ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ἀριθμός 1
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ
04-01-2026
«Ἔλλαμψον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, φιλάνθρωπε Δέσποτα,
τό τῆς σῆς θεογνωσίας ἀκήρατον φῶς...» (Εὐχή Θ. Λειτουργίας).
Μέ τήν Χάρη τοῦ σαρκωθέντος Λυτρωτοῦ μας, ἀγαπητοί
ἀδελφοί, ἀλλά κάι μέ τήν εὐχή τοῦ Σεβασμιωτάτου Ποιμενάρχου
μας τά φετεινά μας κηρύγματα θά ἔχουν σωτηριολογικό,
ἐκκλησιολογικό καί λειτουργικό χαρακτῆρα. Πρίν εἰσέλθουμε στά
κυρίως θέματά μας, θά κάνουμε μιά ταπεινή ἀναφορά στόν πρόξενο
τῆς σωτηρίας μας, στόν Ἀρχηγό τῆς ἀμωμήτου πίστεώς μας, στόν
Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, στόν ἐράσμιο τῶν καρδιῶν μας.
Ἡ Παλαιά Διαθήκη προετοιμάζει τήν ἐμφάνιση τοῦ
Θεανθρώπου μέ τίς ρήσεις τῶν Προφητῶν, πολλά χρόνια πρίν τήν
ἄσπιλη γέννησή Του. Ὁ Προφήτης Ἠσαΐας ἀναφέρει: «Ἰδού ἡ
παρθένος ἐν γαστρί ἕξει καί τέξεται υἱόν, καί καλέσουσι τό ὄνομα
αὐτοῦ Ἐμμανουήλ» (2,14). «Οὗτος τάς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καί περί
ἡμῶν ὀδυνᾶται» (53,4). Ὁ Ἰερεμίας θά πεῖ: «Βασιλεύσει βασιλεύς καί
ποιήσει δικαιοσύνην ἐπί τῆς γῆς (23,5). Ὁ Μιχαίας: «Καί σύ Βηθλεέμ
ἐκ σοῦ ἐξελεύσεται (ὁ Κύριος) (5,1). Ὁ Ζαχαρίας: «Λέγει Κύριος...
ἐκχεῶ ἐπί τόν οἶκον Δαυΐδ... καί τούς κατοικοῦντας Ἱερουσαλήμ
πνεῦμα χάριτος» (12,10). Ὁ Μωϋσῆς ἀναφωνεῖ γιά τόν ἐπερχόμενο
Μεσσία: «ὡς ἀετός σκεπᾶσαι νοσσιάν αὐτοῦ καί ἐπί τοῖς νεοσσοῖς
αὐτοῦ ἐπεπόθησε» (Δευτερονομίου 32,11). Ὁ Μαλαχίας λέγει: «Ἰδού
ἔρχεται ὁ ἄγγελος τῆς διαθήκης (ὁ Κύριος) (3,10). Ὁ Δαβίδ ὁ
Προφητάναξ μέλπει: «καί τό ποτήριόν σου μεθύσκον με»
(Ψαλμ. 22,5).
Οἱ σοφοί τῆς ἀρχαιότητος Πλάτων, Σωκράτης, Βολταῖρος κ.ἄ.
νοσταλγοῦν καί προσμένουν ἕνα οὐράνιο σωτήρα πού θά σώσει τήν
ἀνθρωπότητα καί τό ἀναφέρουν στά γραφόμενά τους. Καί ἦλθε
ὁ Σωτήρας, «Ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν»
(Ἰωάν. 1,14). Γιά τούς Πατέρες ἡ Βίβλος εἶναι ὁ Χριστός, ἀφοῦ κάθε
λόγος της μᾶς ὁδηγεῖ πρός Αὐτόν πού τόν προσέφερε καί μᾶς θέτει
ἐμπρός στήν παρουσία του. «Αὐτόν ζητῶ μέσ’ στά βιβλία σου» λέγει
ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος. «Ἐνηνθρωπίσθη ὁ Λυτρωτής, ἵνα ἡμεῖς
θεοποιηθῶμεν» ἀναφωνεῖ ὁ Μέγας Ἀθανάσιος. Ἡ Ἐκκλησία μᾶς
διδάσκει διά τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ὅτι: «ἡ ἁμαρτία δι’ἑνός
ἀνθρώπου (τοῦ Ἀδάμ) εἰσῆλθε στόν κόσμο, οὕτως καί ὁ θάνατος»
(Ρωμ. 5,12). Ὁ Ἰησοῦς, ὅμως, διά τῆς ὑπερφυσικῆς συλλήψεως
«ἐκ Πνεύματος ἁγίου» (Ματθ. 1,18), ἐγεννήθη ἐλεύθερος ἀπό τό
κράτος τοῦ διαβόλου καί ἀπό τή συνέπεια τῆς ἁμαρτίας, τό θάνατο.
Γι’αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία, γεμάτη πεποίθηση, ὁμολογεῖ στή
λειτουργική της σύναξη: «Πᾶσα δόσις ἀγαθή καί πᾶν δώρημα
τέλειον ἄνωθέν ἐστι καταβαῖνον ἐκ σοῦ τοῦ Πατρός τῶν φώτων»
(Εὐχή Θ. Λειτουργίας). Ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Σωτήρας μας. Εἶναι τό
ὄνομα πού «κεῖται εἰς πτῶσιν καί ἀνάστασιν πολλῶν» (Λουκᾶ 2,34).
Εἶναι τό ὄνομα πού τόσοι ἀγαποῦν καί τόσοι πολεμοῦν. Μέ αὐτό τό
ὄνομα «θάνατος ἐλύθη, δαίμονες ἐδέθησαν, οὐρανός ἀνεώχθη...
πνεῦμα κατεπέμφθη» διαλαλεῖ ὁ ἱερός Χρυσόστομος. Ἡ σωτηρία μας
εἶναι δημιούργημα τοῦ Ἰησοῦ. Εἶναι ἡ σάρκα τοῦ Ἰησοῦ πού
συνελήφθη, ἐγεννήθη καί ἐμεγάλωσε. Ὁ Ἰησοῦς γεννήθηκε σέ
σταῦλο, ἡ κούνια του ἦταν μιά φάτνη. Εἶναι φανερό, ὅτι, μέ τόν
τρόπο αὐτό, ὁ Ἰησοῦς ἀρνήθηκε κάθε δυνατότητα ἀνέσεως γιά τόν
Ἑαυτό Του. Τό σύνθημα τῆς ζωῆς του - «οὐκ ἦλθον διακονηθῆναι,
ἀλλά διακονῆσαι» (Ματθ. 20,28) – τό ἐφαρμόζει ἀπό τή στιγμή τῆς
γεννήσεώς Του. Δέν ἐπιζητεῖ ἀνέσεις καί ἐξυπηρετήσεις. Ἐκεῖνο πού
Τόν συνέχει εἶναι ἡ σωτηρία στόν κόσμο. Χωρίς νά διεκδικήσει τίποτε
γιά τόν ἑαυτό Του, ἔθεσε σάν μοναδικό στόχο τῆς ζωῆς Του τή
σωτηρία τοῦ κόσμου. Καί δέν «ἔδωσε ὕπνον τοῖς ὀφθαλμοῖς του καί
τοῖς βλεφάροις του νυσταγμόν καί ἀνάπαυσιν τοῖς κροτάφοις του»
(Ψαλμ. 131,4) μέχρις ὅτου τήν ἐπιτύχει. Καί τήν ἐπέτυχε. «Ὁ Ἰησοῦς
ἔζησε σάν παιδί» (Ματθ. 2,13). «Ὁ Κύριος ἐν τῇ παιδικῇ διαθέσει
τό ἀκέραιον καί ἄτρωτον ἐκ τοῦ Ἀδάμ ἐμιμήσατο», θά πεῖ ὁ Μέγας
Βασίλειος. Οἱ παραδόσεις τῶν πρώτων χριστιανικῶν χρόνων
ἀναφέρουν ὅτι νεφέλη φωτεινή περιέβαλε τό παιδίον Ἰησοῦν.
Ὅταν ὁ Ἰησοῦς ἦταν ἕξι ἐτῶν, Τόν ἔστειλε ἡ Μητέρα Του νά φέρει
νερό, δίνοντάς Του μιά στάμνα. Ἐπειδή, ὅμως, εἶχε πολύ κόσμο ἡ
στάμνα κάπου χτύπησε καί ἔσπασε. Ὁ Ἰησοῦς τότε ἅπλωσε τό
χιτῶνα Του, ἔβαλε ἐκεῖ τό νερό καί τό ἔφερε στό σπίτι. Ἡ Παναγία,
ὅταν εἶδε αὐτό τό σημεῖο, Τόν ἔσφιξε στήν ἀγκαλιά της καί Τόν
φιλοῦσε. Καί μέσα της διατηροῦσε τά μυστήρια πού Τόν ἔβλεπε νά
κάνει. «Εἰ γάρ ἐκ πρώτης ἡλικίας θαύματα ἐπεδείξατο οὐδ’ἄν
ἐνομίσθη ἄνθρωπος εἶναι», θά πεῖ ὁ χρυσός στή γλῶσσα ἐπίσκοπος.
Ἄλλη παράδοση ἀναφέρει: Τό ταξίδι στήν Αἴγυπτο ἦταν δύσκολο.
Ὁ μικρός Ἰησοῦς σήκωσε τά μάτια Του σέ μιά φοινικιά λέγοντάς της:
κατέβασε τά κλωνάρια σου γιά νά κόψουμε μερικούς χουρμᾶδες. Τό
δένδρο ἀμέσως ὑπήκουσε καί ἔφαγε ἡ εὐλογημένη οἰκογένεια. Καί
εἶπε πάλι ὁ Ἰησοῦς: Σέ εὐχαριστῶ φοινικιά. Μέ βοήθησες σέ μιά
δύσκολη στιγμή γι’αὐτό θά μείνεις μαζί μου στόν Παράδεισο. Καί
ὅσοι θά πεθαίνουν γιά τήν πίστη τους σέ μένα, θά ἔρχονται νά μέ
βροῦν, κρατῶντας ἕνα δικό σου κλωνάρι στά χέρια.
Ὁ Ἰησοῦς συνήθως φεύγει, ὅταν δέν Τόν δέχονται. Ὁ Ἰησοῦς
ποτέ δέν μένει μόνος. Πάντα ὑπάρχει κάποιος πού Τόν ὑποδέχεται.
Ἐκεῖνος, πού μένει τελικά μόνος εἶναι αὐτός πού διώχνει τόν Ἰησοῦ.
Τόν Ἰησοῦ στήν πραγματικότητα δέν μποροῦμε νά Τόν διώξουμε.
Ἁπλῶς ἀρνούμεθα τήν παρουσία Του. Ὅπως καί τόν ἥλιο. Δέν
μποροῦμε νά Τόν σβήσωμε. Ὁ Ἰησοῦς ὑπάρχει ὅπως καί ὁ ἥλιος.
Λάμπει, φωτίζει, θερμαίνει, ζωογονεῖ, ὅπως ὁ ἥλιος. Εἶναι τό μῦρο,
μέ τό ὁποῖο Τόν ἔχρισε ὁ Θεός Πατέρας γιά νά εὐωδιάζει τίς
μολυσμένες καρδιές μας. «Μῦρον ἐκκενωθέν τό ὄνομά σου»
(ᾎσμα Ἀσμάτων 3,1).
Ὁ Ἅγιος Πορφύριος ἀνακεφαλαιώνει: Ὁ Χριστός εἶναι φίλος
μας... εἶναι ἀδελφός μας... Εἶναι ὅ,τι καλό καί ὡραῖο... Εἶναι τό πᾶν.
Βρέ ἐγώ δέν εἶμαι... δέν βαστάω τήν κόλαση στό χέρι... δέν σᾶς
φοβερίζω, σᾶς ἀγαπάω. Γιά τή σωτηρία τῆς ψυχῆς σας ἦλθα στή γῆ.
Σᾶς θέλω νά χαίρεσθε...μαζί μου τή ζωή. Ἔτσι εἶναι ὁ Χριστός.
Ὁ Ἱερός Γ. Βερίτης ἰδιαίτερα χαροποιεῖ ὑμνολογῶντας: Κάμε
ν’ἀνθίσουν τά κρῖνα τῆς χάρης σου μέσ’ στήν καρδιά μας, καί πότιζέ
τα μ’ ἀρώματα θείας δροσιᾶς, Βασιλιά μας... Χαῖρε, Πατέρα τῶν
ψυχῶν καί Κτίστη τῶν σωμάτων, καί χαῖρε σύ πού σ’ ἄφθαρτους θέ
νά τά πάρης κόσμους. ΑΜΗΝ! Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου