Σάββατο 28 Μαρτίου 2026

 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 13
ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ
29-03-2026
«Kατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου,
ὡς θυμίαμα ἐνώπιόν σου» (Ψαλμ. 140,2)

Οἱ ἀρχαῖοι, ἀδελφοί μου, ὀνόμαζαν θυμίαμα τήν ἀρωματική
«ἐλαιορρητίνη», ἡ ὁποία ἐκχυνόταν «διά ζομῶν» ἀπό τό δένδρο
«λίβανος».
Ἡ Παλαιά Διαθήκη άναφέρει τό θυμίαμα. Ἔτσι στό βιβλίο
τῆς Ἐξόδου, γίνεται λόγος γιά τήν προπαρασκευή τοῦ θυμιάματος
(Ἐξ. Λ, 34-38). Ὁ Ἀαρών, διά τοῦ Θεοῦ, μέσῳ τοῦ Μωϋσῆ, παίρνει
ἐντολή νά θυμιάσει τήν Κιβωτό μέ εὔοσμο θυμίαμα. Ἀλλά καί ὁ
προφήτης Μαλαχίας ἀναφέρει: «Ἀπό ἀνατολῶν ἡλίου καί ἕως δυσμῶν
τό ὄνομά μου δεδόξασται ἐν τοῖς ἔθνεσι καί ἐν παντί τόπῳ θυμίαμα
προσάγεται τῷ ὀνόματί μου» (Α΄, 11).
Στήν Καινή Διαθήκη μνημονεύεται ἡ ἀγγελική ὀπτασία στόν
ἱερέα Ζαχαρία, κατά τήν ὥρα τοῦ θυμιάματος (Λουκ. 1,49) στό Ναό τοῦ
Σολομῶντος. Οἱ τρεῖς μάγοι ἐξ Ἀνατολῶν προσέφεραν στό Σωτῆρα
χρυσό καί λίβανο (θυμίαμα) καί σμύρνα (Ματθ. 2,11). Ἡ Ἀποκάλυψη
τοῦ Ἰωάννη λέγει: «ἀνέβη ὁ καπνός τῶν θυμιαμάτων ταῖς προσευχαῖς
τῶν ἁγίων ἐκ χειρός τοῦ ἀγγέλου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ» (Η,4).
Ἡ Ἐκκλησία μας παρέλαβε τό θυμίαμα ἀπό τήν ἑβραϊκή Συναγωγή
καί τό χρησιμοποίησε στίς Κατακόμβες καί ἔκτοτε παρέμεινε γιά νά
ὑπενθυμίζει τό σύνδεσμο «τῶν καταδιωχθέντων μαρτύρων καί τῶν
θριαμβευσάντων πιστῶν, καί ὅπως καταστῇ ὁ Ναός τοῦ Θεοῦ
βασιλικώτερος καί μεγαλοπρεπέστερος» (Κ. Καλλίνικος, ὁ χρ. ναός).
Ὁ Γ΄ Ἀποστολικός Κανόνας κάνει λόγο περί θυμιάματος.
Ὁ Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως γράφει ὅτι «ὁ θυμιατήρ ὑποδεικνύει
τήν ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ, τό δέ πῦρ τήν θεότητα καί ὁ εὐώδης
καπνός μηνύει τήν εὐωδίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» καί συνεχίζει:
«Τό θυμίαμα εἶναι ἀντί τῶν ἀρωμάτων, πού οἱ μυροφόρες προσέφεραν
στόν ἐνταφιασμόν τοῦ Κυρίου. Καί ἡ σμύρνα καί ὁ λίβανος τῶν μάγων
εἶναι σύμβολον καθαρῆς προσευχῆς ἀπό ἔργα ἀγαθά, ἀπό τά ὁποῖα
προέρχεται ἡ εὐωδία, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος «Χριστοῦ εὐωδία ἐσμέν»
(Μυστ. Θεωρ. PG 98, σ. 400).
Ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης σημειώνει γιά τό θυμίαμα πού
προσφέρεται στό τέλος τῆς προσκομιδῆς: «Ὁ ἱερεύς προσφέρει
θυμίαμα εἰς τόν Θεόν πρός εὐχαριστίαν, διά τήν ἐνέργειαν τοῦ ἔργου
καί διά τήν ἐπιδημίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» (Ἅπαντα περί τοῦ
ἱ. ναοῦ σ. 319). Ὁ ἱερεύς, λέγει ὁ Ἅγιος Συμεών, θυμιᾶ πρίν ἀπό τήν
ἀνάγνωση τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου «διά τήν διδομένην ὑπό τοῦ
Εὐαγγελίου χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐν ὅλῃ τῇ οἰκουμένῃ (Αὐτόθι
σ. 327).
Ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος γράφει: «Ὅπως ἀκριβῶς τό θυμίαμα
εἶναι καλό καί εὐωδιάζει, ἔτσι καί ἡ προσευχή πού γίνεται ἀπό θέρμη
ψυχῆς καθίσταται εὐάρεστη στό Θεό. Αὐτό καί σύ κάμε στή σκέψη σου·
πρῶτα ἄναψε αὐτήν μέ τήν προθυμία, καί μετά κάμε τήν προσευχή.
Προσεύχεται, λοιπόν, (ὁ Δαυϊδ) καί παρακαλεῖ ἡ προσευχή του νά γίνει
σάν θυμίαμα, ἡ δέ ὕψωση τῶν χεριῶν του σάν θυσία ἑσπερινή. Διότι
καί τά δύο εἶναι εὐπρόσδεκτα. Ὅπως ἀκριβῶς τό θυμιατήρι πρέπει νά
μήν ἔχει τίποτε τό ἀκάθαρτο, παρά μόνο φωτιά καί θυμίαμα, ἔτσι καί ἡ
γλῶσσα, δέν πρέπει νά λέγει λόγια αἰσχρά, παρά λόγια ἅγια καί
εὔφημα· ἔτσι καί τά χέρια νά γίνονται σάν θυμιατήριο».
(Εἰς 140 Ψαλμό. Ε.Π.Ε. 76, σελ. 287). Σύμφωνα μέ ἄλλους ἑρμηνευτές τό
κάτω μέρος τοῦ θυμιατηρίου, τμῆμα ἡμισφαιρικό, παριστάνει τή γήϊνη
δημιουργία, ἐνῶ τό ἐπάνω τμῆμα τό στερέωμα καί τήν οὐράνια
δημιουργία. Οἱ τέσσερις ἀλυσίδες, πού συνδέουν τά δύο τμήματα,
παριστάνουν τούς Εὐαγγελιστές καί τά 4 Εὐαγγέλια. Οἱ δώδεκα
κωδωνίσκοι ἀντιπροσωπεύουν τούς 12 Ἀποστόλους καί ὁ ἦχος τοῦ
θυμιάματος τό κήρυγμα ἀνά τόν κόσμο. Τέλος ὁ καπνός συμβολίζει
τήν προσευχή τῶν πιστῶν, ἡ δέ εὐωδία θεωρεῖται ὡς ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος. Τή Μεγάλη Ἑβδομάδα τό θυμίαμα καί γενικά τή Μεγάλη
Τεσσαρακοστή, ἀλλά καί στίς Ὧρες τοῦ Ἱεροῦ Δωδεκαημέρου τό
θυμίαμα προσφέρεται, ὡς μῦρο πνευματικό καί χρησιμοποιεῖται
ἰδιαίτερο θυμιατήριο τό «κατζίο» (Κ. Καλλινίκου ὁ χριστ. ναός).
Ο ΦΩΤΙΣΜΟΣ. Ὁ φωτισμός τῶν ἱερῶν χώρων εἶναι πράξη
προχριστιανική. Οἱ Ἐθνικοί καί οἱ Ἰουδαῖοι χρησιμοποιοῦσαν
κανδῆλες, γιά νά φωτίζουν τά εἴδωλα καί τά ἱερά σκεύη τους. Ἡ
ἑπτάφωτη λυχνία μέ ἐντολή τοῦ Μωϋσῆ, στή σκηνή τοῦ Μαρτυρίου,
ἔκαιε μέ ἔλαιον «ἄτρυγον», ὅπως μαρτυρεῖ ὁ Ἰώσηπος. Οἱ πρῶτοι
χριστιανοί στίς λατρευτικές τους συνάξεις, χρησιμοποιοῦσαν
λαμπάδες. Τότε πού ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στήν Τρωάδα, «παρέτεινε
τόν λόγον μέχρι μεσονυκτίου, ἦσαν λαμπάδες ἱκαναί ἐν τῷ ὑπερώῳ»
(Πράξ. 20,8). Ἀλλά καί οἱ παρθένες τοῦ Εὐαγγελίου «ἐτήρουν τάς
λαμπάδας αὐτῶν ἀνημμένας» (Ματθ. 25,1-13). Καί πρός τούς
Ἀποστόλους ἐλέχθη ἀπό τόν Θεάνθρωπο «ἔστωσαν αἱ ὀσφύες ὑμῶν
περιεζωσμέναι καί οἱ λύχνοι καιόμενοι» (Λουκ. 12,35), καί γιά τόν
Ἰωάννη τόν Βαπτιστή εἶπε: «ἐκεῖνος ἦν ὁ λύχνος ὁ καιόμενος καί
φαίνων» (Ἰωάν. 25,35). Καί ὁ Δαυϊδ ἀναφωνεῖ: «λύχνος τοῖς ποσί μου ὁ
νόμος Σου καί φῶς ταῖς τρίβοις μου» (Ψαλμ. 118,105). Ἡ λαμπάδα
κυριαρχεῖ τό βράδυ τῆς Ἀνάστασης, σύμβολο «τοῦ ἀνατείλαντος Ἡλίου
ἐκ τάφου σκοτεινοῦ». Ὁ δέ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος τή θεωρεῖ ὡς
«ἀντίτυπον τοῦ μεγάλου φωτός» (Κ. Καλλίνικος, ὁ χριστ. ναός). Ὅλα
τά φωτιστικά ὄργανα ἤ δοχεῖα, πού σήμερα ὑπάρχουν στόν Ἱερό Ναό,
ἔχουν τήν ἱστορία καί τό συμβολισμό τους. Βέβαια ὁρισμένα ἀπό αὐτά
ἔχουν σχέση μέ γεγονότα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀπ’ὅπου καί
προέρχονται. Σύμφωνα μέ τόν Κων. Καλλίνικο τή πρώτη θέση κατεῖχε
καί θά κατέχει ἡ ἀρχαϊκή λυχνία ἤ κανδήλα «ἡ ὁποία συνουσιώθη,
κατά τρόπον τινά μέ τόν θρησκευτικόν μας βίον». Ὁ ποιητής
Ἰ. Πολέμης τήν ὑμνεῖ: «Ἐσύ ΄μπρός στά κονίσματα τό λάδι σου ξοδεύεις
κι εἶναι τό φῶς σου προσευχή, καί σύ καλογρηούλα». Ὁ Συμεών
Θεσσαλονίκης γράφει ὅτι οἱ κανδῆλες φανερώνουν «τήν χάριν τοῦ
ἀνάρχου καί ἀτελευτήτου Θεοῦ καί τήν ἔλλαμψιν καί τήν ἐνέργειαν»
αὐτῆς τῆς χάριτος στούς ἁγίους, ὥστε, «ἐνδυναμωθέντες καί
φωτισθέντες» ὑπ’ αὐτῆς οἱ ἅγιοι, μπόρεσαν νά ἀγωνιστοῦν στόν κόσμο
καί τώρα εὑρίσκονται μέ τό Θεό κατέχοντες «ἀδιαλείπτως» τή χάρη
Του. Εἶναι κυκλοειδεῖς οἱ κανδῆλες γιατί «ἡ χάρις, ὡς χάρις τοῦ Θεοῦ,
οὔτε ἀρχήν ἔχει, οὔτε τέλος, διά τοῦτο αὐταί εἶναι καί κυκλοειδεῖς. Καί
συνεχίζει: «Ἔμπροσθεν δέ τοῦ Σωτῆρος τριφεγγής εἶναι (ἡ κανδήλα),
ὅτι εἷς εἶναι αὐτός ὁ Θεός τῆς Ἁγίας Τριάδος καί ἐν αὐτῷ καί ὁ Πατήρ,
ἀεί τό Πνεῦμα τό Ἅγιον εἶναι». Γιά τή λυχνία γράφει: «Λυχνία Χριστοῦ
εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία διά τοῦ ἐλαίου μεταδοτική εἶναι τοῦ θείου
ἐλέους καί πρόξενος θείου φωτισμοῦ, διά τοῦτο δέ καί φῶς
προσφέρεται» (Ἅπαντα Συμεών, σελ. 358).
Θά συνεχίσουμε ὅμως, σύν Θεῷ, στό ἑπόμενο κήρυγμα. ΑΜΗΝ!

Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου 

Σάββατο 21 Μαρτίου 2026

 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 12
ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ
22-03-2026
Ο ΕΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΣ

«Ἀπό τῶν ἀνομιῶν τοῦ λαοῦ μου ἤχθη (ὁδηγήθηκε) εἰς (σταυρικό)
θάνατον» ἀναφωνεῖ, ἀγαπητοί ἀδελφοί, ὁ Προφήτης Ἠσαΐας, πρίν τήν
ἐνσάρκωση τοῦ Θείου Λόγου.
Ὁ σταυρός στήν Παλαιά Διαθήκη συσχετίστηκε μέ γεγονότα
πολλά, τῶν ὁποίων θεωροῦνται ὡς ὁ τύπος καί ἡ προεικόνιση τῆς
Καινῆς Διαθήκης. Ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς λέγει: «Ὁ τοῦ Χριστοῦ
Σταυρός προεκηρύττετο καί προετυποῦτο ἐκ γενεῶν ἀρχαίων». Στόν
Σταυρό συνέθεσε ἡ θεία ἀγάπη τήν ἀπολύτρωσή μας. Ὁ Σταυρός τοῦ
Κυρίου εἶναι ἡ φρίκη καί ὁ τρόμος τοῦ διαβόλου, παρατηρεῖ ὁ Μέγας
Ἀθανάσιος. Γι’αὐτό καί ὁ Παῦλος γεμάτος ἐνθουσιασμό, φωνάζει πρός
τόν ἐξουθενωμένο ᾍδη. «Ποῦ σου, θάνατε, τό κέντρον; Ποῦ σου, ᾃδη, τό
νῖκος; (Α’ Κορ. 15,55). Ὁ Σταυρός θά εἶναι τό σημεῖο τῆς Δευτέρας
Παρουσίας τοῦ Κυρίου, πού θά φανεῖ: «πολύ φαιδρότερον ἀπό τάς
ἡλιακάς ἀκτῖνας» ἐπεξηγεῖ ὁ ἱερός Χρυσόστομος.
Ὁ Ἐσταυρωμένος βρίσκεται στό πίσω μέρος τῆς Ἁγίας Τραπέζης,
στήν κόγχη τοῦ ἱεροῦ βήματος. Λιτανεύεται τή Μεγάλη Πέμπτη καί
τοποθετεῖται στό κέντρο τοῦ Ναοῦ.Στήν ἀποκαθήλωση τῆς Μεγάλης
Παρασκευῆς τό Σῶμα τυλίγεται σέ σινδώνα καί τοποθετεῖται ἐντός τοῦ
βήματος. «Σταυρώνεται» πάλι κατά τόν ἑσπερινό τῆς Ἀναλήψεως στόν
Σταυρό, μετά δηλαδή τή λήξη τῆς πασχαλίου περιόδου, ὁ ὁποῖος ὡς
«ἔνδοξος θρόνος» ἀναμένει στή κόγχη τοῦ ἱεροῦ βήματος τό τίμιο
Σῶμα τοῦ Λυτρωτοῦ μας γιά σαράντα ἡμέρες. Ὁ Ἐσταυρωμένος
ὑπάρχει καί στή κορυφή τοῦ τέμπλου στούς μεγάλους ναούς σέ
μικρότερη διάσταση. Ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης γράφει: «ὄπισθεν τοῦ
θυσιαστηρίου ἐξ ἀνατολῶν, τό εὐλογημένον ὄργανον τῆς θυσίας, ὁ
θεῖος ἵσταται Σταυρός, τετραμερής ὤν διά τόν ἐν αὐτῷ προσπαγέντα,
τά τε ἄνω καί κάτω καί τά σύμπαντα πεποιηκότα τε καί συνέχοντα».
Ἀτενίζοντας οἱ Ἱερεῖς καί οἱ πιστοί τόν Ἐσταυρωμένο Σωτήρα μας,
ἐνθυμούμεθα τά Πάθη Του καί τήν ἑκούσια Θυσία Του ὑπέρ ἡμῶν.
Ἡ μορφή Του καθαγιάζει τά μάτια μας καί μᾶς βοηθᾶ στήν
πνευματική μας ἀνύψωση ἀκούοντας, μέ παλμό τά λόγια τοῦ Ἁγίου
Γρηγορίου Νύσσης: «οὐδέποτε ἀντιπαρῆλθον ἀδακρυτί τήν θέαν τοῦ
Ἐσταυρωμένου Χριστοῦ».
ΤΟ ΣΥΝΘΡΟΝΟ. Τό σύνθρονο βρίσκεται πίσω ἀπό τήν Ἁγία
Τράπεζα στούς εὐρύχωρους κυρίως ναούς. Εἶναι ἕνα βαθμιδωτό
κατασκεύασμα στήν κόγχη τοῦ Ἱεροῦ βήματος. Στό μέσο βρίσκεται ὁ
θρόνος τοῦ ἐπισκόπου «τόν πάντα χαίροντα τό δικαίωμα τῆς
ἐκκλησιαστικῆς προεδρείας» (Κ. Καλλινίκου - Ὁ χριστιανικός ναός) καί
δεξιά καί ἀριστερά οἱ θρόνοι τῶν πρεσβυτέρων. Ὁ ἐπίσκοπος, ἀπό τόν
ὑψηλό θρόνο του, ἐπισκοπεῖ τό ἐκκλησίασμα, ἀπ’ ὅπου τό εὐλογεῖ καί
ἁγιάζει. Τοῦτο σημαίνει τήν ἔξαρση «καί τιμήν τοῦ ἐπισκοπικοῦ
ἀξιώματος» (Θρησκευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαιδεία, τόμος 11ος,
σελ. 572). Ὁ Ἐπίσκοπος καί οἱ Ἱερεῖς μέ τά πρεσβεῖα ἱερωσύνης τους
συγκάθονται στήν διάρκεια ἀνάγνωσης τοῦ Ἀποστόλου. Ὁ Συμεών
Θεσσαλονίκης λέγει ὅτι τό σύνθρονο συμβολίζει «τήν εἰς οὐρανούς
καθέδραν Χριστοῦ», γιατί εἶναι κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας καί ἀοράτως τή
διοικεῖ. Γιά τό λόγο αὐτό στό ἐπάνω μέρος τοῦ ἐπισκοπικοῦ θρόνου
ζωγραφίζεται ἡ εἰκόνα τοῦ Σωτῆρος, μέ στολή ἀρχιερατική, ἐπειδή
ἔχομε «τόν εἰς οὐρανούς ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός σαρκωθέντα Λόγον
καθήμενον» (Περί θείου Ναοῦ PG 155, σελ. 705). Γιά τά σκαλοπάτια τοῦ
συνθρόνου ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης λέγει πώς οἱ ἀναβάσεις «τάς
τάξεις τῶν ἀγγέλων σημαίνουσι». Ἐπίσης, κατά τόν ἴδιο Πατέρα μέ τό
νά καθήσει στό σύνθρονο ὁ ἀρχιερέας «τόν Χριστόν ἐκμιμεῖται ἔχοντα
συγκαθέδρους καί τούς συνεπισκόπους καί τούς ἱερεῖς, μιμούμενος
τούς Ἀποστόλους». Ἀλλά καί ἡ κάθοδος τοῦ ἀρχιερέως ἀπό τό
σύνθρονο ἔχει συμβολισμό, γιατί «δηλοῖ τήν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ περί ἡμᾶς
τοῦ Σωτῆρος πρόνοιαν καί κηδεμονίαν», καί ὅτι ἄν καί ἀνέβηκε στόν
οὐρανό, ὅμως δέν ἔχει χωρισθεῖ ἀπό μᾶς (Αὐτόθι, σελ. 725).
Η ΔΙΑΚΟΣΜΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΝΑΟΥ. ΤΑ ΑΝΘΗ.
Στά πρῶτα χριστιανικά χρόνια δέν χρησιμοποιοῦνται λουλούδια στή
λατρευτική ζωή τῶν χριστιανῶν, γιατί «οἱ βακχεύοντες ὀργιάζουσι
στεφανηφοροῦντες» (Κλήμης Ἀλεξανδρεύς - Παιδαγωγός PG. 8,484).
Ὅταν, ὅμως, ὁ Χριστιανισμός θριάμβευσε «τά ἄνθη .... δέν ἤργησαν
ν’ ἀποδοθῶσιν εἰς τήν λατρείαν τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ἐν ὅλῃ τῇ
παρθενικῇ ἀθωότητί των» (Κων. Καλλίνικος, ὁ Χριστιανικός Ναός, σελ.
140). Ἡ ἱστορικός Σύλβια Αἰθερία, 4ος αἰῶνας, ἀναφέρει ὅτι τήν
Κυριακή τῶν Βαΐων «πάντες οἱ παῖδες...κρατοῦν κλάδους ἐλαιῶν καί
φοινίκων» (ὁδοιπ. ἐν Ν. Σιών).
Ὁ βασιλικός: Ἡ Ἁγία Ἑλένη, τό ἔτος 326, ἦλθε στούς Ἁγίους Τόπους
προκειμένου νά βρεῖ τόν τίμιο Σταυρό. Ἡ παράδοση ἀναφέρει ὅτι στό
χῶρο τῆς ἀνεύρεσης εἶχε φυτρώσει πράσινο φυτό πού εὐωδίαζε καί ὅτι
«ὑπ’ αὐτοῦ, ὡς ὑπό θείου ἀπεσταλμένου, καθοδηγηθεῖσα ἡ Ἁγία Ἑλένη
ἀνευρίσκει τῆς ζωῆς τό τρόπαιον» (Κων. Καλλινίκου - Ὁ Χριστιανικός
Ναός, σελ. 142). Ὀνομάσθηκε δέ τό φυτό αὐτό βασιλικός, ἐπειδή
βρέθηκε ἀπό τή βασίλισσα καί ἔκτοτε μένει ἑνωμένο μέ τό Σταυρό καί
ἀδελφωμένο μέ τόν ἁγιασμό. Οἱ Ἑβραῖοι ἔχουν τόν ὕσσωπο, πού
ὁμοιάζει μέ τή κάπαρη ἤ τή ρίγανη καί πού ὁ Δαυΐδ στόν 50ό Ψαλμό
ἀναφέρει λέγοντας: «Ραντιεῖς με ὑσσώπῳ καί καθαρισθήσομαι».
Σήμερα τά ἄνθη ἔχουν γενική καί πλούσια χρήση στό χῶρο τοῦ ναοῦ
καί ἔχουν στενά προσδεθεῖ στή λατρευτική ζωή τῆς Ἐκκλησίας μας.
Σταυροπροσκύνηση, Ἐπιτάφιος, Εἰκόνες ἑορταζομένων ἁγίων κ.ἄ.
συνδέονται μέ τά εὐώδη ἄνθη. Ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης γράφει: «Ἔχει
δέ στολισμούς τιμῆς ὁ ναός, διότι ὁ Θεός εὐπρέπειαν ἐνεδύσατο καί εἰς
τύπον τῆς θείας ἀρετῆς καί δόξης· ἔχει δέ καί στολισμόν πολύτιμον καί
πολυδάπανον, καθότι δόξα εἶναι εἰς αὐτόν καί ὡραιότης καί κάλλος
καί ὁ πλοῦτος τῶν δωρημάτων του πολύς...». Καί συνεχίζει ὁ ἱερός
Πατέρας «Ὅθεν ὁμοῦ μέ τά εὐώδη αὐτά καί πολυδάπανα πρέπει καί
τάς ψυχάς καί τά σώματα ἁγνά καί εὐώδη νά τά προσφέρωμεν εἰς
Αὐτόν, ἐπειδή εἴμεθα ἡμεῖς ἐξαιρέτως ναός Θεοῦ, καθώς λέγει ὁ
Παῦλος, καί σῶμα καί μέλη Χριστοῦ». «Ἐγώ ἄνθος τοῦ πεδίου, κρίνον
τῶν κοιλάδων» ὑπονοώντας τόν Μεσσίαν Χριστό, ἀναφωνεῖ τό «Ἆσμα
Ἀσμάτων» (Β, 1). Ὁ Κύριός μας μιλοῦσε γιά τά κρίνα τοῦ ἀγροῦ.
«Καταμάθετε τά κρίνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾶ, οὐδέ νήθει
(οὔτε γνέθουν)· λέγω δέ ὑμῖν ὅτι οὐδέ ὁ Σολομών ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ
αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἕν τούτων» (Ματθ. 6,28, Λουκ. 12,27).
«Εὐλογεῖτε γῆ, ὄρη καί βουνοί καί πάντα τά φυόμενα ἐν αὐτῇ τόν Kύριον»
(Ψαλμ. 150,6).
«Ὡς ἐμεγαλύνθη τά ἔργα σου Kύριε, πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας»
(Ψαλμ. 103,24).
«Εὐλόγει ἡ ψυχή μου τόν Kύριον» (Ψαλμ. 103,1).
Ἀλλά θά συνεχίσουμε, σύν Θεῷ, στό ἑπόμενο κήρυγμα. ΑΜΗΝ!

Πηγή: Ιερά Μητρόπολη  Χίου

Κυριακή 15 Μαρτίου 2026

 

Η Γ’ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

15  ΜΑΡΤΙΟΥ 2026

 













 

H Γ’ Κυριακή των Νηστειών ονομάζεται  Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως και εορτάζεται  κάθε χρόνο 28 ημέρες  πριν το Άγιο Πάσχα.

   Εορτάσαμε και φέτος στην Παναγία Λατομίτισσα την εορτή της Χριστιανοσύνης.

 Οι πιστοί με κατάνυξη  προσκύνησαν τον Τίμιον και Ζωηφόρον Σταυρόν  του Κυρίου μας.

        Ο εφημέριος  του Ιερού Ναού π. Βασίλειος Ν. Φιλιππάκης, με ευλάβεια    περιέφερε τον Τίμιο Σταυρό  με σεμνή πομπή  στο κέντρο του Ναού   καθώς και μέρος του Τιμίου Ξύλου,  ψέλνοντας με συγκίνηση  το Απολυτίκιο: «Σώσον Κύριε τον λαό σου και ευλόγησον την κληρονομίαν σου…..»   θυμιάζοντας    πέριξ του τετραποδίου  σταυροειδώς τον ευπρεπισμένο με λουλούδια Τίμιο Σταυρό και  τέλος   αφού προσκύνησε  έψαλλε  με κατάνυξη: «Τον  Σταυρόν  σου  προσκυνούμεν  Δέσποτα και την Αγίαν σου Ανάστασιν δοξάζομεν». 

           Ολοι οι πιστοί ασπάστηκαν τον Σταυρό και πήραν το δεντρολίβανο διακοσμημένο με βιόλες για ευλογία φεύγοντας από την εκκλησία το οποίο θα φυλάσσουν στο εικονοστάσι των σπιτιών τους, όπως τα άνθη του Επιταφίου.

Καλή και ευλογημένη Σαρακοστή.

Σάββατο 14 Μαρτίου 2026

 


 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 11
ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ
ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ
15-03-2026
«Νίψομαι ἐν ἀθώοις τάς χεῖράς μου Κύριε
καί κυκλώσω τό θυσιαστήριόν σου» (Ψαλμ. 25,6)

Στήν ἐρώτηση: γιατί χύνεται, ἀδελφοί μου, Ἅγιο Μύρο πάνω στά
ἅγια λείψανα στά ἐγκαίνια τῆς Ἁγίας Τραπέζης ὁ τῆς Θεσσαλονίκης
ἐπίσκοπος Συμεών ἀπαντᾶ: «Καί χέει (ὁ ἀρχιερέας) θεῖον μύρον εἰς
αὐτά, διά νά ἀποδείξῃ, ὅτι εἶναι ἡνωμένοι οἱ μάρτυρες μέ τόν Χριστόν,
τό ἀληθινόν μύρον καί πλήρεις τῆς εὐωδίας τῆς Χάριτος καί διά νά
παραστήσῃ καί τόν ἐνταφιασμόν τοῦ Χριστοῦ καί τόν ἰδικόν των,
ἐπειδή θάπτονται τρόπον τινά καί αὐτοί κατατιθέμενοι ὑποκάτω εἰς
τόν τάφον τοῦ Χριστοῦ, ὅπου εἶναι ἡ ἱερά Τράπεζα, ἔτι δέ καί ὁ ἴδιος ὁ
Σωτήρ μέλλων νά πάθῃ καί νά ταφῇ ἠλείφθη παρά γυναικός μέ
μύρον». Καί σέ ἄλλο σημεῖο συμπληρώνει: «Χρίεται μέ μύρον, ἐπειδή
εἶναι πλῆρες τό μύρον τῆς ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τό ζῶν
μύρον ἔχει ἱερουργούμενον». Καί συνεχίζει λέγοντας: «Μέ ἄμφια δέ
σκεπάζεται καί στολίζεται τό θυσιαστήριον, ἐπειδή εἶναι τά ἐν αὐτῷ
δυσθεώρητα καί οὐχί εἰς ὅλους γνωστά». Πάνω στήν Ἁγία Τράπεζα
εἶναι πάντοτε τοποθετημένα τό Ἱερόν Εὐαγγέλιον καί ὁ Σταυρός καί
ἐπεξηγεῖ ὁ Συμεών λέγοντας: «Τό μέν Ἱερόν Εὐαγγέλιον ἐπάνω εἰς τό
θυσιαστήριον εἰκονίζει αὐτόν τόν Ἰησοῦν, ὁ δέ Σταυρός τήν θυσίαν
αὐτοῦ δηλοῖ» (Αὐτόθι σ. 318 καί 705).
Ὅταν ὁ ἱερέας ἀσπάζεται τό Εὐαγγέλιο καί τήν Ἁγία Τράπεζα
«Χριστόν καί Ἐκκλησίαν» ἀσπάζεται. Ὁ Ἅγιος Γερμανός, Πατριάρχης
Κωνσταντινουπόλεως, λέγει πώς ἡ Ἁγία Τράπεζα συμβολίζει τόν τόπο
τῆς ταφῆς τοῦ Χριστοῦ. «Ἡ Ἁγία Τράπεζα ἐστίν ἀντί τοῦ τόπου τῆς
ταφῆς, ἐν ᾗ ἐτέθη ὁ Χριστός... ἐστί δέ καί θρόνος Θεοῦ ἡ αὐτή, ἐν ᾥ ὁ
ἐπουράνιος Θεός...σωματωθείς ἐπαναπαύσατο. Ἡ Ἁγία Τράπεζα ἐστίν
ἀντί τῆς τραπέζης τοῦ Χριστοῦ σύν τοῖς μύσταις» (Ἐκκλ. Ἱστορία PG 98,
σελ. 388). Καί ὁ Θεόδωρος Ἀνθίδων παρατηρεῖ ὅτι «ἡ θεία καί ἱερά
Τράπεζα καί εἰς τό ἐστρωμένον ἀνώγαιον ἐκλαμβάνεται καί φάτνη
κατονομάζεται καί τάφος Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἐπικέκληται».
(Προθεωρία κεφαλαίων PG 140,σελ.421). Καί ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς
γράφει ὅτι ἀπό τήν Ἁγία Τράπεζα ἀναβλύζει πηγή, ἡ ὁποία ἐκπηγάζει
πνευματικούς καρπούς «καί ψυχάς ποτίζουσα καί μέχρις οὐρανῶν
ἀνάγουσα». Ἐπίσης, ὁ ὅσιος Νικόλαος Καβάσιλας παρατηρεῖ λέγοντας:
«Τά θυσιαστήρια ἀποτελοῦν μίμησιν τῆς χειρός τοῦ Σωτῆρος»
(ΕΠΕ 22,46). Καί ἀνακεφαλαιώνει ὁ Συμεών: «Ὥστε ἀληθῶς καί
θυσιαστήριον Χριστοῦ εἶναι αὕτη ἡ ἱερά Τράπεζα καί θρόνος δόξης καί
κατοικητήριον Θεοῦ καί μνῆμα καί τάφος καί ἀνάπαυσις τοῦ Χριστοῦ
καί ἀνάστασις Χριστοῦ».
Ἡ Ἁγία Τράπεζα ἔχει καί ἄλλο συμβολισμό, πού ὀφείλεται στήν
ἀρχιτεκτονική κατασκευή της. Ἁγία Τράπεζα μέ μιά κεντρική κολόνα
στό μέσον εἶναι σύμβολο τοῦ Ἱδρυτῆ τῆς Ἐκκλησίας Χριστοῦ, «ἐφ’ οὗ
ὁ σύμπας κόσμος ἐστήρικται», καί «ἀκρογωνιαίου λίθου». Μέ τέσσερις
κίονες - κολόνες εἶναι σύμβολο τῶν τεσσάρων Εὐαγγελιστῶν, «ἐφ’ ὧν
ἑδράζεται ἡ χριστιανική πίστις».
ΤΑ ΚΑΛΥΜΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ: Ἡ Ἁγία Τράπεζα
στολίζεται καί καλύπτεται ἀναλόγως, ὅπως ἁρμόζει στό βασιλικό αὐτό
θρόνο ἀπό ἱερά καλύμματα: Τό Κατασάρκιο. Εἶναι λευκό λινό
ὕφασμα, μέ τό ὁποῖο καλύπτεται ἡ ἁγία Τράπεζα τήν ὥρα πού
τελοῦνται τά ἐγκαίνια. Ὀνομάζεται ἔτσι γιατί «ἀγγίζει» αὐτήν. Αὐτό
δέν ἀλλάζει, παρά μόνον ὡς ἔλεγε ὁ μακαριστός Ἰ. Φουντούλης, «μετά
τήν παρέλευση ἀρκετῶν ἐτῶν 50, 60, καθαρίζεται μέ μεγάλη προσοχή
καί εὐλάβεια». Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος περικοσμεῖ τό θεῖο θυσιαστήριο
τοῦ ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως στά Ἱεροσόλυμα «βασιλικοῖς
παραπετάσμασι». Ἀλλά καί εὐσεβεῖς κυρίες, ὅπως ἡ Ὀλυμπιάδα,
προσφέρουν τά βαρύτατα ἐνδύματα στά ἐγκαίνια τῆς Ἁγίας Τραπέζης
τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας στή Κωνσταντινούπολη. Πάνω ἀπό τό
κατασάρκιο τοποθετεῖται ἡ «Ἐνδυτή».
Εἶναι κάλυμμα πού βλέπουμε, πολυτελείας, καθώς δίδουμε στό
Χριστό ὅ,τι πολύτιμο ἔχουμε νά προσφέρουμε. Ἡ ἐναλλαγή χρωμάτων
τῆς «ἐνδυτῆς», πορφυροῦν κατά τήν περίοδο τῆς Μεγάλης
Τεσσαρακοστῆς, λευκό κατά τήν περίοδο τοῦ Πάσχα, γαλάζιο στά
Θεοφάνεια καί ἄλλων χρωμάτων σέ ἄλλες ἐποχές καί περιόδους
ἐνδείκνυται.
Τρίτο κάλυμμα τό «Εἰλητό». Ὕφασμα πού ἁπλωνόταν μόνο κατά
τήν Θεία Λειτουργία μετά τήν ἀπόλυση τῶν κατηχουμένων καί ἔμενε
μετά διπλωμένο κάτω ἀπό τό Εὐαγγέλιο. Σήμερα τό εἰλητό ὅπου
ὑπάρχει, χρησιμοποιεῖται γιά κάλυμμα τοῦ Ἀντιμηνσίου.
Τό τέταρτο κάλυμμα τῆς Ἁγίας Τραπέζης εἶναι τό Ἀντιμήνσιο
(ἀντί καί ἡ λατινική λέξη mensa= τράπεζα). Εἶναι τεμάχιο ὑφἀσματος
(διαστάσεων 40 χ 50 περίπου ἑκατοστῶν). Πάνω σ’αὐτό εἶναι
ζωγραφισμένος ὁ Χριστός κατά τόν τύπον τοῦ Ἐπιταφίου ἤ ὁ Χριστός
στήν ἄκρα ταπείνωση. Τά ἀντιμήνσια καθαγιάζονται καί
ὑπογράφονται στά ἐγκαίνια τῶν ναῶν ἀπό τόν Ἐπίσκοπο. Ὅταν
τελεῖται Θεία Λειτουργία ξεδιπλώνεται τό ἱερό Ἀντιμήνσιο καί πάνω
ἐκεῖ τοποθετοῦνται τά Τίμια Δῶρα. Ὅταν τελειώσει ἡ Θεία Εὐχαριστία
τό ξαναδιπλώνει ὁ ἱερέας καί τό τοποθετεῖ μέσα στό Εἰλητό
(διπλωμένο καί αὐτό) καί ἔτσι προστατεύεται ἀπό τή φθορά (π.χ. τριβή
μέ τό Ἱ. Εὐαγγέλιο).
Ὁ Θεόδωρος Μοψουεστίας γράφει ὅτι «τά καλύμματα τοῦ
θυσιαστηρίου εἶναι οἱ σινδόνες τοῦ ἐνταφιασμοῦ». Καί ὁ Ἰσίδωρος
Πηλουσιώτης (5ος αἰώνας) ἀναφέρει: «Ἡ καθαρά σινδών, ἡ
ὑφαπλωμένη τῇ τῶν θείων δώρων διακονίᾳ ἡ τοῦ Ἀριμαθέως ἐστίν
Ἰωσήφ λειτουργία». Τό Κατασάρκιο δηλ. συμβολίζει τήν καθαρή
σινδόνα, μέ τήν ὁποία «ὁ εὐσχήμων βουλευτής» τύλιξε τό Ἄχραντο
Σῶμα τοῦ Κυρίου.
Ὁ Σωφρόνιος γράφει: «Ἡ Ἐνδυτή, ὁ κόλπος ὁ ἁγνός τῆς
Θεοτόκου». Καί ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης γράφει, ὅτι τό Εἰλητό
εἰκονίζει τό σουδάριο. «Τό σουδάριον δέ εἰκονίζει τό ἐν τῇ Ἁγίᾳ
Τραπέζῃ Εἰλητόν» (Migne P.G 155, σελ. 717). Γιά δέ τό Κατασάρκιο καί
τήν Ἐνδυτή γράφει, ὅτι, ἐπειδή ἡ Ἁγία Τράπεζα εἶναι τάφος καί Θρόνος
τοῦ Ἰησοῦ, «τό μέν ἐστίν ὡς σινδών, ᾗ περιειλήθη νεκρός, τό δέ, ὡς
δόξης περιβολή». Τό Εὐαγγέλιο καί ὁ Σταυρός καί τό ἱερατικό βιβλίο
καλύπτονται μέ ὕφασμα. Ἐπάνω στήν Ἁγία Τράπαεζα συνυπάρχουν
κηροπήγια μέ λαμπάδες ἤ κανδύλια, πού καίουν στή διάρκεια τῶν
ἱερῶν ἀκολουθιῶν, καί συμβολίζουν τό ἀνέσπερο Φῶς τῆς Χριστοῦ
διδασκαλίας. Ἐδῶ ὑπάρχουν τά ἑξαπτέρυγα, ὁρώμενα δίπλα στόν
ἐσταυρωμένο, τό Ἱερό Ἀρτοφόριο, γιά τά ὁποῖα θά κάνουμε ἐκτενῆ
ἀναφορά σέ ἄλλη ἑνότητα πού περιλαμβάνει «Τά Ἱερά Σκεύη».
Σύν Θεῷ θά συνεχίσωμε στό ἑπόμενο κήρυγμα. ΑΜΗΝ!     Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

 


 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 10
ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ
08-03-2026

Τό Ἅγιο Βῆμα, ἀδελφοί μου, εἶναι τό ἱερώτερο καί ἁγιώτερο
μέρος τοῦ Χριστιανικοῦ Ναοῦ, εἶναι, τρόπον τινά, ἡ κεφαλή τοῦ ὅλου
σώματος τῆς οἰκοδομῆς τῆς Ἐκκλησίας. Καλεῖται «πρεσβυτέριον» ἤ
«ἱερατεῖον», ὡς προοριζόμενο γιά τόν Κλῆρο, «ἄδυτον», καί
«ἄβατον», γιατί δέν ἐπιτρέπεται ἡ εἴσοδος, παρά μονάχα στούς
ἱερωμένους, καί παλαιότερα στούς βασιλεῖς. Καλεῖται καί
«θυσιαστήριον» καί «ἱλαστήριον», γιατί «ἐν αὐτῷ» τελεῖται ἡ
ἀναίμακτη θυσία καί «Ἅγια ἁγίων», γιατί ἐδῶ ἁγιάζονται τά τίμια
δῶρα (Β. Ἰωάν. κ. Β. Σκουτέρη, Κατήχηση καί Λειτουργική σελ. 127).
Ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης ἀναφέρει, ὅτι οἱ τρεῖς τάξεις τῶν
ἱερωμένων, ὅταν εἰσέρχονται στό ἅγιο βῆμα «τάς ὑπερκοσμίους
δυνάμεις τυποῦσι». Τό Ἅγιον Βῆμα πάντοτε βρίσκεται στήν
ἀνατολικώτερη πλευρά τοῦ ναοῦ, γιά νά στρέφονται πρός αὐτό οἱ
χριστιανοί, «ὡς τό τιμιώτερον μέρος» καί νά προσεύχονται
στραμμένοι πρός ἀνατολάς: Ἐδῶ, σάν ἄλλος Μωϋσῆς στό θεοδόχο
Σινᾶ, εἰσέρχεται ὁ ἱερέας, προκειμένου νά ἱερουργήσει, γιατί
«ἀβέβηλος ὁ τόπος καί μόνοις ἱερεῦσι βατός».
Ὁ 69ος Κανόνας τῆς ΣΤ΄Οἰκουμ. Συνόδου (680) ἀπαγορεύει ρητά
στούς λαϊκούς νά εἰσέρχονται στό ἅγιο Βῆμα, ἐκτός τοῦ βασιλέα,
ὁ ὁποῖος ἤθελε νά προσφέρει δῶρα στόν Πλάστη. Ἐπίσης,
ἐπιτρέπεται καί στίς μοναχές νά εἰσέρχονται καί νά ἀνάβουν κερί
καί κανδῆλες καί νά εὐτρεπίζουν.
Ὁ Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως γράφει: «Σύμφωνα μέ τήν
ἀκολουθία τῶν ἐπουρανίων πραγμάτων καί τή διάταξη τῶν
ἐπιγείων ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ καί κριτής τῶν ἁπάντων ἐνομοθέτησε.
Ὑπάρχει τό Ἅγιο Βῆμα, τύπος καί θρόνος, εἰς τόν ὁποῖον ὁ
παμβασιλεύς Χριστός προκάθεται μετά τῶν Ἀποστόλων Του, καί τό
Βῆμα δηλοῖ - συμβολίζει, τά Ἅγια τῶν ἁγίων». Τό Ἅγιον Βῆμα εἶναι
τό σκήνωμα τῆς Θείας Δόξας καί Παρουσίας τοῦ Θεοῦ. Τό σημεῖο τῆς
ἀνατολῆς συμβολίζει τήν ἁγιότητα, τή μεγαλειότητα, τήν
πνευματικότητα, τήν αἰωνιότητα, τήν ἀκούραστη εὐεργετικότητα
τοῦ οὐρανίου Πατρός. Ἡ ἀνατολή εἶναι εἰκόνα γενέθλιας ἡμέρας,
γιατί ἀπ’ἐκεῖ τό φῶς αὐξάνεται, ἀφοῦ ἔλαμψε πρῶτα πάνω στό
σκοτάδι. Γιά τό λόγο αὐτό καί «πρός τήν ἑωθινήν ἀνατολήν αἱ εὐχαί»
(Κλήμ. Migne 9.461).
Ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός λέγει ὅτι «ἡ ἀνατολή εἶναι ὅ,τι
κάλλιστον πρός τήν Πηγήν, ἄρα τῶν καλῶν ἀφιερωτέα ἡ ἀνατολή».
Ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης γράφει «Τό μέν Βῆμα τά Ἅγια τῶν
ἁγίων εἰκονίζει, τά ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν καί τοῦ οὐρανοῦ». Καί σέ
ἄλλο σημεῖο ὑπογραμμίζει: «Τό Βῆμα, λοιπόν, ὡς ὑψηλότερον τῶν
οὐρανῶν, ἔχει τό ἡμικύκλιον καί αὐτό εἰς πᾶν μέρος γίνεται εἰς
ὅλους τούς ναούς, διά νά δηλώσει τό ὑπερουράνιον τοῦ βήματος».
Η ΑΓΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ. Ἡ Ἁγία Τράπεζα εἶναι τό ἀναίμακτο
θυσιαστήριον, τό ὁποῖο ὑπαινίσσεται ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὅταν
λέγει: «Ἔχομεν θυσιαστήριον, ἐξ οὗ φαγεῖν οὐκ ἔχουσι ἐξουσίαν οἱ
τῇ σκηνῇ λατρεύοντες». (Α΄Κορ. 10,12 - Ἑβρ. 13,10). Οἱ Πατέρες τῆς
Ἐκκλησίας μας ἀποκαλοῦν τήν Ἁγία Τράπεζα θυσιαστήριο, ἀλλά
καί τράπεζα μυστική, φρικώδη, πνευματική, βασιλική, ἀθάνατη,
ἁγία, θεία καθέδρα τοῦ Θεοῦ, μνῆμα Χριστοῦ, ἀνάπαυση Θεοῦ,
ἐργαστήρι τοῦ μεγάλου θύματος.
Ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης λέγει: «Ὅθεν καί τράπεζα λέγεται,
διότι εἰς ὅλους ὁ Χριστός εἶναι τροφή ζωτική καί τροφή καί ἄρτος,
διότι στηρίζει καί ποτήριον ἐξ οἴνου, ἐπειδή εὐφραίνει καί δίδει ζωήν
καί θερμαίνει καί μεθύσκει καί μεταβάλλει καί ἀλλοιοῖ τόν
ἄνθρωπον εἰς τήν καλήν ἀλλοίωσιν... Καί ὅστις δέν τρέφεται ἀπ’ἐκεῖ
εἶναι νεκρός» (Συμεών Θερσσαλονίκης. Περί τοῦ ἁγ. ναοῦ P.G. 155,
sel. 146).
Ὁ ἱστορικός Εὐσέβιος ἀναφέρει ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος Τύρου
Παυλίνος «τό τῶν ἁγίων ἅγιον θυσιαστήριον ἐν μέσῳ ἔθηκε.»
Ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης γράφει: «Ἡ δέ Ἁγία Τράπεζα εἶναι εἰς
τό μέσον τοῦ θυσιαστηρίου... Εἰς αὐτήν τήν Ἁγίαν Τράπεζαν ὁ
Σωτήρ, ὡς Θεός μέν ἀναπαύεται, ὡς ἄνθρωπος δέ θυσιάζεται. Διά
τοῦτο πρόκειται ἐν τῷ μέσῳ εἰς ὅλους, διά νά Τόν θεωρήσουν καί νά
Τόν ἀπολαύσουν οἱ οἰκεῖοι Του καί ἄξιοι». Καί συνεχίζει: «Εἶναι δέ
ὑψωμένον καί λαμπρότατον, ἐπειδή εἰκονίζει τόν Θεόν». Ὁ Συμεών,
στό ἐρώτημα γιατί εἶναι ἀπό πέτρα ἡ Ἁγία Τράπεζα, ἀπαντᾶ:
Ἀπό λίθον δέ εἶναι τό θυσιαστήριον, ἐπειδή εἰκονίζει τόν Χριστόν,
ὅστις καί πέτρα εἶναι, ὡς θεμέλιον ἡμῶν καί κεφαλή γωνίας καί
λίθος ἀκρογωνιαῖος, καί διότι πάλαι ἡ πέτρα αὐτήν τήν Τράπεζαν
εἰκόνιζεν, ἡ πέτρα δηλαδή μέ τήν ὁποίαν ἐπότιζε τόν πάλαι Ἱσραήλ·
οὐχί ὕδωρ ὑλικόν, ἀλλά μᾶς χαρίζει νάματα τῆς αἰωνίου ζωῆς,
τό ζῶν αἷμα τοῦ Θεοῦ Λόγου» (PG 155, σελ. 705).
Στά χρόνια τῶν διωγμῶν καί τοῦ μαρτυρίου, ὡς Ἁγία Τράπεζα
εἶχε θέση καί ὁ τάφος τῶν μαρτύρων. Ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος ἀναφέρει
ὅτι στόν τόπο τοῦ μαρτυρίου τοῦ Ἁγίου Κυπριανοῦ στήν Καρχηδόνα
«τράπεζα τῷ Θεῷ κατεσκευάσθη, διότι αὐτός διά τῆς ἑαυτοῦ θυσίας
τήν τράπεζαν ταύτην ηὐτρέπισε». Ἀπό τήν πράξη αὐτή προέρχεται
καί ὁ καθαγιασμός τῆς Ἁγίας Τράπεζας, μέ τήν τοποθέτηση ἁγίων
λειψάνων μαρτύρων, κατά τόν ἐγκαινιασμό τοῦ ναοῦ.
Ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης γράφει: «Τίθενται ὑπό κάτω τῆς
Τραπέζης τά ἱερά λείψανα, ἐπειδή εὑρίσκονται οἱ ἅγιοι πάντοτε
συμπαρόντες μέ τά πνεύματα εἰς τόν Χριστόν τόν μέγα μάρτυρα τοῦ
Πατρός: ἀλλά καί ὡς θεμέλια τῆς Ἐκκλησίας ὑπέχει τό θυσιαστήριον
αὐτά τά λείψανα, διότι μέ τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ, καί δι’ αὐτοῦ τοῦ
Σωτῆρος ἡμῶν καί μέ τό αἷμα τῶν μαρτύρων ἔλαβεν ἡ Ἐκκλησία τήν
σύστασιν αὐτῆς». Καί σέ ἄλλο σημεῖο παρατηρεῖ: «Τίθενται δέ
ὑποκάτω εἰς τήν ἱεράν Τράπεζαν..., ἐπειδή εἶναι καί αὐτοί στῦλοι τῆς
πίστεως καί στηρίζουσι τήν Ἐκκλησίαν μέ τήν ὁμολογίαν καί μέ τά
αἵματα καί ἐμιμήθησαν καί ἠγάπησαν τήν ἀνέσπερον ἀνατολήν
αὐτόν τόν Χριστόν».
Ἀλλά, θά συνεχίσουμε, πρῶτα ὁ Θεός, στό ἐπόμενο
κήρυγμα. ΑΜΗΝ!    Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

 

ΚΥΡΙΑΚΗ  1η  ΜΑΡΤΙΟΥ  2026

ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ 

KAI TO  ΠΑΝΕΝΟΡΙΑΚΟ ΜΝΗMΟΣΥΝΟ

 

 



 








 

Η Κυριακή της Ορθοδοξίας εορτάζεται την  πρώτη Κυριακή των Νηστειών, δηλαδή 42 μέρες πριν το Πάσχα.

 

     Εχει καθιερωθεί  εδώ και πολλά χρόνια την Κυριακή της Ορθοδοξίας,  να τελείται μνημόσυνο υπέρ αναπαύσεως των ψυχών  των διατελεσάντων Εφημερίων, Επιτρόπων, Ιεροψαλτών, Νεωκόρων, Κτητόρων, μεγάλων Ευεργετών, και Δωρητών και πάντων των διακονησάντων  του ως άνω Ιερού Ναού και των Ναϊδρίων  αυτού.

      Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας μικροί και μεγάλοι κρατούσαν διάφορες εικόνες στα χέρια τους, οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνα και οι  ιεροψάλτες έψαλλαν το απολυτίκιο «Την άχραντον εικόνα σου»….

 Εις τέσσερις στάσεις, τέλεσε στις τέσσερις πλευρές του Ιερού Ναού  δεήσεις ο ιερέας π. Βασίλειος Ν. Φιλιππάκης.  Και στο τέλος διάβασε τις περικοπές του Συνοδικού.

Τέλος εισερχόμενος στο ναό έψαλλε το Μέγα προκείμενον «Τις Θεός Μέγας….»

 Μετά το τέλος της  Θείας Λειτουργίας ένα ζεστό καφέ  και ένα κουτάκι με  νηστίσιμα εδέσματα προσφέρθηκε στο Κουκουνάρειο Πνευματικό Κέντρο σε όλο το εκκλησίασμα.

Ευχόμεθα καλή  και ευλογημένη  Μεγάλη Τεσσαρακοστή να περάσομε και να αξιωθούμε να προσκυνήσομε τα φρικτά Πάθη του Κυρίου μας και την ζωηφόρο Ανάστασή του.


Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026

 


 ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 9
ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ
01-03-2026
«αἰνέσω Κύριον ἐν τῇ ζωῇ μου,
ψαλῶ τῷ Θεῷ μου ἕως ὑπάρχων» (Ψαλμ. 145,2).

Κατά τούς πρώτους χριστιανικούς χρόνους, ἀδελφοί μου,
ἡ ψαλμωδία γινόταν ἀπό ὁλόκληρο τό ἐκκλησίασμα. Ὅμως, στήν
πορεία ἐπικρατεῖ τό σύστημα ἕνας νά προεξάρχει καί οἱ λοιποί
νά ἀκολουθοῦν ὑποψάλλοντες. Ὁ ἱστορικός Εὐσέβιος γράφει:
«Ἑνός μετά ρυθμοῦ κοσμίως ψάλλοντος, οἱ λοιποί καθ’ ἡσυχίαν
ἀκροώμενοι τῶν ὕμνων ἀκροτελεύτεια συνεξηχοῦσι»
(Ἐκκλ. ἱστορία Β΄, 12). Ὡς πρός τό ἀντιφωνικό τρόπο ψαλμῳδίας στή
δημόσια λατρεία, εἶναι πολύ ἀρχαῖος κάι μάλιστα προχριστιανικός.
Ἤδη συναντᾶται καί στήν ἑβραϊκή λατρεία. Ὁ Θεόδωρος
Μοψουεστίας (+428) ὑποστηρίζει ὅτι οἱ μοναχοί Φλαβιανός καί
Θεόδωρος, ἀπό τήν Ἀντόχεια, εἶναι ἐκεῖνοι πού καθιέρωσαν τήν
ἀντιφωνία στήν ἑλληνική γλῶσσα τῆς Συριακῆς Ἐκκλησίας, περίπου
τό 360 μ.Χ. «Οὗτοι πρῶτοι διχῆ διελθόντες τούς τῶν ψαλλόντων
χορούς, ἐκ διαδοχῆς ᾄδειν τήν δαυϊτικήν ἐδίδαξον μελῳδίαν». Τήν
ἀντιφωνία στήν Καισάρεια, καθιέρωσεν ὁ Μέγας Βασίλειος, πού τήν
θεωρεῖ «πατροπαράδοτον». Στήν Κωνσταντινούπολη πρῶτοι
χρησιμοποίησαν οἱ Ἀρειανοί καί τότε ὁ ἱερός Χρυσόστομος
προέτρεψε τό λαό νά μιμηθεῖ τόν τρόπο αὐτό τῆς ψαλμῳδίας. Καί ὁ
Σωζόμενος παρατηρεῖ: «Ἐξῆρχον δέ τῶν ψαλτῶν τοῖς ἄλλοις οἱ
τοῦτοι ἀκριβοῦντες καί συνυπήχει τό πλῆθος ἐν συμφωνίᾳ»
(Ἐκκλ. Ἱστορία Ε΄, α΄).
Ο ΓΥΝΑΙΚΩΝΙΤΗΣ. Ὁ Γυναικωνίτης ἤ Γυναικίτης ἀναφέρεται
ἀπό τότε πού ἄρχισαν νά κτίζονται οἱ μεγάλες βασιλικές καί
μάλιστα, ἐνῶ ἀπό τά μέσα τοῦ 4ου αἰώνα ὑπάρχει ὁ διαχωρισμός
μεταξύ ἀνδρῶν καί γυναικῶν στόν κυρίως ναό, ἡ χρήση τῶν
ὑπερῴων τοῦ ναοῦ, ὡς γυναικωνίτη, παρουσιάζεται ἀργότερα. Ἡ
τάξη αὐτή ὑπῆρχε στόν Ἰουδαϊσμό καί τό ἔθιμο αὐτό παρέλαβε καί ἡ
Χριστιανική Ἐκκλησία πολύ νωρίς (Θρησκευτική καί Ἠθική
ἐγκυκλοπαίδεια, τόμος 4ος , σελ. 847). Ὁ ἱερός Χρυσόστομος κάνει
λόγο καί γιά τό ξύλινο χώρισμα πού χώριζε τά δύο φύλα. Ὁ δέ
ἱστορικός Σωκράτης κάνει λόγο, γιά τήν εὐσέβεια τῆς μακαρίας
Ἑλένης «ὡς καί συνεύχεσθαι ἐν τῷ τῶν γυναικῶν τάγματι
(Ἐκκλ. ἱστορία Α΄,17). Στόν γυναικωνίτη τῆς Ἁγίας Σοφίας ὑπῆρχαν
τά ἰδιαίτερα καθίσματα τῶν κυριῶν τοῦ Παλατιοῦ, τῆς
αὐτοκράτειρας καί τῆς συνοδείας της. Ὁ Σωφρόνιος Ἱεροσολύμων
λέγει πώς «ὁ γυναικωνίτης ἔγινε, γιά νά διαιροῦνται οἱ γυναῖκες ἀπό
τούς ἄνδρες, «καθώς αἱ μυροφόροι οὐκ εἰσῆλθον εἰς τόν τάφον μετά
Ἰωσήφ καί Νικοδήμου, ἀλλά ἱστάμεναι ἔξω ἔκλαιον» (Ἐκκλ. Ἱστορία
PG 87, 3981).
ΤΕΜΠΛΟ Η΄ ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙ. Ἡ λέξη τέμπλο προέρχεται ἀπό
τή λατινική λέξη «templum» πού σημαίνει τέμενος, δηλαδή ἱερός
χῶρος προοριζόμενος γιά τή λατρεία τοῦ Θεοῦ. Ἀπαντᾶται τόν
8ο αἰῶνα σέ κείμενα τοῦ Θεοδώρου Στουδίτη. Παλαιότερα ἀπέδιδε μέ
ἄλλες ὀνομασίες τή συγκεκριμένη ἀρχιτεκτονική κατασκευή: ἱεραί
κιγκλίδες, κάγκελλα, δρύφακτα, στηθέα, θύρακες, ἕρκος, περίβολος.
Συστατικά μέρη τοῦ τέμπλου αὐτοῦ εἶναι οἱ μικροί κίονες καί οἱ
πλάκες – θωράκια, ξύλινα ἤ σιδερένια καί μαρμάρινα μέ πολλά
γλυπτά θέματα. Ἐπίσης, πάνω ἀπό τά παραπετάσματα ἤ βῆλα,
τά ὁποῖα κατέβαζαν οἱ ἱερεῖς στά ἱερότερα σημεῖα τῆς Θείας
Λειτουργίας. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος γράφει: «Ὅταν ἴδης ἀνελκόμενα
τά ἀμφίθυρα, τότε νόμισε διαστέλλεσθαι τόν οὐρανόν ἄνωθεν καί
κατιέναι τούς ἀγγέλους. Τό σημερινό τέμπλο ἄρχισε νά
διαμορφώνεται ἀπό τήν ἐποχή τῆς εἰκονομαχίας καί
ὁριστικοποιήθηκε ἡ μορφή του τόν 14ο αἰῶνα, ἔτσι ἔχει ὑψωθεῖ πλέον
μέχρι τῆς ὀροφῆς, ὁπότε τοποθετήθηκαν καί εἰκόνες μεγάλων
διαστάσεων. Ἡ διάταξη τῶν εἰκόνων εἶναι, Δεξιά τῆς Ὡραίας Πύλης
βρίσκεται ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ μέ ἱλαρή μορφή κρατῶντας στά
χέρια Του τό Εὐαγγέλιο ἀνοιχτό μέ τίς λέξεις: «Ἐγώ εἰμι τό Φῶς
τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοί οὐ μή περιπατήσει ἐν τῇ σκοτίᾳ»
(Ἰω. η΄,12). Δίπλα του εἰκονίζεται ὁ Τίμιος Πρόδρομος. Ἀριστερά τῆς
Ὡραίας Πύλης εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς Θεομήτορος κρατῶντας στά χέρια
της τόν ἐνσαρκωθέντα Λόγον, τόν Σωτήρα. Δίπλα εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ
Ἁγίου πού εἶναι ἀφιερωμένος ὁ Ναός καί οἱ ἐπίλοιποι Ἅγιοι μέ τίς
εἰκόνες τους. Ὁ Συμεών λέγει· «καί μᾶς διδάσκουσι τά τοιαῦτα, ὅτι
καί εἰς τόν οὐρανόν μέ τόν ἴδιον τρόπον κάθηται ὁ Χριστός μέ τούς
ἁγίους Του, καί ὅτι εἶναι τώρα μέ ἡμᾶς καί μέλλει πάλι νά ἔλθῃ».
Στό ἄνω μέρος τοῦ Ἱεροῦ εἰκονοστασίου βρίσκεται τό λεγόμενο
Δωδεκάορτο μέ τά σπουδαιότερα γεγονότα τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου. Στό
κέντρο δεσπόζει ὁ Μυστικός Δεῖπνος καί οἱ εἰκόνες ἀριστερά καί
δεξιά: Ὁ Εὐαγγελισμός τῆς Θεοτόκου, ἡ Γέννηση, τά Θεοφάνεια, ἡ
Ὑπαπαντή, ἡ Μεταμόρφωση, ἡ Ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου, ἡ
Σταύρωση, ἡ Ἀποκαθήλωση, ἡ Ἀνάσταση, ἡ Ἀνάληψη, ἡ
Πεντηκοστή. Ἡ διακόσμηση μέ τήν ἄμπελο, συνήθως συμπληρώνει
τήν ὅλη εἰκόνα τοῦ τέμπλου. Οἱ πιστοί, «τά κλήματα», πρέπει νά
ἑνωθοῦν μέ τήν «Ἄμπελον τήν ἀληθινήν» γιά νά πάρουν τή θεία
ζωή καί νά ἀνέβουν πρός τά οὐράνια. Ἡ Ὡραία Πύλη εἶναι ἡ πύλη
τῆς σωτηρίας, τό σημεῖο πού οἱ πιστοί ἑνώνονται μέ τό Σωτήρα τους,
γιά νά εἰσέλθουν μαζί Του στά Ἅγια καί νά γίνουν ἅγιοι. Στά
παραπόρτια εἰκονίζονται οἱ Ἀρχάγγελοι Μιχαήλ καί Γαβριήλ μέ τά
ξίφη τους, ὡς ἄλλοι ἀκοίμητοι φρουροί, καί ἐμποδίζουν τήν εἴσοδο
ἐκείνων, πού δέν συναριθμοῦνται στούς ἱερούς καταλόγους.
Ὁ Γερμανός γράφει: «Ἡ τῶν θυρῶν κλείσις καί ἡ ἐπάνωθεν τούτων
ἐξάπλωσις τοῦ καταπετάσματος... τήν νύκτα ἐκείνην δηλοῖ, καθ’ ἥν
ἡ τοῦ μαθητοῦ προδοσία προέβη καί ἡ πρός Καϊάφα ἀπαγωγή καί ἡ
πρός Ἄνναν παράστασις καί αἱ ψευδομαρτυρίαι». Καί συνεχίζει ὁ
ἅγιος λέγοντας: «Τοῦ καταπετάσματος συστελλομένου, τῶν θυρῶν
τε ἀνοιγομένων, ἡ πρωΐα διατυποῦται, καθ’ ἥν ἀπήγαγον Αὐτόν καί
παρέδωκαν Ποντίῳ Πιλάτῳ τῷ ἡγεμόνι» (Μυστική θεωρία PG 98,
σελ. 428).
Μέ τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ θά συνεχίσωμε στό ἑπόμενο
κήρυγμα. ΑΜΗΝ!    Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου