Σάββατο 27 Ιουνίου 2020

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 28 ΙΟΥΝΙΟΥ

TheioKirigma
Ἀριθμός  25
ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ματθ. στ΄122 - 33)
28 Ἰουνίου 2020
Ὅλος ὁ κόσμος στὶς ἡμέρες μᾶς κινεῖται μὲ ἰλιγγιώδεις ταχύτητες καὶ δὲν σταματᾶ ποτέ. Ἑκατομμύρια, δισεκατομμύρια ἄνθρωποι σὲ ὅλο τὸν πλανήτη μας τρέχουν διαρκῶς κυνηγημένοι ἀπὸ βασανιστικὲς σκέψεις καὶ ἐπιθυμίες, ἀπὸ πολυποίκιλες μέριμνες, οἱ ὁποῖες καὶ ἀδιάκοπες εἶναι καὶ ὁδηγοῦν στὴν τελικὴ καταβαράθρωση τῶν ψυχῶν. Ἡ μία μέριμνα φέρνει τὴν ἄλλη, μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του ὁ ἄνθρωπος μεριμνᾶ.
Αὐτὴ ἡ ἀγωνιώδης ἐπιδίωξη κάποιων στόχων δὲν εἶναι χαρακτηριστικὸ μόνο τῆς σύγχρονης κοινωνίας. Καὶ στὶς παλαιότερες κοινωνίες οἱ μέριμνες ταλάνιζαν τὸν ἄνθρωπο, σὲ μικρότερο ἴσως βαθμὸ ἀπ’ ὅ,τι σήμερα. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀκούγεται γιὰ ὅλες τὶς χρονικὲς περιόδους τόσο καταπραϋντικὸς ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ στὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή: «Μὴ μεριμνᾶτε τῆ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε!» Ποιὸ εἶναι τὸ νόημα τῆς ἐντολῆς αὐτῆς; Ὅταν ὁ Κύριος λέγει: «Μὴ μεριμνᾶτε!», ἀσφαλῶς δὲν ἐννοεῖ μὴ φροντίζετε, μὴ προνοεῖτε, μὴν ἐργάζεσθε, ἀλλὰ μὴν ἔχετε ἄγχος, ἀγωνία, στενοχώρια, πλεονεξία στὴ ζωή σας. Γιατί ἡ ἐργατικότητα, ὁ προγραμματισμός, ἡ πρόνοια εἶναι εὐλογημένα ἀπὸ τὸν Θεό, ἐνῶ ἡ ἀγωνία καὶ τὸ ἄγχος γιὰ τὸ μέλλον εἶναι καταδικαστέα. Εἶναι παθολογικὲς ψυχικὲς καταστάσεις, ποὺ φθείρουν καὶ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα. Πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα οἱ μέριμνες μᾶς ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὸ Θεὸ Πατέρα. Γεννοῦν τὴν ὀλιγοπιστία καὶ τὴν ἀπιστία ἢ καὶ γεννῶνται ἀπὸ αὐτήν. Γιατί, ὄντως, αὐτὸς ποὺ ἀγωνιᾶ γιὰ τὸ μέλλον καὶ βασανίζεται ἀπὸ φόβους καὶ ἀνησυχίες, ἢ δὲν πιστεύει καθόλου ἢ πιστεύει λίγο καὶ ἡ ψυχὴ του τρέμει σὰν τὸ πλοῖο μέσα στὴ φουρτουνιασμένη θάλασσα τῆς Γεννησαρέτ. Γενικότερα, μέριμνα καὶ ὀλιγοπιστία πᾶνε μαζί, ἡ μία τροφοδοτεῖ τὴν ἄλλη. Μὲ τὶς διαρκεῖς, ἀγωνιώδεις φροντίδες ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου βαραίνει, περιπίπτει σὲ κατάσταση λήθης καὶ πόρωσης καὶ ἔτσι ξεχνᾶ τὸν οὐράνιο προορισμό της, ποὺ ὑπάρχει μετὰ τὸν θάνατο. Γιατί ὅλα τὰ παρόντα εἶναι προσωρινὰ καὶ ἐφήμερα, εἶναι «ματαιότης ματαιοτήτων» καὶ κάποτε, ὅπως λέγει τὸ τροπάριο τῆς νεκρώσιμης ἀκολουθίας, «ἐπελθών ὁ θάνατος ταῦτα πάντα ἐξηφάνισται.»  Πόσο τραγικὸς εἶναι ὁ πολυμέριμνος ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔχει καμία μεταφυσικὴ προοπτική, ποὺ τρίβεται ἀκατάπαυστα μὲ τὶς καθημερινὲς ἔγνοιες του καὶ νομίζει πὼς θὰ ζεῖ αἰώνια. Καὶ ὅταν βλέπει τὸν θάνατο νὰ πλησιάζει, νιώθει τόσο τρομαγμένος, τόσο ἀπροετοίμαστος, τόσο ἄδειος!
Ὁ Κύριός μας ἐπιπλέον ἀναφέρει παραδείγματα ἀμεριμνησίας ἀπὸ τὸν φυσικὸ κόσμο. «Βλέπετε», λέγει, «τὰ πουλιά. Οὔτε σπέρνουν, οὔτε θερίζουν, οὔτε ἀποθηκεύουν καὶ ὁ Οὐράνιος Πατέρας τὰ τρέφει.» Γιὰ ἐσᾶς,  λοιπὸν, δὲν θὰ ἐνδιαφερθεῖ, πού εἶστε πολὺ ἀνώτεροι ἀπὸ αὐτά; Τὰ λουλούδια τοῦ ἀγροῦ ἐπίσης καὶ αὐτὰ δὲν κοπιάζουν γιὰ τὴν ἐνδυμασία τους. Καὶ ὅμως ὁ βασιλιὰς Σολομών στὶς πιὸ ἐπίσημες στιγμές του δὲν ντυνόταν καλύτερα ἀπὸ ἕνα ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἀγριολούλουδα. Ὁ Χριστός μας ἐδῶ ὁμιλεῖ ὡς κατασκευαστὴς καὶ δημιουργός τῆς κτίσεως μὲ τὴν ἀσύγκριτη ὡραιότητά της. Καὶ πραγματικά, ἂν τύχει ποτὲ νὰ παρατηρήσουμε ἀπὸ κοντὰ τὴν ἀνυπέρβλητη ὀμορφιὰ ἑνὸς ἀσημαντότατου λουλουδιοῦ, ἀπὸ αὐτὰ ποὺ φυτρώνουν παντοῦ, θὰ κατανοήσουμε τὴν ἀλήθεια τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ. Ἂν, λοιπὸν, ὁ Θεὸς Πατέρας δείχνει τόση φροντίδα γιὰ τὰ ἀγριολούλουδα, ποὺ σήμερα τὰ βλέπουμε καὶ αὔριο τὰ καῖμε μαζὶ μὲ τὰ ἀγριόχορτα στὸν κλίβανο, πόσο μᾶλλον δὲν θὰ ἐνδιαφερθεῖ γιὰ ἐμᾶς, τοὺς κατ’ εἰκόνα Του πλασμένους ἀνθρώπους; Ὅλα αὐτὰ ὁδηγοῦν στὸ συμπέρασμα πὼς ὅλα τὰ πλάσματα τοῦ Θεοῦ τυγχάνουν τῆς εὐεργετικῆς φροντίδος  τῆς Θείας Προνοίας , ποὺ εἶναι ἀπόρροια τῆς Θείας Ἀγάπης. Ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν κόσμο ἐκ τοῦ μὴ ὄντος ἀπὸ ἀγάπη καὶ μόνο καὶ συνεχίζει νὰ τὸν συντηρεῖ καὶ νὰ τὸν διακρατεῖ. Ὁ,τιδήποτε γίνεται στὸν κόσμο γίνεται κατὰ τὸ ἅγιο θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος πάντοτε θέλει τὸ καλὸ καὶ ποτὲ τὸ κακό. Ἂν τώρα διαπιστώνουμε, ἰδιαίτερα στὶς ἡμέρες μας μία κατίσχυση τοῦ κακοῦ, μία  παγκόσμια ἀναταραχὴ καὶ ἀνωμαλία σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα, στὸ κοινωνικὸ καὶ στὸ περιβαλλοντικὸ ἐπίπεδο κυρίως, γι’ αὐτὸ δὲν εὐθύνεται ὁ Θεός, ἀλλὰ ἡ κακία τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ἑκούσια ἀπομάκρυνσή του ἀπὸ Αὐτόν, ἐξαιτίας καὶ τῆς ἐπήρειας τοῦ Διαβόλου καὶ τῶν δαιμόνων. Ὁ ἄνθρωπος μὲ τὰ ἔργα του καταστρέφει τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ Θεὸς σεβόμενος τὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν αὐτὸς Τὸν ἀρνεῖται, ἀποσύρεται γιὰ λίγο καὶ κατὰ κάποιον τρόπο ἀφήνει ἐλεύθερο πεδίο στὸν Διάβολο, γιὰ νὰ βασανίσει τὸν ἄνθρωπο μὲ μυριάδες συμφορές. Ὅμως, ἀκόμη καὶ τὰ μεγαλύτερα κακὰ ἐντάσσονται κατὰ ἕναν ἀνεξιχνίαστο τρόπο μέσα στὸ πάνσοφο σχέδιο τῆς Θείας Πρόνοιας, σκοπὸς τῆς ὁποίας εἶναι  ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, σύμφωνα μὲ τὸ λεγόμενο ὅτι ὁ Θεὸς «θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν.»
Ἑπομένως, τὸ ἀσφαλέστερο γιατρικὸ γιὰ τὴν ἀγωνιώδη μέριμνα εἶναι ἡ πίστη στὸ Θεό, ἡ ἐναπόθεση ὅλων τῶν δυσεπίλυτων ζητημάτων στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Συνέχεια ἀκοῦμε κατὰ τὴ διάρκεια τῆς θείας λειτουργίας τὴν παρότρυνση τοῦ ἱερέα πρὸς τοὺς πιστούς: «Ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα.» Καὶ ὁ πιστὸς λαὸς ἀπαντᾶ: «Σοί, Κύριε!» Σὲ Ἐσένα, Κύριε, ἀφήνουμε ὅλη τὴ ζωή μας, Ἐσὺ θέλουμε νὰ μᾶς κυβερνᾶς καὶ νὰ μᾶς κατευθύνεις! Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀποκτήσει αὐτὴν τὴν ἁγία ἀμεριμνησία γιὰ τὰ βιοτικὰ πράγματα καὶ ἐλαφρύνει ἐσωτερικά, τὸ κέντρο βάρους τῆς ζωῆς του μετατίθεται πρὸς τὴν ἐπιδίωξη πνευματικῶν στόχων, ποὺ εἶναι οἱ μόνοι πραγματικὰ ἄξιοι νὰ παλέψει γι’ αὐτούς. Ποιοὶ εἶναι αὐτοί; Τοὺς φανερώνει ὁ Κύριός μας: «Ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν.» Προσπαθῆστε νὰ κερδίσετε τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ ἑνωθεῖτε μὲ τὸν Θεό, ἀγαπῆστε Τον μὲ ὅλη σας τὴ δύναμη, ἐφαρμόστε στὴ ζωὴ σας τὶς ἐντολές Του καὶ τὰ δικαιώματά Του, καὶ ὅλα τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, τὰ ὁποία γνωρίζει ὁ Θεὸς Πατέρας ὅτι τὰ χρειάζεστε γιὰ τὴ σωματική σας ὑπόσταση, θὰ σᾶς προστεθοῦν, τίποτε δὲν θὰ σᾶς λείψει. Κάτι ἀνάλογο δηλώνει καὶ ὁ ψαλμικὸς στίχος: «Οἱ ἐκζητοῦντες τὸν Κύριον οὐκ ἐλαττωθήσονται παντὸς ἀγαθοῦ.»
Αὐτὴν τὴν στάση ζωῆς ἂς κρατοῦμε διαρκῶς,  τὴν ἀμεριμνησία γιὰ τὰ ὑλικὰ , τὴν μέριμνα γιὰ τὰ πνευματικά, καὶ ἡ ζωὴ δὲν θὰ μᾶς εἶναι βάρος, ἀγώνας καὶ ἀγωνία, ἀλλὰ πνευματικό, χαρούμενο, ἐλπιδοφόρο ἄθλημα, στὸ ὁποῖο ὁ δωρεοδότης Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς θὰ χαρίζει τὸν ἄπειρο πλοῦτο τῆς χρηστότητός Του, τὸν ὁποῖο εἴθε νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ ἀπολαύσουμε καὶ στὸν παρόντα καὶ στὸν μέλλοντα αἰώνα, ἀμήν!    Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Σάββατο 20 Ιουνίου 2020

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 21 ΙΟΥΝΙΟΥ

TheioKirigma
Ἀριθμός  24
ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ματθ. δ΄18 - 23)
21 Ἰουνίου  2020
Τὴν κλήση τῶν πρώτων μαθητῶν ἀπὸ τὸ Χριστὸ ἀκοῦμε στὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, ἡ ὁποία ἀνήκει στὴν ἀρχὴ τοῦ σωτήριου κηρυκτικοῦ Του ἔργου. Ὁ Χριστὸς, μὲ ἕδρα τὴν Καπερναούμ, δίπλα στὴ λίμνη τῆς Γαλιλαίας, ἀρχίζει νὰ κηρύσσει τὸ Εὐαγγέλιο τῆς μετανοίας, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ στὴ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.
Καθὼς περπατᾶ στὴν παραλία τῆς λίμνης, βλέπει δύο ἀδέρφια , τὸν Σίμωνα, ποὺ ἀργότερα ὀνομάσθηκε Πέτρος, καὶ τὸν Ἀνδρέα, οἱ ὁποῖοι ρίχνουν τὰ δίχτυά τους στὴ θάλασσα, γιατί εἶναι ψαράδες. Τοὺς λέγει τότε: «Ἀκολουθῆστε με καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς κάνω ψαράδες ἀνθρώπων!» Πολὺ παράξενα λόγια ἀκοῦνε οἱ δύο ἀδελφοί. Ἕνας ἄγνωστος τούς καλεῖ νὰ ἐγκαταλείψουν τὸ ἐπάγγελμά τους, τὴν καθημερινότητά τους, τὶς οἰκογένειές τους, ὅλον τὸν κοινωνικό τους περίγυρο, χωρὶς καμία προειδοποίηση ἢ προετοιμασία, νὰ ἐξαφανιστοῦν ἀπὸ τὸ μικρόκοσμο τῆς ἀσήμαντης ζωῆς τους, γιὰ ποιὸν λόγο; Γιὰ νὰ γίνουν, λέγει ὁ συνομιλητής τους, «ἁλιεῖς ἀνθρώπων!» Νὰ γίνουν ψαράδες, ἀλλὰ ἀντὶ γιὰ ψάρια, νὰ ψαρεύουν ἀνθρώπους! Εἶναι ἀλήθεια πάρα πολὺ συνοπτικὴ καὶ ἐλλειπτικὴ ἡ διήγηση τοῦ Εὐαγγελιστῆ Ματθαίου στὸ σημεῖο αὐτό. Ὁ Χριστὸς ἐννοεῖ ὅτι ὁ Σίμωνας Πέτρος καὶ ὁ Ἀνδρέας, μὲ τὴ δύναμη τοῦ κηρύγματός τους στὸ μέλλον, θὰ ἑλκύουν πολλοὺς ἀνθρώπους πρὸς τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ἑπομένως τὸ «ἁλιεῖς ἀνθρώπων» ἰσοδυναμεῖ μὲ «ὑπηρέτες τοῦ Θείου Λόγου, ὁ ὁποῖος ἐξάγει τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὸ σκοτάδι τῆς ἄγνοιας καὶ τῆς ἀσέβειας καὶ τοὺς ὁδηγεῖ στὸ φῶς τῆς σωτηρίας.»
Δὲν γνωρίζουμε ἂν ὁ Χριστὸς ἔδωσε τέτοιου εἴδους διευκρινήσεις στοὺς δύο ἀδελφούς, ἢ ἂν προκλήθηκε κάποιος διάλογος μεταξύ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν δύο ἀδελφῶν. Πρέπει ἐδῶ νὰ λάβουμε ὑπ’ ὄψη μας ὅτι ὁ Ἀνδρέας ἦταν μαθητὴς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ, ἑπομένως εἶχε κάποια προπαιδεία, εἶχε λάβει κάποια πνευματικὴ προετοιμασία γιὰ τὸν ἐρχομὸ τοῦ Μεσσία Χριστοῦ. Γεγονὸς πάντως εἶναι ἡ ἀκαριαία θετικὴ ἀνταπόκρισή τους στὸ κάλεσμα τοῦ Χριστοῦ: «Οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ.» Ἀμέσως παράτησαν τὰ δίχτυα τους καὶ Τὸν ἀκολούθησαν. Ὅλο τὸ νοηματικὸ βάρος πέφτει ἐπάνω σ’ αὐτὸ τὸ «εὐθέως». «Εὐθέως» σημαίνει χωρὶς δισταγμό, χωρὶς δεύτερη σκέψη, χωρὶς ὑπολογισμό, χωρὶς ἐνδοιασμό, χωρὶς καθυστέρηση. Ἀμέσως οἱ πρῶτοι μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ ἐγκαταλείπουν τὴν ἐπίγεια βιοτὴ καὶ ἀκολουθοῦν τὸν Οὐράνιο Βασιλέα, ὁ ὁποῖος τοὺς καλεῖ. Στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἀνακαλύπτουν τὸν προσδοκώμενο Μεσσία, τὸν πολυπόθητο Σωτήρα, καὶ θέλουν νὰ γίνουν ὑπηρέτες Του. Καταλαβαίνουν ὅτι ἡ κλήση τους αὐτὴ εἶναι ἡ μεγαλύτερη καὶ ἡ πιὸ τιμητικὴ εὐκαιρία τῆς ζωῆς τους, γι’ αὐτὸ λένε ἀμέσως τὸ μεγάλο «ναί». Οἱ ἁπλοὶ ψαράδες τῆς Γαλιλαίας ἀποδεικνύονται σοφώτατοι ἐπιχειρηματίες. Ἀναγνωρίζουν ἀμέσως τὸν πολυτιμότατο θησαυρὸ ποὺ βρίσκεται μπροστά τους καὶ τὸν ἁρπάζουν, ἐγκαταλείπουν τὴν μέχρι τότε χαμοζωή τους, θεωροῦν ὅλα τὰ προηγούμενα «σκύβαλα», δηλαδὴ μηδαμινὰ καὶ τιποτένια, γιὰ νὰ κερδίσουν τὸν Χριστό, καὶ  ἀνοίγουν διάπλατα τὶς Πύλες τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν  καὶ γιὰ τοὺς ἑαυτούς τους καὶ γιὰ πλῆθος  ἀνθρώπων. Γίνονται μαθητὲς τοῦ Θεανθρώπου, χωρὶς νὰ εἶναι κατὰ κόσμον σοφοὶ ἢ διακεκριμένοι κοινωνικά, γιὰ νὰ ἐπαληθευθεῖ ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ὅτι ὁ Θεὸς διαλέγει γιὰ δικούς Του ἀνθρώπους «τὰ μωρὰ καὶ τὰ ἐξουθενημένα», γιὰ νὰ ντροπιάσει τοὺς κατὰ κόσμον σοφοὺς καὶ ἰσχυρούς. Γιατί καὶ οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἁπλοὶ ἄνθρωποι, ἄνθρωποι τοῦ μόχθου, χωρὶς καμιὰ ἰδιαίτερη μόρφωση, ἄσημοι ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ. Καὶ ὅμως αὐτοὺς προτιμᾶ ὁ Χριστός, αὐτοὺς διαλέγει γιὰ δικούς Του μαθητὲς καὶ ἀποστόλους, κήρυκες τοῦ Εὐαγγελίου Του, καὶ τοὺς ἀνεβάζει σὲ δυσθεώρητα ὕψη τιμῆς. Ὁ Χριστὸς δὲν καλεῖ μόνο τοὺς μαθητές Του. Καλεῖ καὶ ὅλους αὐτοὺς ποὺ ἀκοῦνε τὸ λόγο Του. Αὐτὸ τὸ «Δεῦτε ὀπίσω μου» ἀπευθύνεται διαχρονικὰ σὲ κάθε ἄνθρωπο χωρὶς καμιὰ ἐξαίρεση καὶ δημιουργεῖ γιὰ τὸν καθένα μας μία προοπτικὴ σωτηρίας καὶ αἰώνιας ζωῆς. Καθημερινὰ ὁ Θεὸς στέλνει τὰ προσκλητήριά Του καὶ περιμένει νὰ δεῖ ποιοὶ θὰ ἀνταποκριθοῦν μὲ προθυμία καὶ ποιοὶ θὰ ἀδιαφορήσουν. Γιατί, ὅπως εἶπε καὶ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, «πολλοὶ εἰσὶ κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί». Δυστυχῶς, οἱ περισσότεροι ἀδιαφοροῦν γιὰ τὴν οὐράνια κλήση, προβάλλοντας διάφορες δικαιολογίες τοῦ τύπου: «Ἀγρὸν ἠγόρασα, ζεύγη βοῶν ἠγόρασα πέντε, γυναίκα ἔγημα». Ὅλοι γίνονται ἀποδέκτες τῆς κλήσεως αὐτῆς, ὅμως ὁ ὑλιστικὸς τρόπος ζωῆς, ἡ φιλοδοξία, ἡ φιλοχρηματία καὶ ἡ φιληδονία τοὺς ἐμποδίζουν νὰ σπάσουν τὰ δεσμὰ τῶν παθῶν τους καὶ νὰ πορευθοῦν τὴν τραχεία καὶ τεθλιμμένη  ὁδὸ τοῦ Χριστοῦ.
Ὑπάρχει, ἐπίσης, καὶ μία κατηγορία ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δέχονται μὲν τὴν κλήση τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ ταυτόχρονα δὲν θέλουν νὰ ἀποκόψουν ἐντελῶς τοὺς δεσμούς τους μὲ τὸ κοσμικὸ φρόνημα. Εἶναι ἄνθρωποι σὰν τὸν πλούσιο νεανίσκο, ὁ ὁποῖος ἦταν καλὸς Ἰουδαῖος, τηροῦσε ὅλες τὶς ἐντολὲς τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου, ὅταν ὅμως ὁ Χριστὸς τὸν ἐκάλεσε σὲ ἕνα ἀνώτερο ἐπίπεδο ζωῆς, παρακινώντας τον νὰ πουλήσει τὰ ὑπάρχοντά του, νὰ τὰ δώσει στοὺς φτωχοὺς καὶ νὰ Τὸν ἀκολουθήσει, αὐτὸς ὀπισθοχώρησε λυπημένος, γιατί δὲν ἤθελε νὰ ἀποχωριστεῖ τὰ ἀγαπημένα του πλούτη, χάνοντας κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴ μοναδικὴ εὐκαιρία τῆς ζωῆς του νὰ γίνει μαθητὴς καὶ ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ. Ὁ νεαρὸς ἤθελε καὶ τὸν Χριστὸ καὶ τὸν κόσμο. Αὐτὴ ἡ προσπάθεια νὰ συμβιβαστοῦν καὶ τὸ «ναὶ» καὶ τὸ «ὄχι» στὸ Χριστό, εἶναι ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὴ γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς τοῦ σήμερα. Θέλουμε βέβαια νὰ λεγόμαστε Χριστιανοί, τηροῦμε κάποιες ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, ὅσες μᾶς βολεύουν, ταυτόχρονα ὅμως μετέχουμε καὶ στὴ ζωὴ τῆς ἁμαρτίας, ἔχοντας δημιουργήσει ἕνα δικό μας προσωπικὸ πρότυπο «χριστιανικῆς» ζωῆς, μία ἐθελοθρησκεία, ὅπου τὰ ἀσυμβίβαστα συμβιβάζονται καὶ σχεδὸν ὅλα ἐπιτρέπονται. Εἶναι καὶ αὐτὸ ἕνα δεῖγμα κατάπτωσης τοῦ «χριστιανισμοῦ» τῆς ἐποχῆς μας, ὁ ὁποῖος δέχεται τὶς δαιμονικὲς ἐπιδράσεις τὶς νέας ἐποχῆς τοῦ Ἀντιχρίστου. Δὲν ὑπάρχει δὲ τίποτε πιὸ ἀποκρουστικὸ καὶ βδελυρὸ ἐνώπιόν τοῦ Θεοῦ ἀπὸ ἕναν χλιαρὸ Χριστιανό, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι οὔτε ζεστός, οὔτε ψυχρός, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς θὰ τὸν ξεράσει, θὰ τὸν ἀπορρίψει ὁλοκληρωτικά.
Ἐμεῖς, ἀντιθέτως, ἂς γίνουμε ἡρωικοὶ ἀκόλουθοι τοῦ Χριστοῦ σὰν τὸν Σίμωνα Πέτρο καὶ τὸν Ἀνδρέα, μιμούμενοι αὐτὴν τὴν ἀπότομη καὶ ὁριστικὴ ἐγκατάλειψη τοῦ κόσμου μὲ ὅλα τὰ ἁμαρτωλὰ παρεπόμενά του, ἔχοντας πάντα στὴν καρδιὰ μᾶς αὐτὸ τὸ «εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ». Ἂς ἀκούσουμε τὸν Χριστὸ ποὺ μᾶς καλεῖ νὰ τὸν ἀκολουθήσουμε διακόπτοντας κάθε ἐφάμαρτο δεσμό, γιὰ νὰ ἀνεβοῦμε πρὸς τὸν Οὐρανό, πετώντας ἐλεύθεροι καὶ εὐτυχισμένοι! Ἀμήν, γένοιτο!    Πηγή:  Ιερά Μητρόπολη Χίου

Σάββατο 13 Ιουνίου 2020

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 14 ΙΟΥΝΙΟΥ

TheioKirigma
Ἀριθμός 23
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ (Ματθ. ι΄32-33, 37-38, ιθ΄27-30)
14 Ἰουνίου 2020
ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΟΣΜΑ
Εἶπεν ὁ Κύριος· πᾶς ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς· ὅστις δ᾿ ἂν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὃς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος. Τότε ἀποκριθεὶς ὁ Πέτρος εἶπεν αὐτῷ· ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι· τί ἄρα ἔσται ἡμῖν;
Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὑμεῖς οἱ ἀκολουθήσαντές μοι, ἐν τῇ παλιγγενεσίᾳ, ὅταν καθίσῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, καθίσεσθε καὶ ὑμεῖς ἐπὶ δώδεκα θρόνους κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ. Καὶ πᾶς ὃς ἀφῆκεν οἰκίας ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου, ἑκατονταπλασίονα λήψεται καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει. Πολλοὶ δὲ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καὶ ἔσχατοι πρῶτοι.
ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ
Μετὰ τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατὰ τὴν Κυριακή της Πεντηκοστῆς καὶ τὴν ἐπίσημη ἵδρυση τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἑορτάζουμε σήμερα Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πάντων, ὅλους τούς ἀπ’ αἰῶνος ἁγίους, οἱ ὁποῖοι διέλαμψαν ἀπὸ τὰ μετὰ Χριστὸν χρόνια ἕως καὶ τὶς ἡμέρες μας. Καὶ εἶναι εὔλογο νὰ ἀναμένει κάποιος νὰ ἰδεῖ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐπιφοίτησης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὰ ὁποία εἶναι τόσο συγκλονιστικά, ὅσο συγκλονιστικὴ ὑπῆρξε αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ἔκχυση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στοὺς Ἀποστόλους καὶ στὰ μέλη τῆς πρώτης Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων. Μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐνεργοποιεῖται στὶς ψυχὲς τῶν πρώτων Χριστιανῶν τὸ μυστήριο τοῦ ἐξαγιασμοῦ, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἕνωση μὲ τὸ Θεό, καὶ ἐξαιτίας αὐτοῦ χιλιάδες καὶ ἑκατομμύρια ἅγιοι ἔχουν ἀναφανεῖ καὶ ἔχουν διαλάμψει μέσα στοὺς αἰῶνες.
Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ ἀναφέρει κάποιες ἀπὸ τὶς ἰδιότητες τῶν ἁγίων, ἀπὸ τὶς ὁποῖες πρώτιστη εἶναι ἡ ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ ὡς Υἱοῦ καὶ Λόγου Θεοῦ. Λέγει ὁ Χριστός: «Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγῶ ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου ἐν τοῖς οὐρανοις.» «Ὅποιος μὲ ὁμολογήσει μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, θὰ τὸν ὁμολογήσω καὶ ἐγὼ μπροστὰ στὸν Οὐράνιο Πατέρα μου». Πρέπει νὰ ἐννοήσουμε ὅτι ὁ λόγος αὐτὸς ἀναφέρεται κυρίως στοὺς διωκόμενους Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι σύρονται ἐνώπιον δικαστῶν καὶ ἡγεμόνων, ποὺ ἐχθρεύονται τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία Του. Μέσα σὲ μία ἀπόλυτα ἐχθρικὴ πρὸς τὸν Χριστὸ ἀτμόσφαιρα θὰ κληθοῦν νὰ ὁμολογήσουν τὴν πίστη τους, ἀποτινάσσοντας ἀπὸ ἐπάνω τους τὰ βαριὰ δεσμὰ τοῦ φόβου καὶ τοῦ τρόμου μπροστὰ στὴ δύναμη τῆς ἐγκόσμιας ἐξουσίας. Οἱ κοσμοκράτορες τοῦ αἰῶνος τούτου χρησιμοποιοῦν τὰ συνήθη μέσα τῆς ψυχικῆς καὶ σωματικῆς βίας, γιὰ νὰ ὁδηγήσουν τὶς ἀνθρωπομάζες στὸν δρόμο τῆς ὑποταγῆς καὶ τῆς συμμόρφωσης. Χρησιμοποιοῦν, ἐπίσης, καὶ τὰ θέλγητρα τῆς παρούσης ζωῆς, παρέχοντας πλοῦτο, δόξα, τιμές, ἡδονές. Εἶναι γνωστὴ ἡ τακτικὴ αὐτὴ ἀπὸ τὰ μαρτύρια τῶν πρώτων χριστιανῶν, σύμφωνα μὲ τὰ ὁποῖα ὁ ἀρχικὸς καλὸς τρόπος τῶν ἀρχόντων-δικαστῶν μεταβαλλόταν σὲ ἀγριότητα μὲ ἀπειλὲς καὶ φρικτὰ βασανιστήρια. Ἀκριβῶς τότε λάμπει ὁ ἀδαμάντινος χαρακτήρας τῆς ψυχῆς, ποὺ ὁμολογεῖ μὲ ἀταλάντευτη φωνὴ τὸν Χριστὸ καὶ περιφρονεῖ ἐξίσου καὶ τὶς ἐπίγειες ἀπολαύσεις καὶ τὶς τρομερὲς βασάνους.
Ὁ ὁμολογητὴς Χριστιανὸς κάθε ἐποχῆς ἔχει βέβαια μία ἰσχυρὴ προσωπικότητα ποὺ διανθίζεται ἀπὸ τὶς ἀρετὲς τοῦ θάρρους καὶ τῆς καλῆς παρρησίας. Ὡστόσο ἡ ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ ἐνώπιον τῶν ἀντίχριστων δυνάμεων δὲν εἶναι προσωπικὸ κατόρθωμα, εἶναι χάρις Θεοῦ. Εἶναι χαρισματικὴ ἀπόρροια ἑνὸς γενικοτέρου τρόπου ζωῆς, ποὺ ἀπαιτεῖ πολυχρόνια καλλιέργεια τῶν ἀρετῶν τῆς ψυχῆς. Ὁ πιστὸς ποὺ ὁμολογεῖ τὸν Χριστὸ εἶναι θωρακισμένος μὲ μία πνευματικὴ πανοπλία ποὺ ἀποκτήθηκε μὲ πολὺν ἀγώνα, προσευχή, ἄσκηση, μυστηριακὴ ζωή, ἀγάπη καὶ ταπείνωση. Ὅλα αὐτὰ ἑλκύουν τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅποτε, ἂν ἐπιτρέψει ὁ Θεός, ἡ ὁμολογία Χριστοῦ ἔρχεται φυσικὰ καὶ ἀβίαστα, σὰν προετοιμασμένη ἀπὸ καιρό. Γιατί, ὄντως, ὅλη ἡ ζωὴ τοῦ ἀληθινοῦ χριστιανοῦ εἶναι μία προετοιμασία γιὰ τὴ μαρτυρία τοῦ Χριστοῦ καί, ἂν χρειαστεῖ, γιὰ τὸ μαρτύριο. Τὸ μαρτύριο, βέβαια, δὲν εἶναι γιὰ ὅλους, εἶναι γιὰ τοὺς ἐκλεκτούς, εἶναι μία ὕψιστη τιμὴ γιὰ αὐτοὺς ποὺ ὑπεραγαποῦν τὸν Χριστὸ καὶ θέλουν νὰ τὸν μιμηθοῦν στὸν σταυρὸ καὶ στὸν θάνατο. Καμία δόξα τοῦ κόσμου αὐτοῦ δὲν μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ μὲ τὴν αἱμάτινη δόξα τοῦ μάρτυρος, ποὺ λαμπρύνει τὴν ἀνθρώπινη ἱστορία καὶ καταξιώνει τὴν ἀνθρωπότητα.
Πέρα ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀκραία κατάσταση τοῦ διωγμοῦ καὶ τοῦ μαρτυρίου, ὁ πιστὸς ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ ὁμολογήσει τὸν Χριστὸ κάθε ὥρα καὶ στιγμὴ μὲ πολλοὺς καὶ ποικίλους τρόπους, κυρίως ὅμως μὲ τὴν ἴδια του τὴν καθημερινὴ ζωή. Ὁ ἀληθινὸς χριστιανὸς εἶναι μία ζωντανὴ ὁμολογία Χριστοῦ, κάθε λόγος του, κάθε πράξη του, κάθε κίνημα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματός του ἀποπνέει τὴν εὐωδία τοῦ Χριστοῦ, μαρτυρεῖ τὴν εὐεργετικὴ ἀλλοίωση ποὺ ἐπιφέρει ὁ Χριστὸς στὸν ἄνθρωπο ποὺ Τὸν ἀγαπᾶ καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἀποκαλύπτεται ἡ θεότητα τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο. Ὁ κάθε πιστὸς εἶναι, σύμφωνα μὲ τὸν εὐαγγελικὸ λόγο, «πόλις ἐπάνω ὄρους κειμένη», τὴν ὁποία ὅλοι παρατηροῦν, γιὰ νὰ ἰδοῦν πῶς πολιτεύεται. Ὁ πιστὸς εἶναι, ἐπίσης, «ὁ λύχνος ἐπὶ τὴν λυχνίαν», ποὺ μεταλαμπαδεύει τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ στὴν κοινωνία τῶν ἀνθρώπων καὶ μὲ τὴ ζωὴ του δοξάζει τὸν Χριστό. Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τὸ νόημα τοῦ λόγου τοῦ Χριστοῦ: «Οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν Πατέρα ὑμῶν ἐν τοῖς οὐρανοῖς».
Στὶς ἡμέρες μας, περισσότερο ἀπὸ ποτέ, ἀναφαίνεται ἡ ἀνάγκη νὰ ὁμολογοῦμε τὸν Χριστὸν κάθε ὥρα καὶ στιγμὴ τῆς ζωῆς μας. Διαπιστώνουμε ὅτι τὸ σκοτάδι τῶν ἀντίθεων δυνάμεων ἔχει ἁπλωθεῖ σχεδὸν παντοῦ στὸν κόσμο καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ ἀποστασία ποὺ ἔχει προφητευθεῖ ὅτι θὰ ἐπικρατεῖ σὲ ὅλη τὴν οἰκουμένη κατὰ τοὺς ἐσχάτους χρόνους. Ἐμεῖς, παρ’ ὅλες τὶς ἀδυναμίες μας καὶ τὰ πάθη μας, κρατᾶμε ἀκόμη ἀναμμένη τὴ φλόγα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἦρθε ὁ καιρὸς μὲ σύνεση νὰ προβάλλουμε, ὅπου χρειαστεῖ, αὐτὴν τὴ φλόγα. Πρέπει νὰ ἀποτινάξουμε τὸ πνεῦμα τῆς ἀδράνειας καὶ τῆς δειλίας, νὰ ἀποκτήσουμε τὸ εὐλογημένο θάρρος, τὴν καλὴ παρρησία καὶ νὰ ὁμολογοῦμε Χριστὸ παντοῦ καὶ πάντοτε. Ἂς ξεκινήσουμε ἀπὸ τὰ ἁπλά: νὰ κάνουμε τὸ σταυρό μας ὅταν περνᾶμε μπροστὰ ἀπὸ ἕνα ναό. Νὰ κάνουμε τὸ σταυρό μας πρὶν ἀπὸ τὸ φαγητὸ σὲ ἕνα ἑστιατόριο. Νὰ νηστεύουμε φανερά, ὅταν ὅλοι οἱ γύρω μας δὲν νηστεύουν κατὰ τὶς καθιερωμένες νηστεῖες. Νὰ ἀντιταχθοῦμε σὲ κάποιον ποὺ βλασφημεῖ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία. Νὰ ποῦμε μὲ θάρρος τὴ γνώμη μας, ὅταν ὑβρίζεται ἡ ἐκκλησία μας καὶ γίνεται ἀντικείμενο εἰρωνείας. Νὰ εἴμαστε εἰλικρινεῖς, ἐργατικοί, τίμιοι, χωρὶς ὑπερηφάνεια. Γενικὰ νὰ ζοῦμε καὶ νὰ συμπεριφερόμαστε ὡς γνήσιοι χριστιανοί, ἔχοντας ὡς καύχημά μας τὸν Χριστό, κατὰ τὸ λεγόμενο: «ὁ καυχώμενος ἐν Κυρίω καυχάσθω». Νὰ ἀποβάλλουμε τὸν φόβο ἔχοντας πίστη στὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ: «Ἐν τῷ κόσμω τούτω θλῖψιν ἕξετε. Ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον!»
Ζώντας, λοιπὸν, μὲ πνεῦμα διαρκοῦς ὁμολογίας Χριστοῦ, ἐλπίζουμε βάσιμα ὅτι καὶ ὁ Χριστὸς δὲν θὰ μᾶς ἀρνηθεῖ, ἀλλὰ θὰ μᾶς ὁμολογήσει μπροστὰ στὸν Θεὸ Πατέρα κατὰ τὴν φοβερὰ ἡμέρα τῆς Κρίσεως καὶ ἔτσι θὰ ἀπολαύσουμε τὴν Οὐράνια Βασιλεία Του μαζὶ μὲ ὅλους τους Ἁγίους Του, εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων! Ἀμήν, γένοιτο!    Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Σάββατο 6 Ιουνίου 2020

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 07 ΙΟΥΝΙΟΥ

TheioKirigma
Ἀριθμός 22
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ (Ἰωάν. ζ΄ 37-52, η΄12)
7 Ἰουνίου 2020
«Πεντηκοστὴν ἑορτάζομεν καὶ Πνεύματος ἐπιδημίαν καὶ προθεσμίαν ἐπαγγελίας καὶ ἐλπίδος συμπλήρωσιν. Καὶ τὸ μυστήριον ὅσον, ὡς μέγά τε καὶ σεβάσμιον!», ἀναφωνεῖ ὁ Μέγας Θεολόγος Γρηγόριος καὶ ψάλλουμε, ἐπίσης, κατὰ τὸν ἑσπερινό τῆς ἑορτῆς. Μεγάλη ἑορτὴ ἡ σημερινή, κατὰ τὴν ὁποία τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο κατῆλθε στὸ ὑπερῶο τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐπεφοίτησε στοὺς μαθητὲς τοῦ Κυρίου μᾶς Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τοὺς μεταμόρφωσε σὲ Ἀποστόλους Του. Ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία μας τὰ γενέθλιά της, γιατί ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἡμέρα ξεκίνησε ὁ ἱστορικὸς βίος της, ὁ ὁποῖος συνεχίζεται μέχρι σήμερα μὲ τὴν ἀποστολικὴ διαδοχὴ καὶ τὴ μετάδοση τῆς Θείας Χάριτος μέσῳ τῶν Ἱερῶν Μυστηρίων.
Στὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς λέγει, καὶ μάλιστα μὲ δυνατὴ φωνὴ, τὰ ἑξῆς: « Ἐὰν κάποιος διψᾶ, ἂς ἔρθει σὲ ἐμένα καὶ ἂς πιεῖ. Ἀπὸ αὐτὸν ποὺ πιστεύει σὲ ἐμένα, ὅπως εἶπε ἡ Γραφή, ἀπὸ τὴν κοιλία του, ποταμοὶ ἀπὸ ζωντανὸ νερὸ θὰ ρεύσουν.» Καὶ σχολιάζει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης: «Αὐτὸ τὸ εἶπε γιὰ τὸ Πνεῦμα, τὸ ὁποῖο ἐπρόκειτο νὰ λάβουν αὐτοὶ ποὺ θὰ ἐπίστευαν σὲ αὐτόν.» Ὁ Χριστὸς ἀπευθύνεται σ’ αὐτοὺς ποὺ διψοῦν. Ποιοὶ εἶναι αὐτοί; Εἶναι ὅσοι ἐπιθυμοῦν τὰ πνευματικὰ ἀγαθά, αὐτοὶ ποὺ ποθοῦν τὴν ἐσωτερικὴ γαλήνη καὶ τὴ μακαριότητα τῆς θείας ζωῆς. Εἶναι «οἱ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην», αὐτοὶ ποὺ λαχταροῦν νὰ ἐφαρμόζουν τὸ Νόμο τοῦ Θεοῦ, τὰ δικαιώματα, τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. Αὐτοὶ, λοιπὸν, ἂς ἔλθουν στὸ Χριστό, γιὰ νὰ πιοῦν καὶ νὰ ξεδιψάσουν. Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ πηγὴ τοῦ «ζῶντος ὕδατος», τὸ ὁποῖο μποροῦν νὰ λάβουν οἱ πιστοί Του καὶ ὄχι μόνο θὰ γίνουν παθητικοὶ δέκτες, ἀλλὰ καὶ ἀναμεταδότες αὐτοῦ του νεροῦ. Θὰ ἀποκτήσουν μία δική τους, ἐσωτερικὴ πηγὴ «ὕδατος», καὶ μάλιστα ὄχι ἁπλῶς μία πηγή, ἀλλὰ «ποταμοὺς ὕδατος ζῶντος», οἱ ὁποῖοι θὰ ρέουν πλουσιοπάροχα καὶ ἀκατάπαυστα «ἐκ τῆς κοιλίας αὐτῶν», δηλαδὴ ἀπὸ τὸν ἐσωτερικό τους ψυχικὸ κόσμο, ἀπὸ τὴν καρδιά τους. Τὰ ἴδια περίπου λόγια, μὲ τὸ ἴδιο νόημα , εἶχε ἐπαναλάβει ὁ Χριστὸς καὶ στὴ Σαμαρείτιδα, ὅταν τῆς εἶπε ὅτι τὸ «ὕδωρ τὸ ζῶν», ποὺ θὰ δώσει στὸν πνευματικὰ διψασμένο, θὰ γίνει ἐντός του «πηγὴ ὕδατος ἀλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον.»
Διαπιστώνουμε μία πνευματικὴ χρήση τῆς λέξης «ὕδωρ», σὲ μία προσπάθεια νὰ ἀπεικονισθεῖ ἀνθρωποπαθῶς ἡ ἐπενέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γιατί, ὅσο πολύτιμο καὶ ἀναντικατάστατο εἶναι τὸ νερὸ γιὰ τὴν ὑλική, βιολογικὴ ὑπόσταση τοῦ ἀνθρώπου, ἄλλο τόσο πολύτιμο εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα γιὰ τὴν πνευματικὴ ὕπαρξή του. Τί εἶναι, ὅμως, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα; Ἀξίζει νὰ δώσουμε τὴν ἀπάντηση μελετώντας δύο τροπάρια τῶν Αἴνων τῆς σημερινῆς ἑορτῆς. Στὸ πρῶτο τροπάριο ψάλλουμε: «Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἦν μὲν ἀεὶ καί ἐστι καὶ ἔσται, οὔτε ἀρξάμενον, οὔτε παυσόμενον, ἀλλ’ ἀεὶ Πατρὶ καὶ Υἱῷ συντεταγμένον καὶ συναριθμούμενον.» Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα πάντοτε ὑπῆρχε, ὑπάρχει καὶ θὰ ὑπάρχει, δὲν ἔχει ἀρχή, οὔτε τέλος, ἀλλὰ πάντοτε συντάσσεται, εἶναι ἑνωμένο μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸ ὡς τὸ τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος. Εἶναι «ζωὴ καὶ ζωοποιοῦν». Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἡ ἴδια ἡ Ζωή, ἀλλὰ καὶ μεταδίδει ζωή, εἶναι αὐτὸ ποὺ ζωοποιεῖ κάθε ζωντανὸ ὀργανισμὸ ἐπὶ τῆς γῆς. Εἶναι αὐτὸ ποὺ μεταδίδει στὸν ἄνθρωπο ἐπιπλέον τὴν ὄντως ζωή, τὴν πνευματική. Αὐτὸ σημαίνεται στὴν ἑπόμενη φράση τοῦ τροπαρίου: «Φῶς καὶ φωτὸς χορηγόν». Εἶναι τὸ αὐτόφωτο Φῶς ποὺ «φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον», ἰδιαίτερα δὲ φωτίζει τοὺς Ἁγίους ποὺ ἔχουν ἀνέλθει σὲ ὕψη θείων ἀναβάσεων καὶ μετέχουν τοῦ Ἀκτίστου Φωτός, δηλαδὴ τῶν ἀκτίστων θείων ἐνεργειῶν. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἐπίσης «αὐτάγαθον καὶ πηγὴ ἀγαθότητος». Εἶναι τὸ ἴδιο τὸ Ἀγαθόν, ἔχει τὴν ἀγαθότητα ὡς προσωπικὸ ἰδίωμα καὶ παρέχει αὐτὴν τὴν ἀγαθότητα ὡς δωρεά σὲ ὅλη τὴν κτίση. «Δι’ οὗ Πατὴρ γνωρίζεται καὶ Υἱὸς δοξάζεται». Μέσῳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γνωρίζουμε τὸν Θεὸ Πατέρα, ὅσο εἶναι δυνατὸ στὸν ἄνθρωπο καὶ κατὰ τὸ μέτρο τῆς πνευματικῆς προκοπῆς τοῦ καθενός. Μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δοξάζουμε τὸν Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ, τὸν Ἰησοῦ Χριστό, καὶ τὸν ὁμολογοῦμε ὡς Σωτήρα μας. Ἄλλωστε, σύμφωνα μὲ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, «οὐδεὶς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν, εἰ μὴ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ». «Καὶ παρὰ πάντων γινώσκεται μία δύναμις, μία σύνταξις, μία προσκύνησις τῆς Ἁγίας Τριάδος.» Μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα γνωρίζεται ἀπὸ ὅλους τὸ μυστήριο τῆς Τριαδικῆς Θεότητος, ἡ δύναμη καὶ ὁ τρόπος ὕπαρξής Της, καὶ καθιερώνεται ἡ προσκύνηση καὶ ἡ λατρεία Της, κατὰ τὸ λεγόμενο ἑνὸς ἄλλου τροπαρίου: «Ἐν τρισὶν ὑποστάσεσιν Ἕνα Θεὸν ὑμνεῖν μεμαθήκαμεν.»
Στὸ δεύτερο τροπάριο ψάλλουμε: «Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον,……, Πνεῦμα σοφίας, Πνεῦμα συνέσεως». Εἶναι τὸ Πνεῦμα τῆς Σοφίας καὶ τῆς Συνέσεως τοῦ Θεοῦ, τῆς «ὑπὲρ λόγον καὶ ἔννοιαν», τὸ Πνεῦμα τῆς Ὑπέρτατης Σοφίας, ποὺ ξεπερνᾶ κάθε ἀνθρώπινη σοφία, στὴν ὁποία μετέχουν μόνο οἱ ἄξιοι ἀγωνιστὲς τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Εἶναι, ἐπίσης, Πνεῦμα «ἀγαθόν, εὐθές, νοερόν, ἡγεμονεῦον, καθαῖρον τὰ πταίσματα». Εἶναι τὸ ἀγαθὸ Πνεῦμα ποὺ κυβερνᾶ τὸν νοῦ τῶν φωτισμένων ἀνθρώπων καὶ καθαρίζει τὶς ψυχές τους ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες. Εἶναι «Θεὸς καὶ θεοποιοῦν, πῦρ ἐκ πυρὸς προϊόν.» Μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ποὺ εἶναι Θεός, ἐπιτυγχάνεται ἡ θέωση, μὲ τὸ νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος «καθ’ ὁμοίωσιν» Θεοῦ, ποὺ σημαίνει ἀναχώνευσή του μὲ τὴ θεϊκὴ φωτιά. Γιατί φωτιὰ εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸ θεϊκὸ πῦρ καὶ ἀνάβει τὴν πνευματικὴ καὶ σωτηριώδη πυρκαγιά. Εἶναι, ἐπίσης, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα «λαλοῦν, ἐνεργοῦν, διαιροῦν τὰ χαρίσματα». Εἶναι αὐτὸ ποὺ ἐπενεργεῖ στοὺς ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ, ὁμιλεῖ στὶς καρδιές τους καὶ διαμοιράζει τὰ χαρίσματά Του ἀνάλογα πρὸς τὴν προσωπικότητα τοῦ καθενός. Καὶ συνεχίζει τὸ τροπάριο: «Δι’ οὗ Προφῆται ἅπαντες καὶ Θεοῦ Ἀπόστολοι μετὰ Μαρτύρων ἐστέφθησαν». Μὲ τὴ δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στεφανώθηκαν οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ Μάρτυρες, ὅλοι οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας ἔλαμψαν καὶ κατατάχθηκαν στὴν Θριαμβεύουσα Ἐκκλησία.
Καλὸ εἶναι νὰ κατέχουμε κάποιες θεολογικὲς γνώσεις περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀκόμη καλύτερο, ὅμως, εἶναι νὰ ἀγωνιζόμαστε στὴν καθημερινή μας ζωὴ νὰ Τὸ ἀποκτήσουμε, γιατί αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος σκοπὸς ποὺ νοηματοδοτεῖ τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη, ὅπως ἔλεγε καὶ ὁ πνευματέμφορος Ἅγιος Σεραφεὶμ τοῦ Σαρώφ. Ὅσα κι ἂν κάνουμε, ὅσα κι ἂν λέμε, ὅσα κι ἂν σκεφτόμαστε, σὲ αὐτὸ καὶ μόνο πρέπει νὰ συντείνουν, στὸ νὰ ἐγκολπωθοῦμε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, πρὶν κλείσουμε τὰ μάτια καὶ ἀφήσουμε τὴν τελευταία μας πνοή. Ἰδιαίτερα στὶς ὀδυνηρὲς ἡμέρες μας, κατὰ τὶς ὁποῖες ἀπὸ παντοῦ μας κυκλώνουν μυριάδες δοκιμασίες καὶ πειρασμοί, ἂς ἔχουμε πάντοτε τὸ νοῦ μας προσηλωμένο στὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο καὶ ἂς προσευχόμαστε σ’ Αὐτὸ ἀδιαλείπτως μὲ τὴν γλυκύτατη προσευχή: «Βασιλεῦ Οὐράνιε, Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας,…….., ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν καὶ καθάρισον ἡμᾶς ἀπὸ πάσης κηλίδος καὶ σῶσον, Ἀγαθέ, τὰς ψυχᾶς ἡμῶν!» Ἀμήν, γένοιτο!   Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2020

EgkykliaSimeiomata
Ἐν Χίῳ τῇ 3ῃ Ἰουνίου 2020
Μνήμη Λουκιλιανοῦ & Παύλης τῶν μαρτύρων
         Πρωτ. 117
Ἀριθμ.
         Διεκπ. 445
ΕΓΚΥΚΛΙΟΝ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Πρός
Τόν Ἱερόν Κλῆρον
Τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως
Διά τοῦ παρόντος, διαπέμπομεν ὑμῖν, συνημμένως, τό ὑπ’ ἀρ. 2406/1001/3-6-2020 Ἐγκύκλιον Σημείωμα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, μέ θέμα: «Περί τῆς λειτουργίας τῶν Ἱερῶν Ναῶν κατά τό χρονικόν διάστημα ἀπό 6ης Ἰουνίου ἕως 9ης Ἰουλίου ἐ.ἔ.» καί ἐντελλόμεθα διά τά καθ’ ὑμᾶς.
Ἐπί δέ τούτοις, ἐπικαλούμεθα ἐφ' ὑμᾶς τήν Χάριν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί διατελοῦμεν μετ’ εὐχῶν



Σάββατο 30 Μαΐου 2020

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 31 ΜΑΪΟΥ

TheioKirigma
Ἀριθμός 21
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ (Ἰωάν. ιζ' 1-13)
31 Μαΐου 2020
Η ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐπάρας ὁ Ἰησοῦς τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε· πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱός σου δοξάσῃ σε, καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον. Αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν. Ἐγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, τὸ ἔργον ἐτελείωσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω· καὶ νῦν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί. Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. Σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας, καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι. Νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ ἐστιν· ὅτι τὰ ρήματα ἃ δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον, καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας.
Ἐγὼ περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ· οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ, ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς μοι, ὅτι σοί εἰσι, καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστι καὶ τὰ σὰ ἐμά, καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς. Καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ οὗτοι ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί, καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ ἔρχομαι. Πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου ᾧ δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς. Ὅτε ἤμην μετ’ αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου· οὓς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ. Νῦν δὲ πρὸς σὲ ἔρχομαι, καὶ ταῦτα λαλῶ ἐν τῷ κόσμῳ ἵνα ἔχωσι τὴν χαρὰν τὴν ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν αὐτοῖς.
ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ
Βρισκόμαστε ἕνα βῆμα πρὶν ἀπὸ τὴ σύλληψη τοῦ Χριστοῦ στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ καὶ ἀκοῦμε τὴν τελευταία διδασκαλία Του ἐπὶ τῆς γῆς, καθὼς καὶ τὴ μεγαλειώδη ἀρχιερατική Του προσευχή, ποὺ ἀπευθύνεται στὸν Θεὸ Πατέρα Του. Καὶ εἶναι ἡ προσευχὴ Του αὐτὴ γεμάτη ἀπὸ γλυκύτητα, πραότητα, μεγαλεῖο, ἀγάπη, ἄπειρη ἀγάπη γιά τὸν ἄνθρωπο. Εἶναι τὸ ἐπιστέγασμα τῆς ἐπίγειας παρουσίας Του, εἶναι λόγια προσευχῆς γιὰ τοὺς μαθητές Του, τὴν Ἐκκλησία Του καὶ γιὰ τοὺς πιστοὺς ὅλων τῶν αἰώνων. Ζητᾶ νὰ χορηγήσει ὁ Θεὸς Πατέρας σ’ αὐτοὺς δόξα, ἁγιασμό, χαρά, ἀγάπη καὶ ἑνότητα. Σ’ αὐτὴν τὴν τελευταία χάρη, τὴν ἑνότητα, ἀξίζει νὰ ἐπικεντρωθοῦμε, μιά καὶ οἱ σήμερα ἑορταζόμενοι Ἅγιοι Πατέρες τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀγωνίστηκαν γι’ αὐτήν.
Ὁ Χριστός μας στὸν ἑνδέκατο στίχο τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς λέγει τὰ ἑξῆς: «Πάτερ Ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί Σου, οὕς δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἕν, καθὼς ἡμεῖς». Ἡ σύντομη ἑρμηνεία τοῦ χωρίου ἔχει ὡς ἑξῆς: «Πατέρα μου Ἅγιε, φύλαξέ τους (τοὺς μαθητές μου) μὲ τὴν πατρικὴ προστασία καὶ δύναμή σου, τὴν ὁποία ἔδωσες καὶ σὲ ἐμένα, ὥστε νὰ παραμείνουν ἑνωμένοι μὲ ἐμένα καὶ μεταξύ τους καὶ νὰ εἶναι μέσω τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ὁμοφροσύνης, ἕνα ἠθικὸ σῶμα, ὅπως εἴμαστε καὶ ἐμεῖς ἕνα, ποὺ ἔχουμε τὴν ἴδια οὐσία καὶ φύση». Πόσο μεγάλη τιμὴ γιὰ ἐμᾶς νὰ ζητᾶ ὁ Χριστὸς κάτι ποὺ ἁρμόζει στὴν Ἁγία Τριάδα, δηλαδὴ τὴν ἑνότητα! Στὴν Ἁγία Τριάδα βέβαια ἡ ἑνότητα εἶναι ἕνα φυσικὸ ἰδίωμα, ἐνῶ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους εἶναι χάρις Θεοῦ. Αὐτὸ, λοιπὸν, τὸ «ἵνα ἕν ὦσιν» εἶναι μία θεμελιώδης μέριμνα τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπιζητεῖ τὴν ἑνότητα τῶν πιστῶν μέσω τῆς ἀγάπης, διότι ὅλοι οἱ πιστοὶ ἀποτελοῦμε ἕνα Σῶμα, τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Ἕν σῶμα καὶ ἕν πνεῦμα, καθὼς καὶ ἐκλήθητε ἐν μία ἐλπίδι τῆς κλήσεως ὑμῶν» ἔχοντας «ἕνα Κύριον, μίαν πίστιν, ἕν βάπτισμα, ἕνα πατέρα».
Γιὰ νὰ ὑπάρξει ἑνότητα, ὁμοψυχία, ὁμοτροπία, τρεῖς εἶναι οἱ βασικὲς προϋποθέσεις. Πρώτη προϋπόθεση εἶναι ἡ ἀγάπη, τὸ ἔλεος, ἡ εὐσπλαχνία, ἡ κατανόηση, ἡ ἀλληλεγγύη, ἡ συμπόνια, ἡ συμπαράσταση, ἡ συνδρομή. Βλέπουμε πόσες συνώνυμες λέξεις ὑπάρχουν γιὰ νὰ ἐκφράσουν τὴν πρώτη καὶ μεγάλη ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ: «Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους!» Ἡ ἀγάπη εἶναι ἰδίωμα τοῦ Θεοῦ, ἑπομένως ὁ πιστὸς ποὺ ἀγωνίζεται νὰ πλησιάσει τὸν Θεό, αἰσθάνεται μέσα του νὰ αὐξάνει ἡ ἀγάπη, ὄχι μόνο γιὰ τὸν Θεό, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν συνάνθρωπό του καὶ γιὰ ὅλη τὴν κτίση. Ὅπως ὁ ἥλιος μεταδίδει θερμότητα σὲ ὅλη τὴν οἰκουμένη καὶ ὅσο περισσότερο τὸν προσεγγίζεις, τόσο περισσότερο θερμαίνεσαι, κατὰ παρόμοιο τρόπο καὶ αὐτὸς ποὺ προσεγγίζει τὸν Θεὸ πλημμυρίζει ἀπὸ μία ἀπέραντη καὶ ἀνέκφραστη ἀγάπη γιὰ ὅλους καὶ γιὰ ὅλα τὰ πλάσματα τοῦ Θεοῦ. Ὅσο περισσότερο αὐξάνει ἡ ἀγάπη, τόσο περισσότερο ὁ ἄνθρωπος ὁμοιάζει πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἀποκτᾶ τὸ πνεῦμα τῆς ἑνότητας ποὺ χαρακτηρίζει τὴν Ἁγία Τριάδα. Ὅπου δὲ ἐπισκοπεῖ τὸ Φῶς τῆς Τριαδικῆς Θεότητας, ἀποδιώκεται κάθε διαίρεση, διχόνοια, μίσος καὶ κακία.
Ἡ δεύτερη προϋπόθεση γιὰ τὴν ἑνότητα, ἄρρηκτα συνδεδεμένη πρὸς τὴν πρώτη, εἶναι ἡ θεομίμητη ταπείνωση. Ἕνας ταπεινὸς ἄνθρωπος, ποὺ προχωρεῖ στὸν ἀγώνα τῆς αὐτογνωσίας καὶ τῆς αὐτομεμψίας, ποὺ κατεβαίνει στὴ σκοτεινὴ ἄβυσσο τῆς ὕπαρξής του καὶ φωτίζει τὶς ἀπόκρυφες καὶ σκοτεινὲς πτυχὲς τοῦ ἑαυτοῦ του, διαπιστώνει ὅτι εἶναι τόσο ἐλεεινὸς καὶ τρισάθλιος, ὥστε δὲν τολμᾶ νὰ σηκώσει ὑπερήφανο μάτι στὸν ἀδελφό του συνάνθρωπο, οὔτε νὰ τὸν κατακρίνει γιὰ ὁποιοδήποτε παράπτωμά του μὲ διδασκαλικὸ ὕφος. Ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος θέτοντας τὸν ἑαυτὸ του «ὑποκάτω πάσης τῆς κτίσεως» προσεγγίζει τὸν συνάνθρωπό του συγκαταβατικά, μὲ πραότητα καὶ κατανόηση, μὲ πνεῦμα προσφορᾶς καὶ θυσίας, μιμούμενος τὸν ταπεινὸ Ἰησοῦ. Ἑπομένως ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι αὐτὴ ποὺ ἐνισχύει τὸ σύνδεσμο τῆς ἀγάπης καὶ ἀποδιώκει τὴν ἐγωιστικὴ ἀποξένωση καὶ διχοστασία. Ταπείνωση καὶ ἀγάπη εἶναι τὰ δύο ἰσχυρότατα θεμέλια ποὺ στερεώνουν τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ὡς Σώματος Χριστοῦ.
Ὑπάρχει, ὅμως, καὶ μία τρίτη προϋπόθεση τῆς ἑνότητας τῶν πιστῶν, ἡ ὁποία σχετίζεται μὲ τὴν ὀρθότητα τῆς πίστης, μὲ τὴν Ὀρθοδοξία ὡς μόνης ὁδοῦ σωτηρίας ἐν τῷ κόσμω. Γιὰ νὰ ὑπάρχει ἑνότητα, πρέπει ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ νὰ ἀκολουθοῦν τὴ μία καὶ ἀδιαίρετη ὁδὸ πίστεως, νὰ ὁμοφρονοῦν, ὅσον ἀφορᾶ τὴν παραδεδομένη διδασκαλία ἀπὸ τὸν Θεάνθρωπο Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους Του καὶ ἀπὸ τοὺς μεγάλους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Πρέπει νὰ τὸ τονίσουμε πολὺ αὐτό, ὅτι δηλαδὴ χωρὶς ὀρθὴ πίστη στὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας ἑνότητα δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει. Εἶναι γεγονὸς θλιβερὸ ὅτι ὁ ἕνας καὶ ἄρραφος χιτώνας τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ἐκκλησία Του δηλαδή, διερράγη πολλὲς φορὲς μὲ τὶς πολυποίκιλες αἱρέσεις ποὺ ἐμφανίσθηκαν ἤδη ἀπὸ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς αἰῶνες. Πολυάριθμοι αἱρετικοὶ ἀκολουθώντας τὸν ὑπερήφανο λογισμό τους καὶ ὑποκινούμενοι ἀπὸ τὸ κοσμικό, σατανικὸ φρόνημα διετύπωσαν αἱρετικὰ δόγματα ποὺ ἀπείλησαν νὰ καταστρέψουν μὲ βιαιότητα τὴν ἑνιαία ἀρχικὰ χριστιανικὴ πίστη. Ἕνας τέτοιος αἱρετικὸς μὲ πολυάριθμους ὑποστηρικτὲς καὶ μεγάλη διάδοση ὑπῆρξε ὁ Ἄρειος, ὁ ὁποῖος ἐδίδασκε ὅτι ὁ Χριστὸς ἦταν τὸ ὕψιστο κτίσμα τοῦ Θεοῦ, δὲν ἦταν ὁ Θεάνθρωπος Χριστός, ὁ ὁμοούσιος πρὸς τὸν Πατέρα Υἱὸς καὶ Λόγος Του, ἀλλὰ ἕνας ἄνθρωπος ὁμοιούσιος πρὸς τὸν Πατέρα. Βλέπουμε μία ὁλόκληρη, ἰσχυρότατη αἵρεση νὰ στηρίζεται στὴν προσθήκη ἑνὸς ἰῶτα στὸν ὀρθὸ χαρακτηρισμὸ «ὁμοούσιος» γιὰ τὸν Χριστό. Αὐτὴ ἡ αἵρεση, ἂν ἐπικρατοῦσε, θὰ ἀναιροῦσε πλήρως τὴν δυνατότητα σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου μέσω τῆς Ἐκκλησίας. Γιατί, ἂν ὁ Χριστὸς εἶναι ἄνθρωπος, ἔστω καὶ ὁ σημαντικότερος, καὶ ὄχι Θεάνθρωπος, δὲν σώζεται κανείς.
Ἄπειρη εὐγνωμοσύνη καὶ τιμὴ ἀπονέμει σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας πρὸς τοὺς Ἁγίους καὶ Θεοφόρους Πατέρες τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ποὺ συνεκλήθη στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας τὸ ἔτος 325 ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ Ἁγίου Αὐτοκράτορος τῆς Νέας Ρώμης, τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, γιατί μὲ τὸ νὰ καταπολεμήσουν τὴν ἀρειανικὴ αἵρεση, θεμελίωσαν τὴν ὀρθὴ διδασκαλία περὶ Χριστοῦ, ὅπως ἐκφράζεται στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, τὸ γνωστό μας «Πιστεύω». Αὐτοὶ οἱ Πατέρες ὄντως ὑπῆρξαν «ἀστέρες πολύφωτοι τοῦ νοητοῦ στερεώματος», «τὰ πάγχρυσα στόματα τοῦ Λόγου», ποὺ ἐνίσχυσαν τὴν ἑνότητα τῶν πιστῶν καὶ ἀπεδίωξαν τὸ σκότος τῆς πλάνης, ἀποτέμνοντας μὲ τὴ μάχαιρα τοῦ Πνεύματος τὸ καρκίνωμα τῆς αἵρεσης.
Στὴν ἐποχὴ μας ὅλοι ὑμνοῦν τὴν ἑνότητα, ἰδιαίτερα στὸν ἐκκλησιαστικὸ χῶρο, καὶ ἐπιδιώκουν νὰ παύσουν οἱ διχοστασίες καὶ τὰ σχίσματα. Στὴν ἐπιδίωξη τους, ὅμως, γιὰ ἑνότητα οἱ ἄνθρωποι κάνουν ἕνα βαρύτατο λάθος: ὑπερτονίζουν τὴν ἀγάπη ὡς ἑνοποιητικὸ παράγοντα καὶ ὑποβαθμίζουν τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ἀλήθεια, τὴν ὀρθότητα τῆς πίστης. Ἔτσι ἔχει γεννηθεῖ τὸ παγκόσμιο κίνημα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τὸ ὁποῖο θέλει ὅλους τους Χριστιανοὺς ἑνωμένους ἐν ἀγάπῃ μόνο καὶ ὄχι ἐν ἀγάπῃ καὶ ἐν ἀληθείᾳ. Ἡ Ὀρθόδοξή μας Ἐκκλησία, ποὺ εἶναι ὁ φορέας τοῦ ἀρχέγονου ἀποστολικοῦ Χριστιανισμοῦ, θεωρεῖται ἰσότιμη πρὸς τὶς ἄλλες λεγόμενες χριστιανικὲς ὁμολογίες, τὸν Καθολικισμὸ καὶ τὸν Προτεσταντισμό, χωρὶς νὰ ὑπολογίζεται ὁ αἱρετικὸς χαρακτήρας τῶν ὡς ἄνω ὁμολογιῶν. Ἀκόμη χειρότερα δὲ προωθεῖται ἡ πανανθρώπινη ἑνότητα μέσω τῆς ἕνωσης ὅλων τῶν θρησκειῶν, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν Πανθρησκεία, στὴν ὁποία κυρίαρχη ἰδεολογία εἶναι ἡ κοσμικὴ ἀγάπη, ἡ κατανόηση καὶ ἡ ἀλληλεγγύη τῶν λαῶν. Εἶναι προφανὲς ὅτι ἀπὸ μία τέτοιου εἴδους ἑνότητα ἀπουσιάζει ἐντελῶς ἡ ἀλήθεια, δηλαδὴ ὁ Χριστός. Γι’ αὐτὸ καὶ παρὰ τὴν προώθηση αὐτῆς τῆς ἰδεολογίας τοῦ ἀγαπισμοῦ, τῆς ἀγάπης χωρὶς Χριστό, ὁ κόσμος πλημμυρίζει ἀπὸ μίσος, κακία, ἐχθρότητα, διαιρέσεις, διεκδικήσεις σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα, τόσο πολύ, ποὺ ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα ὁμοιάζει μὲ ἕνα ἡφαίστειο ἕτοιμο νὰ ἐκραγεῖ, εἶναι στὰ πρόθυρα ἑνὸς ἀγώνα ἀλληλοεξόντωσης μέχρις ἐσχάτων.
Ἐμεῖς, οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ τοῦ σήμερα, ἂς ἀγωνιζόμαστε γιὰ τὴν μεταξὺ μας ἑνότητα καλλιεργώντας καὶ τὶς τρεῖς προϋποθέσεις της: τὴν ἀγάπη, τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ. Κι ἔτσι ἑνωμένοι σὲ ἕνα Σῶμα, τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, θὰ φθάσουμε στὴν ἐπίγνωση τῆς ἀπροσίτου Δόξης τοῦ Θεοῦ καὶ στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ἀμήν, γένοιτο! Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Σάββατο 23 Μαΐου 2020

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 24 ΜΑΪΟΥ

TheioKirigma
Ἀριθμός 20
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ (Ἰωάν. θ΄ 1-38)
24 Μαΐου 2020
ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
1 Καὶ παράγων εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς· 2 καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· Ραββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ; 3 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· Οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ. 4 ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι. 5 ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ὦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου. 6 ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσεν χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ 7 καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων. 8 Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· Οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν; 9 ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι. 10 ἔλεγον οὖν αὐτῷ· Πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί; 11 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· Ἄνθρωπος λεγόμενος Ἰησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα. 12 εἶπον οὖν αὐτῷ· Ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; λέγει· Οὐκ οἶδα. 13 Ἄγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν. 14 ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς. 15 πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω. 16 ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· Οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. ἄλλοι ἔλεγον· Πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς. 17 λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· Σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ὁ δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν. 18 οὐκ ἐπίστευον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος 19 καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· Οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; πῶς οὖν ἄρτι βλέπει; 20 ἀπεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· Οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη· 21 πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει. 22 ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς Ἰουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται. 23 διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε. 24 Ἐφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλὸς, καὶ εἶπον αὐτῷ· Δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν. 25 ἀπεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· Εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω. 26 εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· Τί ἐποίησέ σοι; πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; 27 ἀπεκρίθη αὐτοῖς· Εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι; 28 ἐλοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· Σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί. 29 ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν. 30 ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ἐν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς. 31 οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ’ ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει. 32 ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου· 33 εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν. 34 ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· Ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω. 35 Ἤκουσεν Ἰησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· Σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ; 36 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· Καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν; 37 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν. 38 ὁ δὲ ἔφη· Πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ.
ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ
Οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ἐπιθυμοῦν μία ἥσυχη ζωή, χωρὶς ἔκτακτα περιστατικά, ποὺ τὶς περισσότερες φορὲς εἶναι ἀρνητικά, χωρὶς δραματικὲς ἐξάρσεις, ποὺ ὁδηγοῦν στὴν ἀνησυχία, στὸ φόβο καὶ στὴν ἀγωνία. Ὁ κοινὸς ἄνθρωπος θέλει μία ἤρεμη καθημερινότητα, ἕνα εὐχάριστο βόλεμα, τὸ ὁποῖο δὲν θὰ διαταράσσεται ἀπὸ κανέναν ἐνοχλητικὸ ἢ ἀπὸ καμιὰ ἀναταραχή. Αὐτὸς ὁ τρόπος ζωῆς εἶναι συνυφασμένος μὲ τὴ δειλία, ἀρνεῖται κάθε ἡρωικὴ ἐκδήλωση καὶ αὐτὸ εἶναι ὅ,τι χειρότερο μπορεῖ νὰ συμβεῖ σὲ ἕνα χριστιανό. Γιατί χριστιανὸς σημαίνει θάρρος, παρρησία, ὁμολογία, ξεπέρασμα τῶν ἐγωιστικῶν ἀναστολῶν, μαρτύριο καὶ θάνατο, ἂν ὁ Θεὸς τὸ ἐπιτρέψει.
Ἕνα τέτοιο ἡρωικὸ παράδειγμα μᾶς δίνει ὁ ἐκ γενετῆς τυφλός τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς. Καὶ εἶναι ἥρωας ὁ θεραπευμένος τυφλός, γιατί κινημένος ἀπὸ τὸ θαῦμα τῆς προσωπικῆς του θεραπείας, ἦρθε σὲ σύγκρουση μὲ τὸ πανίσχυρο ἱερατικὸ κατεστημένο τῶν Ἰουδαίων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ ὁμολόγησε τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς Σωτήρα καὶ Λυτρωτή, ἀδιαφορώντας πλήρως γιὰ τὶς ὅποιες συνέπειες θὰ μποροῦσε νὰ ὑποστεῖ.
Ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ἀναπτύσσει τὸ γεγονὸς τοῦ θαύματος αὐτοῦ μὲ μία λεπτομερῆ ἀφήγηση, ὅπου διαφαίνεται μὲ ἀκρίβεια ἡ κοινωνικὴ κατάσταση τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καθὼς καὶ ὅλη ἡ περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα. Τὸ ἐνδιαφέρον ἑστιάζεται στὰ ὅσα συνέβησαν καὶ στὰ ὅσα διημείφθησαν σχετικὰ μὲ τὸ θαῦμα τῆς ἀναβλέψεως τοῦ τυφλοῦ. Κατ΄ ἀρχὴν πρέπει νὰ ἀναφέρουμε ὅτι ὁ τυφλὸς ἦταν πασίγνωστος, ὅλοι ἤξεραν ποιὸς εἶναι, ποῦ βρίσκεται, ποιὰ εἶναι ἡ οἰκογένειά του. Ἑπομένως τὸ θαυμαστὸ γεγονὸς προκαλεῖ μεγάλη ἔκπληξη καὶ περιέργεια. Ξεκινᾶ, λοιπὸν, μία ὁλόκληρη διερεύνηση, καθὼς κάποιοι ἀναρωτιοῦνται ἂν αὐτὸς εἶναι ὁ τυφλός. Ἄλλοι λέγουν ὅτι εἶναι κάποιος ὅμοιός του. Ὁ τυφλὸς λέγει: «Ἐγὼ εἶμαι!» Τὸν ρωτοῦν πῶς τοῦ ἄνοιξαν τὰ μάτια καὶ αὐτὸς ἀπαντᾶ ὅτι ὁ Ἰησοῦς τὸν θεράπευσε. «Ποῦ εἶναι ἐκεῖνος;», ρωτοῦν. «Δὲν ξέρω», ἀπαντᾶ. Τὸν ὁδηγοῦν στοὺς Φαρισαίους, γιατί ἦταν Σάββατο, ὅταν τὸν θεράπευσε ὁ Ἰησοῦς, κάτι ἀπαράδεκτο γιὰ τοὺς Ἰουδαίους. Κάποιοι Φαρισαῖοι ἀποφαίνονται ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, ὁ Ἰησοῦς, δὲν ἔχει σταλεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, γιατί δὲν φυλάσσει τὴν ἀργία τοῦ Σαββάτου. Αὐτὸ, ὅμως, ποὺ ἰσχυρίζονται ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν θαυματουργία. Ἔτσι, προκαλεῖται διαφωνία ἀνάμεσά τους. Ρωτοῦν τότε τὸν τυφλό: «Ἐσὺ ποιὰ γνώμη ἔχεις γι΄ αὐτόν;» Αὐτὸς ἀπαντᾶ: «Εἶναι προφήτης!» Ἡ ἀπάντηση δὲν ἀρέσει στοὺς Ἰουδαίους, γι’ αὐτὸ δὲν πιστεύουν στὸ θαῦμα καὶ καλοῦν τοὺς γονεῖς του γιὰ ἐπιβεβαίωση. Αὐτοὶ βεβαιώνουν ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ τυφλὸς γιός τους, ἀλλὰ ἀποφεύγουν νὰ ὁμολογήσουν τὸν Χριστὸ ὡς αἴτιο τοῦ θαύματος. Ἡ τρομοκρατία ποὺ ἔχουν ἐπιβάλλει οἱ Ἰουδαῖοι εἶναι ἀποτελεσματική: ὅποιος ὁμολογήσει τὸν Ἰησοῦ ὡς Χριστὸ Μεσσία θὰ γίνεται ἀποσυνάγωγος, δηλαδὴ ἀποδιωγμένος καὶ ἀφορισμένος. Φοβερὴ τιμωρία γιὰ τὰ δεδομένα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τόσο φοβερή, ὥστε οὔτε οἱ γονεῖς τοῦ τυφλοῦ δὲν τολμοῦν νὰ ποῦν τὴν ἀλήθεια γιὰ τὸ γιό τους καὶ ἀποστασιοποιοῦνται. «Μεγάλος εἶναι, ρωτῆστε τὸν ἴδιο!», ἀπαντοῦν. Βλέπουμε νὰ ἐκτυλίσσεται μπροστὰ σὲ ὅλον τὸν ἁπλὸ λαὸ τῆς Ἰουδαίας μία δαιμονικὴ προσπάθεια γιὰ διαστροφὴ καὶ ἀπόκρυψη τῆς ἀλήθειας, ἕνας λυσσασμένος ἀγώνας κατὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων ποὺ θὰ ἤθελαν νὰ Τὸν πιστέψουν. Καὶ τὸ χειρότερο εἶναι ὅτι ὁ πόλεμος αὐτὸς ἐνδύεται τὸν εὐσχήμονα χιτώνα τῆς θεοσέβειας καὶ τῆς πιστῆς τήρησης τοῦ Νόμου. Γι’ αὐτὸ καὶ τὴ δεύτερη φορὰ ποὺ ἀνακρίνουν τὸν πρώην τυφλό τοῦ λένε: «Δόξασε τὸν Θεό!», δηλαδὴ τὸν Θεὸ ποὺ πιστεύουμε ἐμεῖς οἱ σοφοί, γιατί αὐτὸς ποὺ σὲ θεράπευσε, ὁ Ἰησοῦς, εἶναι ἁμαρτωλός, ἀφοῦ δὲν τηρεῖ τὸ Σάββατο, ἑπομένως ἀποκλείεται νὰ εἶναι θεόσταλτος, πολὺ δὲ περισσότερο νὰ εἶναι Θεός! Οἱ Ἰουδαῖοι ἀσκοῦν ψυχολογικὴ πίεση στὸν ἄνθρωπο αὐτόν. Γνωρίζουν ὅτι διακρατοῦν τὰ σκῆπτρα τῆς πνευματικῆς ἐξουσίας ἐπάνω στὸν ἁπλὸ λαὸ καὶ μὲ τὸν ἐκφοβισμὸ προσπαθοῦν νὰ ἀποτρέψουν κάθε προσπάθεια ἢ καὶ θέληση ἀναγνώρισης τοῦ Χριστοῦ ὡς Θεοῦ Σωτήρα. Θεωροῦν ὅτι ὁ πρώην τυφλὸς εἶναι ἕνα εὔκολο θύμα, ἕνα φοβισμένο ἀνθρωπάκι, ποὺ θὰ ὑποκύψει γρήγορα καὶ θὰ συμμορφωθεῖ πρὸς τὴν καθεστωτικὴ γραμμὴ τῆς πνευματικῆς δικτατορίας.
Ἔκαναν,ὅμως, λάθος. Στὴν ἐπιθετικὴ ἀνάκριση τῶν Ἰουδαίων ὁ πρώην τυφλὸς ἀπαντᾶ μὲ παραδειγματικὸ θάρρος καὶ ἑτοιμότητα λόγου χωρὶς καμία ἀμφιταλάντευση. Ἀρχικὰ δίνει τὴν ἀπάντηση ὅτι ἂν ὁ ἄνθρωπος Ἰησοῦς εἶναι ἁμαρτωλός, αὐτὸ δὲν τὸ ξέρει. Ἕνα γνωρίζει, ὅτι ἐνῶ ἦταν τυφλός, τώρα βλέπει. Ἐπιστρατεύει τὴν ἀκαταμάχητη δύναμη τῆς ἀληθείας τοῦ θαύματος, οἱ Ἰουδαῖοι ὅμως ἐθελοτυφλοῦν. Δὲν θέλουν νὰ πιστέψουν αὐτὸ ποὺ βλέπουν μπροστά τους, γι’ αὐτὸ τὸν ρωτοῦν πάλι καὶ πάλι: «Τί ἔγινε; Πῶς σοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια;» Νομίζουν ὅτι ἐπαναλαμβάνοντας τὰ ἴδια καὶ τὰ ἴδια θὰ ζαλίσουν, θὰ κουράσουν τὸν ἄνθρωπο καὶ θὰ τὸν ἀναγκάσουν νὰ ὑπαναχωρήσει. Κλασσικὴ ἀνάκριση ὁλοκληρωτικοῦ καθεστῶτος εἶναι αὐτὴ ποὺ ὑφίσταται ὁ πρώην τυφλός. Αὐτὸς, ὅμως, δὲν ὑποκύπτει καὶ ξεστομίζει κάτι ἐξωφρενικὸ γιὰ τοὺς Ἰουδαίους: «Μὲ ρωτᾶτε, σᾶς τὰ λέω καὶ δὲν ἀκοῦτε. Γιατί θέλετε νὰ τὰ ξανακούσετε; Μήπως θέλετε νὰ γίνετε μαθητὲς ἐκείνου;» Πρωτοφανὲς θάρρος ἀπὸ ἕναν «ἀνθρωπάκο», ποὺ ἐξαγριώνει τοὺς ἀνακριτὲς καὶ τοὺς κάνει νὰ τὸν ὑβρίσουν λέγοντάς του: «Ἐσὺ εἶσαι μαθητὴς ἐκείνου. Ἐμεῖς εἴμαστε μαθητὲς τοῦ Μωυσῆ! Ἐμεῖς γνωρίζουμε ὅτι ὁ Θεὸς ἔχει μιλήσει μόνο στὸ Μωυσῆ. Αὐτὸν δὲν τὸν γνωρίζουμε ἀπὸ ποῦ προέρχεται!» Πόσο ἀξιοθρήνητοι εἶναι αὐτοὶ οἱ λεγόμενοι μαθητὲς τοῦ Μωυσῆ, ποὺ δὲν πιστεύουν σὲ Αὐτὸν ἀκριβῶς ποὺ προεφήτευσε ὁ Μωυσῆς καὶ τὸν ὁποῖο πάρα πολὺ θὰ ἤθελε νὰ ἰδεῖ καὶ νὰ ἀκούσει ὁ μεγάλος Προφήτης τοῦ Ἰσραήλ! Στὴ συνέχεια, ἔρχεται συντριπτικὴ ἡ ἐπιχειρηματολογία τοῦ πρώην τυφλοῦ μὲ μία δόση εἰρωνείας. Τοὺς λέγει: «Αὐτὸ εἶναι ἀξιοθαύμαστο, ὅτι ἐνῶ ἐσεῖς δὲν γνωρίζετε ἀπὸ ποῦ ἔρχεται καὶ ὅμως μοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια. Γνωρίζουμε ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἀκούει τοὺς ἁμαρτωλούς, ἀλλὰ τοὺς θεοσεβεῖς, ποὺ ἐκτελοῦν τὸ θέλημά Του. Ἑπομένως, ἂν αὐτὸς δὲν ἦταν ἀπὸ τὸν Θεό, δὲ θὰ μποροῦσε νὰ κάνει ἕνα τόσο μεγάλο θαῦμα!» Οἱ Γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι, οἱ σοφοί του λαοῦ, μένουν ἄφωνοι μπροστὰ στὴ δύναμη τῆς ἀλήθειας καὶ δὲ μποροῦν νὰ ἀπαντήσουν τίποτε λογικό, τίποτε ποὺ νὰ ἀναιρέσει τὸ προφανὲς συμπέρασμα: ὁ Ἰησοῦς εἶναι σταλμένος ἀπὸ τὸ Θεό, εἶναι ὁ ἀναμενόμενος Χριστός. Ὁ ἐγωισμὸς τους ὅμως, ὁ φθόνος καὶ ἡ κακία τοὺς ἐμποδίζουν νὰ παραδεχτοῦν τὸ ὁλοφάνερο καὶ ξεσποῦν σὲ ὕβρεις: «Μέσα στὶς ἁμαρτίες ὅλος γεννήθηκες καὶ ἐσὺ τολμᾶς νὰ μᾶς διδάσκεις;» Καὶ τὸν πέταξαν ἔξω.
Μεγάλο παράδειγμα γιὰ ἐμᾶς τοὺς χριστιανοὺς τῶν ἐσχάτων χρόνων τὸ θάρρος καὶ ἡ παρρησία τοῦ τυφλοῦ. Αὐτὸς ὕψωσε τὸ ἀνάστημά του μπροστὰ στὸ φοβερὸ κατεστημένο τῆς ἐποχῆς του, διακήρυξε τὴν ἀλήθεια, ἐκδιώχθηκε ἀπὸ τὴν κοινωνία, κέρδισε ὅμως τὸν Χριστό, δηλαδὴ τὸ πᾶν. Κι ἐμεῖς αὐτὸ ἀκριβῶς πρέπει νὰ κάνουμε: νὰ ἀντιτάσσουμε τὸ λόγο τῆς ἀληθείας, τὴν ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ, μπροστὰ στὶς ὁλοένα αὐξανόμενες ἐπιθέσεις τῶν ἐχθρῶν Του, μένοντας παντοτινὰ συνδεδεμένοι μαζί Του. Ἂς μὴ φοβόμαστε τίποτε! Ὁ Σατανᾶς, ποὺ ὑποκινεῖ τὸν πόλεμο κατὰ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ μὲ τὰ ὑποχείριά του ὄργανα, εἶναι ἕνα μηδενικὸ μπροστὰ στὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ. «Φρίσσει γὰρ καὶ τρέμει μὴ φέρων καθορᾶν αὐτοῦ τὴν δύναμιν». Ἂς προχωροῦμε ἀκλόνητοι ἔχοντας βαθειὰ πίστη καὶ ἂς ψάλλουμε μὲ δυνατὴ φωνή: «Μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός, γνῶτε ἔθνη καὶ ἡττᾶσθε, ὅτι μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός!».    Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου