ψαλμ. 20,4-5). Ὁ Ἀρχιερέας
στεφανώνεται καί κοσμεῖται μέ τέτοια τιμή, ὥστε οἱ χριστιανοί
βλέποντες τό σημεῖο «τῆς τοιαύτης καί τοσαύτης ἐξοχωτάτης χάριτος
τοῦ Θεοῦ» νά τοῦ ἀποδίδουν τήν ἀξιοπρεπῆ ὑπακοή, τιμή καί εὐλάβεια.
Η ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΡΑΒΔΟΣ Ή ΠΑΤΕΡΙΤΣΑ. Ἡ ράβδος, ὡς
ἔμβλημα ἱεραρχικό, ἀναφέρεται σέ ὅλους τούς ἀρχαίους λαούς. Στούς
Ἑβραίους ἦταν ἔμβλημα ἐξουσίας καί ἡγεμονίας στίς φυλές τοῦ
Ἰσραήλ. «Σκῆπτρον ἕν δώσω τῷ υἱῷ σου» (Γ΄Βασ. 11,13). Γνωστή εἶναι
ἡ ράβδος τοῦ Μωϋσῆ ἐνώπιον τοῦ Φαραώ (Ἔξοδ. 7,9), τῆς Ἐρυθρᾶς
θάλασσας (Ἔξοδ. 14,16), στήν ἔρημο (Ἔξοδ. 15,25), καθώς καί ἡ ράβδος
Ἀαρών ἡ βλαστήσασα» (Ἀριθμ. 17,26 καί Ἑβρ. 9,4-5). Εἰσάγεται στήν
Χριστιανική Ἐκκλησία. Ἡ ἐξουσία τοῦ Ἐπισκόπου εἶναι πνευματική καί
ἡ ράβδος συνδέεται μέ τήν διαποίμανση τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Εἶναι,
συνήθως, ἐπιχρυσωμένη ἤ ἐπασημωμένη ἤ ἀπό ἄλλο πολύτιμο ὑλικό.
Ὁ σταυρός, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει στήν πάνω ἄκρη ἐν μέσῳ δύο ὄφεων,
δηλώνει τήν νίκη τοῦ Χριστοῦ. Τά δύο φίδια παραπέμπουν στό γεγονός
τῆς, ἀπό τόν Μωϋσῆ, ὕψωσης τοῦ χάλκινου φιδιοῦ στήν ἔρημο, ὡς
προεικόνιση τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ράβδος προσδιορίζεται πρίν
ἀπό τόν 14ο αἰῶνα. Ὁ ἀείμνηστος καθηγητής Στεφανίδης σημειώνει ὅτι
ἡ τελετή τῆς «προβλήσεως» δηλαδή τῆς ἐγκαθίδρυσης τοῦ νέου
Πατριάρχη, ὡς κύριο στοιχεῖο εἶχε τήν ἐγχείρηση (παράδοση) τῆς
ράβδου ἀπό μέρους τοῦ αὐτοκράτορα, ὡς ἐμβλήματος τῆς
πατριαρχικῆς ἐξουσίας. Μάλιστα, ὁ Συμεών τήν ὀνομάζει «ἱεράν
ράβδον», καί τήν θεωρεῖ «τιμιώτερον καί ποιμαντικῆς ἐξουσίας
σύμβολον». Ἔκτοτε τήν κρατοῦν ὅλοι οἱ Ἐπίσκοποι. Ὅταν πρόκειται νά
κρατήσει ὁ Ἀρχιερέας τήν ποιμαντορική ράβδο λέγεται ἡ ἑξῆς εὐχή:
«Ράβδον δυνάμεως ἐξαποστελεῖ σοι Κύριος ἐκ Σιών, καί κατακυρίευε
ἐν μέσῳ τῶν ἐχθρῶν σου» (Ψαλμ. 109,2). Ἡ ράβδος εἶναι «ἡ ράβδος
εὐθύτητος, ἡ ράβδος τῆς Βασιλείας Κυρίου» (Ψαλμ. 44,7), Ἀποκάλ. 2,27),
εἶναι τό ἔμβλημα τῆς ἐξουσίας πού περιβάλλεται ὁ Ἀρχιερέας.
Ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης σημειώνει: «Ἡ ράβδος σημαίνει τήν ἐξουσίαν
τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τό στηρικτικόν τοῦ λαοῦ καί τό ποιμαντικόν,
καί τό νά δύναται (ὁ Ἐπίσκοπος) νά ὁδηγῇ καί τό νά παιδεύῃ τούς
ἀπειθεῖς καί τό νά συνάγῃ εἰς τόν ἑαυτόν του τούς μεμακρυσμένους.
Ἀκόμη, ἡ ράβδος διώκῃ τούς θηριώδεις καί βλαπτικούς· καί τελευταῖον
δηλοῖ τόν Σταυρόν τοῦ Χριστοῦ καί τό νικητικόν σημεῖον, μέ τό ὁποῖο
ἡμεῖς τιμῶμεν καί στηριζόμεθα καί παιδαγωγούμεθα, καί νεκρώνοντες
τά πάθη ἑλκόμεθα εἰς τόν Χριστόν καί τούς ἐχθρούς κυνηγοῦμεν καί
πάντοτε φυλαττόμεθα καί σωζόμεθα.
Ο ΜΑΝΔΥΑΣ. Ὁ μανδύας, ὡς ἄμφιο, εἶναι ἔνδυμα μεγαλοπρεπές καί
πολυτελέστατο, κοσμημένος μέ «ποταμούς» κοκκίνου χρώματος, μέ
μακριά πτυχώδη οὐρά. Ὁ Ἐπίσκοπος φέρει τόν Μανδύα στόν
ἀρχιερατικό ἑσπερινό, χοροστατῶν ἐπί τοῦ θρόνου, στόν Ὄρθρο, ὅταν
πρόκειται νά λειτουργήσει, ἐπί τοῦ θρόνου, πρίν φορέσει τήν
ἀρχιερατική του στολή. Ἐπίσης, καί σέ ἄλλες ἱεροπραξίες, ὅταν πρέπει
νά χρησιμοποιήσει τό μικρό ὠμοφόριο καί τό ἐπιτραχήλιο. Καί οἱ
Ἀρχιμανδρῖτες, ὡς ἡγούμενοι Μονῶν, φέρουν μανδύα καί ράβδο σέ
ἱεροπραξίες, ὅπως τοῦ πανηγυρικοῦ Ἑσπερινοῦ, τοῦ Ὄρθρου, ὅταν δέν
φοροῦν φελόνιο. Κατ’ ἀρχάς ὁ μανδύας ἦταν ἔνδυμα πού ἔφεραν οἱ
βασιλεῖς καί οἱ ἀξιωματοῦχοι τῆς Ἐκκλησίας ἀρχιερεῖς καί μοναχοί. Γιά
τόν μανδύα ὡς ἄμφιο, ἔχομε τήν μαρτυρία τοῦ Γερμανοῦ
Κωνσταντινουπόλεως, ὁ ὁποῖος στό ἔργο του «Μυστική θεωρία» τόν
ὄγδοο αἰῶνα γράφει: «τό δέ μανδίον (μανδύα), ἐμφαῖνον, διά τῆς
ἀπολελυμένης ἁπλώσεως τήν πτερωτήν τῆς τῶν ἀγγέλων μιμήσεως,
καθ’ ὅτι ἀγγελικόν σχῆμα λέγεται». Ἐδῶ ἀναφέρει καί τόν συμβολισμό
του, στήν μοναχική πολιτεία. Ἀπό ὅλα αὐτά διαπιστώνονται τά ἑξῆς:
α) Ὁ μανδύας ἦταν ἄμφιο ἐπισκοπικό καί μοναχικό, β) ἔχει προέλευση
καλογερική, ἀλλά ἐπίδραση αὐτοκρατορική. Ὁ ἀείμνηστος καθηγητής
Παναγιώτης Τρεμπέλας γράφει: «Οἱ ἐπίσκοποι, οἵτινες συνήθως
ἐλαμβάνοντο ἐκ τῶν μοναχικῶν τάξεων, διατηρήσαντες τόν μανδύαν
ἀπό τῆς μοναχικῆς χρήσεως μετέβαλον αὐτόν εἰς ἄμφιον
μεγαλοπρεπές καί κοσμικόν, διά ποταμῶν κεκοσμημένον». Ὁ
καθηγητής Φουντούλης σημειώνει: «Τέλος ὁ μανδύας, τόν ὁποῖον
περιβάλλονται ὅταν χοροστατοῦν οἱ ἀρχιερεῖς καί οἱ ἡγούμενοι,
θεωρεῖται εἴτε αὐτοκρατορικῆς προελεύσεως, εἴτε ἐξέλιξη τοῦ
μοναχικοῦ μαύρου καί πολυπτύχου μανδύου». Στίς τέσσερις γωνιές
τοῦ μανδύα, ὑπάρχει τμῆμα πού εἶναι περισσότερο στολισμένο, καί
καλεῖται «πῶμα»· ἐδῶ, συνήθως, εἰκονίζονται οἱ τέσσερις
Εὐαγγελιστές. Ἀπό κάθε «πῶμα» ἀναχωροῦν ἔγχρωμες λωρίδες, πού
λέγονται «ποταμοί». Ὁ Συμεών λέγει: «Ποταμοί δέ λέγονται διά τήν
φωνήν ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ αὐτοῦ τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν λέγοντος
«Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ ποταμοί ρεύσουσιν ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ὕδατος
ζῶντος» (Ἰω. 7,38). Καί συμπληρώνει: «Τότε κατέβη τό Ἅγιον Πνεῦμα,
καί ἡμεῖς ἐλάβομεν τήν Θείαν Χάριν, καί ἀπό τήν καρδίαν τῶν πιστῶν
οἱ ποταμοί τρέχουσι καί τοῦτο εἶναι ἐκεῖνο, τό ὁποῖο δηλοῖ ὁ μανδύας».
Θά συνεχίσουμε ὅμως, σύν Θεῷ, στό ἑπόμενο κήρυγμα. ΑΜΗΝ!

Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου