Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2018

ΕΝ ΟΨΕΙ ΤΩΝ ΕΟΡΤΩΝ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ


Η ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ
 ΤΟΥ ΦΙΛΟΠΤΩΧΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ 
ΤΗΣ  ΕΝΟΡΙΑΣ  ΠΑΝΑΓΙΑΣ   ΛΑΤΟΜΙΤΙΣΣΗΣ



         Κάθε χρόνο εδώ και πολλές δεκαετίες  ο Πρόεδρος και τα μέλη του Φιλοπτώχου Ταμείου της Παναγίας Λατομιτίσσης  συγκεντρώνονται στο γραφείο του Ναού προκειμένου να ασχοληθούν με θέματα που απασχολούν πολλούς συνανθρώπους μας.

       Δύσκολο το έργο της προσφοράς και δυστυχώς αυξάνονται όλο και περισσότερο οι ανάγκες για να επουλωθούν οι πληγές της φτώχειας, της  δυστυχίας, της αρρώστιας, της μοναξιάς.                   

         Η κοινωνία μας  είναι δυστυχώς γεμάτη από αναξιοπαθούντες συνανθρώπους μας, για τους οποίους η εκκλησία μας πονά και νοιάζεται  τόσο κατά τις μεγάλες εορτές, όσο και καθ’ όλο το έτος προσφέροντάς τους οικονομική ενίσχυση όσο αυτό είναι δυνατόν.

        Η αξία του εθελοντισμού στη ζωή μας, καλλιεργείται από τις Θεϊκές εντολές, που τονίζουν σε όλους μας ότι οφείλουμε να αγαπάμε τον πλησίον μας.
          Καθημερινά πολλά και σοβαρά θέματα απασχολούν τους υπεύθυνους του Φιλοπτώχου Ταμείου μας που με πολύ αγάπη, εχεμύθεια και σοβαρότητα προσπαθούν να δώσουν λύσεις στα προβλήματα των αναξιοπαθούντων συμπολιτών μας.

       Ετσι λοιπόν  και φέτος  με την ευκαιρία της εορτής  των Χριστουγέννων, η ενορία μας, στάθηκε δίπλα  στους συνανθρώπους μας που αντιμετωπίζουν οξύτατα βιοποριστικά προβλήματα.

     Σε μια εποχή απομόνωσης και ατομισμού, το αγκάλιασμα  της  φτώχειας,  της αγωνίας και  του πόνου του διπλανού μας είναι  υποχρεώσή μας.

     Ευχαριστούμε όλους, επώνυμους και ανώνυμους που έστω και από το υστέρημά τους, ενισχύουν το Ενοριακό Φιλόπτωχο Ταμείο και τους ευχόμεθα ο Θεός να τους ανταμείβει δια πρεσβειών της Υπεραγίας  Δεσποίνης ημών Θεοτόκου.

       Ευχόμαστε ολόψυχα η γέννηση του Θεανθρώπου να ζεστάνει την καρδιά όλων μας και να μας χαρίσει ελπίδα, φώτιση, υγεία και ο Νέος Χρόνος να φέρει την αγάπη και την ειρήνη σε όλο τον κόσμο.

Καλό και ευλογημένο Δωδεκαήμερο.

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2018

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 9 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ

Ἀριθμός 50
ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ ΛΟΥΚΑ
(Λουκ. ιγ’ 10-17)
9 Δεκεμβρίου 2018 
«Ταῦτα λέγοντος αὐτοῦ κατῃσχύνοντο πάντες οἱ ἀντικείμενοι αὐτῷ».
(Λουκ. ιγ’ 17).

Εἶναι παλιὰ ἡ ἀσθένεια, Χριστιανοί μου. Γιατί, μόνο σὰν ἀσθένεια μπορεῖ νὰ χαρακτηρίσει κανεὶς τὸ φαινόμενο αὐτό. Ὅταν κανεὶς πετυχαίνει κάτι στὴ ζωή του, ὅταν προοδεύει, φυσικὸ εἶναι νὰ χαροῦν καὶ ὅσοι τὸν γνωρίζουν. Ὅμως, δὲν συμβαίνει αὐτό μὲ ὅλους. Ὑπάρχουν μερικοὶ, ποὺ ὄχι μόνο δὲν χαίρονται, ἀλλὰ καὶ θλίβονται ἀπὸ τὴν ἐπιτυχία τοῦ ἄλλου. Καὶ δὲν πρόκειται γιὰ ἄτομα, ποὺ θίγονται ἀπὸ ὅ,τι ἱκανοποίησε τὸν ἄλλο. Σ’ αὐτὸ, ἀκριβῶς, ἔγκειται ἡ ἀρρώστια, ἡ νοσηρὰ νοοτροπία καὶ συμπεριφορά. Δὲν εὐχαριστιοῦνται, γιατί δὲν μποροῦν νὰ βλέπουν τοὺς ἄλλους χαρούμενους. Θλίβονται, ὅταν δὲν εἶναι αὐτοὶ οἱ αἴτιοι μίας ἐπιτυχίας. Ἀπὸ ζήλεια; Κι ἀπὸ αὐτό. Μὰ καὶ ἀπὸ ἐγωισμὸ καὶ ἀσπλαχνία. Ἀπὸ διάθεση, νὰ μὴν νιώθουν κάποιον νὰ προάγεται ἢ νὰ προβάλλεται. Ἀπὸ ἐπιθυμία, νὰ μειώνεται ἡ σημασία τῶν ἔργων ὁποιουδήποτε ἄλλου καὶ νὰ ὑπερτιμᾶται κάθε δική τους ἐνέργεια.
Αὐτὸ συνέβη καὶ μὲ τὸν Ἀρχισυνάγωγο τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς, ἀπὸ τὸ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιο. Δεκαοχτὼ χρόνια ἔπασχε μία γυναίκα ἀπὸ κύφωση. Δὲν μποροῦσε, οὔτε λίγο, νὰ ὀρθώσει τὸ κορμί της. Δὲν ἦταν στόν Χριστό μας ἄγνωστη αὐτή ἡ γυναῖκα. Πήγαινε τακτικὰ στὴ Συναγωγή. Κάθε Σάββατο. Δὲν ἔνιωθε γι’ αὐτὴν τὸν παραμικρὸ οἶκτο. Ἂν, καὶ συχνὰ τὴν ἔβλεπε. Ἦρθε, ὅμως, στὴ Συναγωγὴ ὁ Κύριος. Εἶδε τὴν πάσχουσα αὐτὴ γυναίκα καὶ τὴν σπλαχνίστηκε. Τὴν θεράπευσε. Χαρὰ ἀπερίγραπτη, γιὰ τὴν ἴδια. Χαρὰ γιὰ ὅλους, ὅσοι παρακολούθησαν τὸ θαῦμα. Ἕνας μόνο ἀποτέλεσε ἐξαίρεση. Ὁ Ἀρχισυνάγωγος. Δυσφόρησε. Ἐπετίμησε τὸν ὄχλο, γιατί ἐρχόταν ἡμέρα Σαββάτου νὰ θεραπευθεῖ. Φοβήθηκε, μήπως παραβιαζόταν ἡ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴν ἀργία τοῦ Σαββάτου. Ἀλλὰ ὁ Κύριος ἀποκάλυψε τὴν ψυχική του διαστροφή. Τὸν ἀποκάλεσε ὑποκριτή. Γιατί, πραγματικὰ, ὑποκριτικὸ ἦταν τὸ ἐνδιαφέρον του, γιὰ τὴν ἐντολὴ τοῦ Σαββάτου. Σκοπὸς του ἦταν νὰ μειώσει τὴν ἀξία τοῦ θαύματος. Νὰ παρουσιάσει καὶ τὸν Κύριο παραβάτη τοῦ Νόμου. Νὰ δημιουργήσει ἀμφιβολίες, μὲ ἔντεχνο, μάλιστα, τρόπο. Νὰ κλονίσει τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἐκτίμηση τοῦ λαοῦ πρὸς τὸν Κύριο. Νὰ τὸν ἀποσπάει ἀπό Αὐτόν.
Ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ ἀποκρουστικοὺς τύπους, ποὺ συναντᾶμε στὶς κοινωνίες τῶν ἀνθρώπων, εἶναι ὁ ὑποκριτής. Καὶ, ἀνάμεσα στοὺς ὑποκριτὲς, ὁ περισσότερο ἀποκρουστικὸς εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ φοράει τὸ ἔνδυμα τῆς εὐσεβείας. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ἐχθρός του Θεοῦ, ἐκμεταλλευτὴς τῶν ἱερῶν καὶ τῶν ὁσίων. Καὶ, συνεχῶς, προσπαθεῖ, μὲ τὴν εὐσεβοφάνειά του, μὲ τὸ ψεύτικο ἐνδιαφέρον του, γιὰ τὸ θεῖο θέλημα, νὰ προβάλλει, συνεχῶς, τὸν ἑαυτό του. Φθονεῖ καὶ μισεῖ θανάσιμά τούς πραγματικοὺς εὐσεβεῖς ἀνθρώπους καὶ προσπαθεῖ, συνεχῶς, ἐν ὀνόματι τῆς ὑποκριτικῆς εὐσέβειάς του, νὰ τοὺς διαβάλλει ὡς ἀσεβεῖς καὶ νὰ τοὺς ὑπονομεύει.
Τὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ μας, οἱ θρησκευτικοὶ ἡγέτες τοῦ Ἰσραήλ, ἰδιαίτερα οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι, εἶχαν φθάσει στὸ ἀποκορύφωμα τῆς ὑποκρισίας. Γυμνοὶ ἀπὸ κάθε ἀρετή, χωρὶς φόβο Θεοῦ καὶ σεβασμὸ πρὸς τὸ θεῖο θέλημα, φιλοχρήματοι, φίλαυτοι καὶ διεστραμμένοι, ἐπινοητὲς τύπων καὶ καταλυτὲς τῆς οὐσίας, χωρὶς κανένα ἐνδιαφέρον, γιὰ τὴν ὑγιῆ θρησκευτικὴ μόρφωση τοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖο ἐπιβάρυναν μὲ ἀνούσιους τύπους, μὲ «φορτία βαρέα καὶ δυσβάστακτα». Τὰ ὅσα καλὰ ἔργα ἔκαναν ἦταν «πρὸς τὸ θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις». Τὰ ἐνδύματά τους ἦταν προκλητικά. Τηροῦσαν μερικοὺς ἐξωτερικοὺς τύπους, ἔκαναν καὶ καμιὰ καλὴ πράξη, ὅταν ἦταν σίγουροι, ὅτι τοὺς βλέπουν οἱ ἄλλοι καὶ προσπαθοῦσαν νὰ ἐμπνεύσουν καὶ νὰ ἐπιβάλλουν τὴν πεποίθηση, ὅτι αὐτοὶ καὶ μόνο, εἶναι οἱ ἐνάρετοι, οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ Θεοῦ στὴ γῆ, οἱ ἄξιοι καὶ θεόσταλτοι θρησκευτικοὶ ἡγέτες τοῦ Ἰσραήλ. Καὶ ἀπὸ τὸ σημεῖο, ποὺ περνοῦσαν ἐκεῖνοι, ἔπρεπε οἱ πάντες, νὰ παραμερίζουν, γιὰ νὰ μὴν ἔλθουν σὲ ἐπαφὴ μὲ ἀνθρώπους τοῦ λαοῦ καὶ μολυνθεῖ ἡ ἁγιότητά τους.
Οἱ θρησκευτικοὶ αὐτοὶ ἡγέτες τοῦ Ἰσραήλ, ἔτσι ὅπως τοὺς περιγράψαμε, ἦταν φυσικὸ νὰ ἔχουν ἐχθρικὴ στάση κατὰ τοῦ Κυρίου. Καὶ, ἀργότερα, κατὰ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. Τοὺς ἐνοχλοῦσε ἡ ἀπαστράπτουσα ἀρετὴ τοῦ Κυρίου. Ἡ ἀπόλυτη ἀναμαρτησία καὶ ἁγιότητά Του. Ἡ, κατὰ πάντα ἄμεπτη καὶ θεάρεστη συμπεριφορά Του, τὰ ἀναρίθμητα ἔργα ἀγάπης, ποὺ καθημερινὰ ἔκανε.
Ὅταν, κάποτε, τοὺς παρατηροῦσε, κατὰ πρόσωπο, τοὺς ρώτησε• «τὶς ἐξ ὑμῶν ἐλέγχει με περὶ ἁμαρτίας;» . Ἐκεῖνοι ἔσκυψαν ταπεινωμένοι τὸ κεφάλι τους, χωρὶς νὰ ἀπαντήσουν, γιατί δὲν εἶχαν τίποτε, τὸ πραγματικὸ, γιὰ νὰ κατηγορήσουν τὸν Κύριο. Ἰδιαιτέρως, μεταξύ τους, καὶ στὸ λαὸ, ἔλεγαν καὶ διέσπειραν πλῆθος συκοφαντιῶν ἐναντίον Του. Τὸν κατηγόρησαν, ὅτι δὲν τηρεῖ τὸ Σάββατο, Αὐτὸν, ὁ Ὁποῖος ἁγίαζε, μὲ πλῆθος ἀγαθῶν ἔργων, τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου. Τὸν κατηγοροῦσαν, ὅτι ἔχει δαιμόνιο, γι’ αὐτὸ μπορεῖ νὰ διώχνει τὰ δαιμόνια, Αὐτὸν, ὁ Ὁποῖος ἦρθε στὸν κόσμο, γιὰ νὰ καταλύσει, ὅπως καὶ πραγματικὰ κατέλυσε, τὴν ἐξουσία καὶ τὰ ἔργα τοῦ διαβόλου. Τὸν κατηγόρησαν, ὅτι εἶναι ἁμαρτωλὸς, ἐπειδὴ συναναστρεφόταν ἁμαρτωλούς, Αὐτὸς, ὁ Ὁποῖος ἦρθε «ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός». Καὶ πόσες ἄλλες μοχθηρὲς συκοφαντίες δὲν εἶχε ἐπινοήσει ἡ ἐμπαθὴς καρδιά τους.
Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι ἡ μὲν ἁγιότητα τοῦ Κυρίου ἔμεινε ἀπρόσβλητη καὶ ἀνεπισκίαστη, ἐνῶ αὐτοὶ καταισχύνθηκαν καὶ συνετρίβησαν. Στὴν Ἱστορία ἔχουν μείνει ὡς τὸ πλέον ἀποκρουστικὸ παράδειγμα βδελυρῶν ἀνθρώπων, ὑποκριτῶν, ἐχθρῶν του Θεοῦ.
Ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος γράφει, ὅτι ὁ ὑποκριτὴς θέλει νὰ φαίνεται «ὡς εὐλαβής, θέλει καλεῖσθαι ἅγιος καὶ προσκυνεῖσθαι ὑπὸ πάντων• ὁρᾶς αὐτοῦ τὸ ἔξωθεν σχῆμα καὶ νομίζεις αὐτὸν κατὰ Θεὸν ποιεῖν τὰ πάντα, ἡ δὲ καρδιὰ αὐτοῦ φθόνου γέμει καὶ δολιότητος καὶ παντὸς εἴδους κακῶν».
Χριστιανοί μου. Οἱ μοχθηροὶ ὑποκριτὲς, καὶ ἂν ἀκόμη κατορθώνουν νὰ ἐξαπατοῦν τοὺς ἀφελεῖς καὶ νὰ δημιουργοῦν ζητήματα στοὺς εὐσεβεῖς, ὅμως δὲν διαφεύγουν τὸ ἄγρυπνο βλέμμα καὶ τὴν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ. «Οἱ ἐχθροί τοῦ Θεοῦ ἀπολοῦνται», διαλαλεῖ ὁ ψαλμῳδός. Καὶ, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν Θεὸ, λέει• «ἐμίσησας πάντας τοὺς ἐργαζομένους τὴν ἀνομίαν• ἀπολεῖς πάντας τοὺς λαλοῦντας τὸ ψεῦδος» . Καὶ τὴν ἀλήθεια αὐτὴ τὴν ἐπιβεβαιώνει ἡ Ἱστορία, ἀλλὰ καὶ ἡ προσωπικὴ πεῖρα τοῦ καθενός μας. Μακρυά, λοιπόν, ἀπό τήν ὑποκρισία. Ἀμήν.  Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2018

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 25 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ


Ἀριθμός 48
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. ιη΄ 18-25)
25 Νοεμβρίου 2018
«Ὁ δὲ ἀκούσας ταῦτα περίλυπος ἐγένετο· ἦν γὰρ πλούσιος σφόδρα» (Λουκ. ιη’ 23)
Στὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς ΙΓ΄ Κυριακῆς Λουκᾶ, Χριστιανοί μου, ὅπως αὐτὴ ὀνομάζεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μας, εἴδαμε ἕνα νέο νὰ ζητάει ἕνα εἰσιτήριο. Ἕνα εἰσιτήριο γιὰ ποῦ; Γιὰ τὴν αἰώνιο ζωή. Κι ἀπὸ ποιὸν τὸ ζητοῦσε; Ἀπὸ τὸ Πρόσωπο ἐκεῖνο, ποὺ μόνο Αὐτὸ μπορεῖ νὰ δώσει τέτοια εἰσιτήρια. Καὶ τὸ Πρόσωπο αὐτὸ εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Σ’ Αὐτὸν προσῆλθε ὁ νέος καὶ Τοῦ εἶπε: «Διδάσκαλε, ἀγαθέ, τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω;».
Τελικὰ τί ἔγινε; Ἀπέκτησε τὸ πολυπόθητο εἰσιτήριο; Ἂν καὶ εἶχε πολλὰ χρήματα «ἦν γὰρ πλούσιος σφόδρα», δὲν κατόρθωσε νὰ τὸ ἀποκτήσει. Ὁ πλούσιος αὐτὸς νέος βρισκόταν μεταξὺ τῶν ἐπιγείων καὶ τῶν οὐρανίων θησαυρῶν· μεταξὺ τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν τῆς γῆς καὶ τῶν πνευματικῶν ἀγαθῶν τοῦ Παραδείσου· μεταξύ του Θεοῦ καὶ τοῦ μαμωνᾶ. Ἤθελε τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, στὴν ὁποία πίστευε, ποθοῦσε, ὅμως, καὶ τὰ πλούτη τῆς γῆς, τὰ ὁποία εἶχε. Προσπαθοῦσε νὰ συμβιβάσει καὶ τὰ δύο, τὶς ἀνέσεις καὶ τὴν ἐφήμερη δόξα τοῦ πλούτου, μὲ τὴν λαμπρότητα καὶ τὴν μακαριότητα τοῦ Οὐρανοῦ. Δὲν μπόρεσε νὰ κατανοήσει, ὅτι δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ εἶναι δοῦλος τοῦ πλούτου καὶ, παράλληλα, ἐλεύθερος πολίτης τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ, ὅταν ὁ καρδιογνώστης Κύριος τοῦ συνέστησε νὰ ἐλευθερώσει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὰ δεσμὰ καὶ τὴν τυραννία τοῦ πλούτου καὶ νὰ γίνει Ἀπόστολος, ἐκεῖνος «περίλυπος ἐγένετο· ἦν γὰρ πλούσιος σφόδρα».
Ὁ πλοῦτος, καὶ σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση, δημιούργησε μεγάλη λύπη στὸν Ἄρχοντα, ὅπως, ἴσως, καὶ ἄλλες φορὲς στὴν ζωή του. Ἔγινε, ὅπως μᾶς λέει ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς «περίλυπος», λυπήθηκε καὶ πικράθηκε πάρα πολύ. Καί ἡ λύπη του αὐτὴ θὰ ἦταν μεγαλύτερη, καθὼς θὰ περνοῦσαν οἱ ἡμέρες, ἴσως καὶ ἰσόβια, ἐὰν δὲν σκεφτόταν νὰ μετανοήσει καὶ νὰ ἐλευθερώσει τὴν καρδιά του ἀπὸ τὴν τυραννικὴ κυριαρχία τοῦ πλούτου. Ὁ πόνος θὰ γινόταν ἀθεράπευτος. Ἡ ἀπερίγραπτη ὀδύνη, ὅτι θὰ καταδικαζόταν αἰώνια, θὰ ἦταν χειρότερη. Αὐτὲς, κατὰ κανόνα, εἶναι οἱ ὀλέθριες συνέπειες τοῦ πλούτου στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἀκόμη καὶ στὸ σῶμα, σὲ ἐκεῖνον, ποὺ ἔχει δώσει τὴν καρδιά του στοὺς ἐπίγειους θησαυροὺς καὶ, γιὰ χάρη τους, καταφρονεῖ τὴν αἰώνια μακαριότητα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ὁ πλοῦτος, παρὰ τὴν ἐπιφανειακή του λάμψη, εἶναι στὴν πραγματικότητα σκοτάδι, καὶ πηγὴ πόνων καὶ ὀδύνης. Ὑπόσχεται τὴν εὐτυχία, ἀλλὰ φέρνει τὴν δυστυχία. Τόσο ἐκεῖνοι, ποὺ δὲν ἔχουν πλούτη, ποθοῦν καὶ ἀγωνίζονται, γιὰ νὰ τὰ ἀποκτήσουν, ὅσο καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὰ ἔχουν ἀποκτήσει, ἂν θελήσουν νὰ μιλήσουν μὲ εἰλικρίνεια, γιὰ τὸν πλοῦτο, θὰ ποῦν πολλὰ, γιὰ τὶς θλίψεις καὶ τὶς πικρίες, ποὺ προκαλεῖ.
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφει: «οἱ βουλόμενοι πλουτεῖν ἐμπίμπτουσιν εἰς πειρασμὸν καὶ παγίδα καὶ ἐπιθυμίας πολλάς ἀνοήτους καὶ βλαβεράς, αἵτινες βυθίζουσι τοὺς ἀνθρώπους εἰς ὄλεθρον καὶ ἀπώλειαν» . Δὲν λέει «οἱ πλούσιοι», ἀλλὰ «οἱ βουλόμενοι πλουτεῖν», ἐκεῖνοι, δηλαδὴ, ποὺ δὲν εἶναι πλούσιοι, ἀλλὰ ποθοῦν καὶ θέλουν καὶ ἀγωνίζονται νὰ ἀποκτήσουν, μὲ κάθε τρόπο, πλούτη. Ὅλοι αὐτοί, λοιπόν, πέφτουν καὶ μπλέκονται σὲ πολλοὺς πειρασμούς. Καταστρώνουν διάφορα σχέδια, κάνουν ἄδικους ὑπολογισμούς, πονηροὺς συνδυασμούς, οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἀποτυγχάνουν, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ γεμίζουν ἀπὸ λύπη καὶ στεναχώρια. Καὶ, ἂν κάποια φορά, πετύχουν «οἱ βουλόμενοι πλουτεῖν», ἔρχονται ἀντιμέτωποι μὲ ἄλλου εἴδους πειρασμοὺς καὶ πικρίες. Φοβοῦνται, μήπως ἀνακαλυφθοῦν οἱ παράνομοι τρόποι, τοὺς ὁποίους μεταχειρίστηκαν, γιὰ νὰ πλουτίσουν. Τρέμουν, ἀπὸ φόβο, μήπως πέσουν στὰ χέρια τῆς Δικαιοσύνης. Δυσφοροῦν ἀπὸ τὴν δίκαιη κατακραυγὴ τῶν ἄλλων. Ἔχουν τύψεις συνειδήσεως. Δημιουργοῦν προβλήματα μέσα στὴν Οἰκογένεια, ἀντεγκλήσεις μὲ ἐκείνους, μὲ τοὺς ὁποίους συναλλάσσονται. Δὲν μποροῦν νὰ ἡσυχάσουν, οὔτε μέρα οὔτε νύκτα.
Ἔχουν πέσει στὴν παγίδα, ποὺ τοὺς ἔστησε ὁ διάβολος καὶ γίνονται δοῦλοι του, γιὰ τὴν διάπραξη τοῦ κακοῦ. Εἶναι κυριευμένοι, ἀπὸ πολλὲς μωρὲς καὶ ἐπιβλαβεῖς ἐπιθυμίες, οἱ ὁποῖες βυθίζουν τοὺς ἀνθρώπους στὸν ὄλεθρο τοῦ σώματος καὶ στὴν ἀπώλεια τῆς ψυχῆς. Ὅσοι ἐπιθύμησαν, προσθέτει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, τὸν ἁμαρτωλὸ πλοῦτο «ἀπεπλανήθησαν ἀπὸ τῆς πίστεως καὶ ἑαυτοὺς περιέπειραν ὀδύναις πολλαῖς» . Ξέπεσαν ἀπὸ τὴν πίστη καὶ τὴν σωτηρία καὶ, σὰν μὲ μυτερὰ καρφιά, διαπέρασαν τὴν καρδιά τους, μὲ πολλοὺς πόνους καὶ ἀγωνίες. Αὐτὸς, ποὺ ἀγαπᾶ τὰ χρήματα, εἶναι δυνατὸν νὰ παρασυρθεῖ σὲ ὅλα τὰ κακά, σὲ κάθε παρανομία, γιὰ νὰ ἀπολαμβάνει, ἔτσι, τὴν ταραχή, τὴν πικρία καὶ τὴν ὀδύνη.
Ἀλλὰ, καὶ ἐκεῖνος, ποὺ εἴτε ἔχει κληρονομήσει, εἴτε ἔχει ἀποκτήσει χρήματα, δὲν βρίσκεται σὲ καλύτερη κατάσταση. Βλέπει, ὅτι δὲν ἱκανοποιεῖται, ὅπως ὑπολόγιζε, ὅπως ἤλπιζε, ἀπὸ τὰ πλούτη. Ἀντίθετα, τὸν καταλαμβάνει μελαγχολία καὶ θλίψη. Κυριεύεται ἀπὸ ἀηδία καὶ ἀπογοήτευση.
Τὴν ματαιότητα τοῦ πλούτου καὶ τῶν ἀπολαύσεων τὴν περιγράφει, μὲ πολὺ παραστατικὸ τρόπο, ὁ Σολομώντας. «Ἐγώ, λέει, ἔκτισα μεγαλοπρεπεῖς οἰκοδομὲς, γιὰ τὸν ἑαυτό μου. Φύτευσα ἀμπέλια. Περιέφραξα κήπους καὶ δεντρόκηπους. Φύτευσα σ’ αὐτοὺς κάθε εἶδος καρποφόρου δέντρου. Διέταξα καὶ κτίσθηκαν δεξαμενὲς νεροῦ, γιὰ νὰ ποτίζονται, ἀπ’ αὐτὲς, οἱ κῆποι μου. Ἀγόρασα δούλους καὶ δοῦλες. Συγκέντρωσα, γιὰ τὸν ἑαυτό μου, ἀσήμι καὶ χρυσάφι, θησαυροὺς ἀπὸ βασιλιάδες, περιουσίες ὁλόκληρων περιοχῶν. Γιὰ νὰ διασκεδάζω εἶχα τραγουδιστὲς καὶ τραγουδίστριες, οἰνοχόους, γιὰ νὰ μὲ κερνοῦν κρασί. Ἔκανα δικές μου καὶ γνώρισα κάθε εἴδους διασκέδαση καὶ ἀπόλαυση τῶν ἀνθρώπων. Κάθέ τι τερπνὸ, ποὺ εἶδαν τὰ μάτια μου, δὲν τὸ στερήθηκα. Κάθε διασκέδαση καὶ ἀπόλαυση, ποὺ πόθησε ἡ καρδιά μου, τὴν ἀπόλαυσα…».
Καὶ, ἐνῶ ἀπὸ πολλοὺς, ἴσως, νὰ θεωροῦνταν ὁ Σολομώντας, ὡς ὁ εὐτυχέστερος ἄνθρωπος τοῦ κόσμου, γεμάτος ἀπογοήτευση καὶ πικρία, ὁμολογεῖ: «ἔπειτα ἀπὸ ὅλες αὐτὲς τὶς τέρψεις καὶ τὶς ἀπολαύσεις ἔριξα μία ματιὰ σὲ ὅλα ὅσα ἔκανα, σὲ ὅλα ὅσα κατασκεύασαν τὰ χέρια μου, σὲ ὅλα ὅσα, μὲ κόπο καὶ ταλαιπωρία ἀγωνίστηκα νὰ ἀποκτήσω καὶ ἔβγαλα τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι ματαιότητα. Κούφια ὁρμὴ ἀνέμου, ἡ ὁποία παρέρχεται» .
Ἀξίζει, λοιπόν, χάρη τοῦ πλούτου, νὰ χάσει κανεὶς τοὺς θησαυροὺς τοῦ Οὐρανοῦ; Γιὰ χάρη τῶν ἀπολαύσεων, ποὺ ὑπόσχεται ὁ πλοῦτος, καὶ οἱ ὁποῖες, στὴν πραγματικότητα, εἶναι ταραχή, πικρία καὶ ὄλεθρος, νὰ χάσει τὴν ἀνεκλάλητη αἰώνια χαρὰ, ποὺ προσφέρει ὁ Κύριος καὶ Θεός μας;
Τί κέρδισε ὁ πλούσιος νέος, τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος, ὁ ὁποῖος, ἐξαιτίας τοῦ πλούτου, καταφρόνησε τὴν πρόσκληση τοῦ Χριστοῦ; Τὴν θλίψη, τὴν ἀπογοήτευση, τὴν καταδίκη.
Τί θὰ κέρδιζε, ἂν ἀκολουθοῦσε τὸν Χριστό; Τὰ πάντα. Θὰ γινόταν ἔνδοξος Ἀπόστολος. Τὸ ὄνομά του θὰ δοξαζόταν καὶ οἱ ἄνθρωποι θὰ τὸν τιμοῦσαν. Καὶ, τὸ σπουδαιότερο, θὰ καθόταν καὶ αὐτὸς σὲ ἔνδοξο θρόνο στὰ δεξιὰ τοῦ Χριστοῦ.
Χριστιανοί μου,
Ποτὲ, μά ποτέ, ἂς μὴ μᾶς πλανήσει ὁ πλοῦτος. Ἀκόμη καὶ ἡ σκέψη, γιὰ τὴν ἀπόκτηση τοῦ πλούτου εἶναι μεγάλη ἁμαρτία. Ποτὲ, ἂς μὴ καταφρονήσουμε τὰ Οὐράνια ἀντὶ τῶν ἐπιγείων. Ἀμήν.   Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2018

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2018



Η  ΙΕΡΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΣ 
ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ 
ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΛΑΤΟΜΙΤΙΣΣΗΣ

«Σηλυβρίας τὸν γόνον καὶ Αἰγίνης τὸν ἔφορον, τὸν ἐσχάτοις χρόνοις φανέντα ἀρετῆς φίλον γνήσιον, Νεκτάριον τιμήσωμεν πιστοί, ὡς ἔνθεον θεράποντα Χριστοῦ, ἀναβλύζει γὰρ ἰάσεις παντοδαπὰς τοῖς εὐλαβῶς κραυγάζουσι. Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ θαυματώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.»




Ο ΟΡΘΡΟΣ ΚΑΙ Η ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΗ
ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Μέσα σε κλίμα θρησκευτικής κατάνυξης εορτάσαμε στην ενορία μας και φέτος την εορτή του Αγίου Νεκταρίου στο παρεκκλήσιο που βρίσκεται στην Παναγία Λατομίτισσα.  Την Πανηγυρική Θεία Λειτουργία τέλεσαν ο εφημέριος του Ιερού Ναού μαζί με τον π. Γεώργιο Γεώργαλο και τον π. Βασίλειο Μανάρα.
 Την εορτή τίμησαν με την παρουσία τους κατόπιν προσκλήσεως του εφημέριου, τα σχολεία της γύρω περιοχής:  - 4ο Γυμνάσιο,  9ο Δημοτικό Σχολείο Καρραδείου,  Βούρειο Δημοτικό Σχολείο Λειβαδίων, το σχολείο Ε.Ε.Ε.Ε.Κ.ΧΙΟΥ το Ειδικό σχολείο και ΙΕΚ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ ΧΙΟΥ, συνοδευόμενα από τους Διευθυντάς και τους Εκπαιδευτικούς τους. 
   Στο τέλος  ο εφημέριος  ευχαρίστησε ιδιαίτερα τόσο τους Διευθυντάς των Σχολείων, όσο  και τους δασκάλους   και  μαθητάς  που παρευρέθησαν στον πανηγυρίζοντα Ιερό Ναό.
Πολλοί φιλέορτοι Χριστιανοί  προσήλθαν να τιμήσουν τις Ιερές Ακολουθίες,  την παραμονή,   και την  ημέρα της  εορτής.
Τον  χορό των ιεροψαλτών  αποτελούσε το τμήμα της Βυζαντινής Μουσικής του  Κουκουναρείου  Πνευματικού Κέντρου της  Ενορίας  μας, με τον χοροδιδάσκαλό τους  κ. Θεόδωρο Κουτσούδη.
Ακολουθεί φωτογραφικό υλικό.






























Βιογραφία
«Γεννήθηκε στις 1 Οκτωβρίου του 1846 μ.Χ. στη Σηλυβρία της Θράκης από τον Δήμο και τη Βασιλική Κεφάλα και ήταν το πέμπτο από τα έξι παιδιά τους. Το κοσμικό του όνομα ήταν Αναστάσιος.

Μικρός, 14 ετών, πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου εργάστηκε ως υπάλληλος και κατόπιν ως παιδονόμος στο σχολείο του Μετοχίου του Παναγίου Τάφου. Κατόπιν πήγε στη Χίο, όπου, από το 1866 μ.Χ. μέχρι το 1876 μ.Χ. χρημάτισε δημοδιδάσκαλος στο χωριό Λίθειο.

Το 1876 μ.Χ. εκάρη μοναχός στη Νέα Μονή Χίου με το όνομα Λάζαρος και στις 15 Ιανουαρίου 1877 μ.Χ. χειροτονήθηκε διάκονος, ονομασθείς Νεκτάριος, από τον Μητροπολίτη Χίου Γρηγόριο (1860 - 1877 μ.Χ.), και ανέλαβε τη Γραμματεία της Μητροπόλεως.

Το 1881 μ.Χ. ήλθε στην Αθήνα, όπου με έξοδα του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σωφρονίου Δ' (1870 - 1899 μ.Χ.), σπούδασε Θεολογία και πήρε το πτυχίο του το 1885 μ.Χ. Έπειτα, ο ίδιος προαναφερόμενος Πατριάρχης, τον χειροτόνησε το 1886 μ.Χ. πρεσβύτερο και του έδωσε τα καθήκοντα του γραμματέα και Ιεροκήρυκα του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας. Διετέλεσε επίσης πατριαρχικός επίτροπος στο Κάιρο.

Στις 15 Ιανουαρίου 1889 μ.Χ., χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Πενταπόλεως. Η δράση του ως Μητροπολίτου ήταν καταπληκτική και ένεκα αυτού ήταν βασικός υποψήφιος του πατριαρχικού θρόνου Αλεξανδρείας. Λόγω όμως φθονερών εισηγήσεων (αισχρών συκοφαντιών), προς τον Πατριάρχη Σωφρόνιο, ο ταπεινόφρων Νεκτάριος, για να μη λυπήσει τον γέροντα Πατριάρχη, επέστρεψε στην Ελλάδα (1889 μ.Χ.).

Διετέλεσε Ιεροκήρυκας (Ευβοίας) (1891 - 1893 μ.Χ.), Φθιώτιδος και Φωκίδας (1893 - 1894 μ.Χ.) και διευθυντής της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής στην Αθήνα (1894 - 1904 μ.Χ.).

Μετά τον θάνατο του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σωφρονίου (1899 μ.Χ.), ο Νεκτάριος εκλήθη να τον διαδεχθεί, αλλά ο Άγιος αρνήθηκε.

Στα κηρύγματα του, πλήθος λαού μαζευόταν, για να «ρουφήξει» το νέκταρ των Ιερών λόγων του.

Το 1904 μ.Χ. ίδρυσε γυναικεία Μονή στην Αίγινα, της οποίας ανέλαβε προσωπικά τη διοίκηση, αφού εγκαταβίωσε εκεί το 1908 μ.Χ., μετά την παραίτηση του από τη Ριζάρειο Σχολή.

Έγραψε αρκετά συγγράμματα, κυρίως βοηθητικά του θείου κηρύγματος. Η ταπεινοφροσύνη του και η φιλανθρωπία του υπήρξαν παροιμιώδεις.

Πέθανε το απόγευμα της 8ης Νοεμβρίου 1920 μ.Χ. Τόση δε ήταν η αγιότητά του, ώστε επετέλεσε πολλά θαύματα, πριν αλλά και μετά τον θάνατο του. Ενταφιάστηκε στην Ιερά Μονή Αγίας Τριάδος στην Αίγινα.

Η ανακομιδή των Ιερών λειψάνων του έγινε στις
3 Σεπτεμβρίου του 1953 μ.Χ. και στις 20 Απριλίου του 1961 μ.Χ. με Πράξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, διακηρύχτηκε Άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας».

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 18 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ

Ἀριθμός 47

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. ιβ΄16-21)
18 Νοεμβρίου 2018
«Ἄφρον...ἅ δέ ἡτοίμασας, τίνι ἔσται; » (Λουκ. ιβ΄21)
Χριστιανοί μου,
Οἱ ἁμαρτίες, οἱ ἀδυναμίες καὶ τὰ πάθη, ἐφόσον μένουν ἐλεύθερα καὶ ἀπολέμητα στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, τὸν ὑποδουλώνουν, τοῦ σκοτίζουν τὸ νοῦ καὶ τὸν ὁδηγοῦν στὶς πλέον παράλογες καὶ ὀλέθριες γιὰ τὸν ἴδιο, ἀποφάσεις καὶ πράξεις. Τοῦ δημιουργοῦν μία κατάσταση ἀφροσύνης.
Αὐτὸ, ἀκριβῶς, συνέβη καὶ στὸν πλούσιο τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς.
Ὁ ἄνθρωπος, γιὰ τὸν ὁποῖο μᾶς μιλάει τὸ σημερινὸ ἱερό Εὐαγγέλιο, ἦταν πλούσιος, πολὺ πλούσιος. Εἶχε στὴν ἰδιοκτησία του πολλὰ κτήματα, «χώρας», ὅπως χαρακτηριστικὰ λέει ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς. Μεγάλες δηλαδὴ ἐκτάσεις, μὲ ποικιλία καλλιεργειῶν καὶ προϊόντων. Εἶχε ἀποθῆκες μεγάλες καὶ πολλές. Τὰ σπίτια του σίγουρα θὰ ἦταν πολυτελέστατα, μὲ πολλοὺς ὑπηρέτες. Τίποτα δὲν τοῦ ἔλειπε, εἶχε τὰ πάντα, ὅ,τι ζητοῦσε ἡ ψυχή του. Σ’ ὅλα αὐτὰ ἦρθε νὰ προστεθεῖ, τὴν περίοδο ἐκείνη, ἡ πρωτοφανὴς εὐφορία τῶν κτημάτων του.
Ἐδῶ, ὅμως, φαίνεται καθαρὰ, τὸ δράμα τοῦ ἄφρονα πλούσιου. Ἀντὶ νὰ εὐχαριστήσει τὸν δωρεοδότη Κύριο, γιὰ τὴν μεγάλη αὐτὴ εὐλογία τῆς πλούσιας σοδειᾶς καὶ ἀπὸ τὰ δῶρα αὐτὰ τοῦ Θεοῦ νὰ προσφέρει κι αὐτὸς στοὺς συνανθρώπους του, ὡς ἰδιοτελὴς καὶ φίλαυτος, βυθίστηκε σὲ πολλὲς καὶ καταθλιπτικὲς μέριμνες, ποὺ ἀφοροῦσαν τὸν ἑαυτό του καὶ μόνον. Διαπίστωσε, ὅτι οἱ ἀποθῆκες ποὺ εἶχε, ὅσοι μεγάλες κι ἂν ἦταν, δὲν ἐπαρκοῦσαν νὰ χωρέσουν τὴν πλούσια σοδειά. Κι αὐτὸς δὲν ἤθελε νὰ χάσει τίποτε ἀπὸ αὐτά, οὔτε νὰ διαθέσει κάτι γιὰ τοὺς πτωχούς, γιὰ τοὺς συνανθρώπους του.
Ἔλεγε, ξανὰ καὶ ξανά, ἡμέρα καὶ νύκτα, ὅτι «οὐκ ἔχω ποῦ συνάξω τοὺς καρπούς μου». «Τοὺς καρπούς μου», ἔλεγε, «τὰ ἀγαθά μου». Τὰ θεωρεῖ ὅλα δικά του. Νομίζει, ὅτι ἔχει τὸ ἀπόλυτο δικαίωμα ἐπ’ αὐτῶν. Μέσα σ’ αὐτὴ του τὴν παραζάλη τῆς ἀφροσύνης του, δὲν σκέφθηκε, ὅτι ἐπιτέλους γι’ αὐτὰ ἐργάστηκαν οἱ ὑπηρέτες του, οἱ γεωργοὶ καὶ, πρὸ πάντων, ὅτι ὁ Θεὸς ἔφερε εὐνοϊκούς τούς καιροὺς, γιὰ τὴν πλούσια ἀπόδοση τῶν κτημάτων του.
Ὕστερα ἀπὸ πολλὲς καὶ ἀγωνιώδεις σκέψεις καὶ συνδυασμούς, βρῆκε, ὅπως νόμιζε, τὴ λύση. Κατέληξε στὴν ἀπόφαση νὰ γκρεμίσει τὶς ἀποθῆκες του καὶ νὰ ἀνοικοδομήσει ἄλλες, μεγαλύτερες. Νὰ συνάξει ἐκεῖ, μὲ κάθε ἐπιμέλεια, τὰ πάντα καὶ νὰ μὴν ἀφήσει τίποτα νὰ χαθεῖ, γιὰ νὰ ἔχει ἄφθονα τὰ ἀγαθά, ὥστε νὰ τρώει, νὰ πίνει καὶ νὰ εὐφραίνεται καθημερινὰ καὶ γιὰ πολλὰ χρόνια.
Ἴσως, καὶ νὰ ξεκίνησε τὴν ἀνοικοδόμηση τῶν νέων ἀποθηκῶν. Ἴσως, καὶ νὰ ἐπιστάτησε, μὲ πολὺ προσοχὴ, στὴ συγκομιδὴ τῶν καρπῶν. Καὶ, γεμάτος ἀπὸ ἱκανοποίηση, ἔλεγε στὸν ἑαυτό του, στὴν ψυχή του: «ψυχή μου, ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ, κείμενα εἰς ἔτη πολλά· ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου». Δὲν πρόλαβε ὅμως νὰ τελειώσει τὴν σκέψη του, τὰ γεμάτα ἀφροσύνη λόγια του. Γιατί; Διότι συνέβη σ’ αὐτὸν τὸ κοινὸ γιὰ ὅλους τούς ἀνθρώπους γεγονός, ὁ θάνατος, τὸ ὁριστικὸ καὶ ἀναπόφευκτο τέρμα τῆς ἐπίγειας ζωῆς. Ὅλα τὰ σκέφθηκε, ὅλα τὰ ὑπολόγισε ὁ ἄφρονας πλούσιος, γιὰ ὅλα φρόντισε μὲ κάθε σχολαστικότητα. Ἕνα μόνο δὲν ἤθελε νὰ σκεφθεῖ· τὸν θάνατο καὶ τὴν, μετὰ θάνατο, αἰωνιότητα. Καὶ ἔτσι, ἔχασε ἀνεπανόρθωτα τὰ πάντα καὶ, τὸ πλέον χειρότερο, τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτὸ του εἰς αἰῶνας αἰώνων.
«Ἄφρον» τοῦ εἶπε ὁ Θεός, ἀνόητε καὶ ἀπερίσκεπτε, σκοτισμένε ἀπὸ τὴ φοβερὴ ἰδιοτέλεια καὶ ὑλοφροσύνη, ποὺ ἤλπιζες, γιὰ μία μεγάλη καὶ γεμάτη ἀπολαύσεις ζωή, τώρα, αὐτὸ τὸ βράδυ, τὸ ὁποῖο πρὶν ἀπὸ πολὺ καιρὸ ὀνειρευόσουν ὡς ἀρχὴ τῆς εὐτυχίας σου, οἱ ἄγγελοι τοῦ σκότους, οἱ δαίμονες τῆς κολάσεως, ἀπαιτοῦν καὶ θὰ πάρουν μὲ βία τὴ ψυχή σου, γιὰ νὰ τὴν μεταφέρουν, ὄχι στοὺς κόλπους τοῦ Ἀβραάμ, ὅπου ἡ χαρὰ καὶ ἡ εὐφροσύνη, ἀλλὰ στὴν ἀπερίγραπτη ὀδύνη τῆς αἰώνιας καταδίκης. «Ἃ δὲ ἡτοίμασας, τίνι ἔσται;». Δὲν εἶναι πλέον δικά σου. Δὲν γνωρίζεις σὲ ποιὰ χέρια θὰ καταλήξουν, ἴσως καὶ σὲ ἐχθρούς σου. Κι ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἑτοίμαζες γιὰ τὸν ἑαυτό σου, ἄλλοι θὰ τὰ ἀπολαμβάνουν. ἐνῶ, ἐσὺ, θὰ φλέγεσαι στὴ γέενα τοῦ πυρός τοῦ αἰωνίου.
Ταλαίπωρος ὁ ἄνθρωπος αὐτός. Ὁ Θεὸς τὸν ὀνόμασε ἄφρονα. Καὶ πραγματικὰ ἦταν ἄφρονας ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μέχρι τὸ τέλος, σὲ ὅλες τὶς ἰδιοτελεῖς ἐπιθυμίες, ἐνέργειες καὶ ἐπιδιώξεις τῆς ἀχόρταστης καρδιᾶς του. Κι ἂν μερικοὶ τὸν θεωροῦσαν ἔξυπνο, ὅταν τὸν ἔβλεπαν νὰ συγκεντρώνει θησαυρούς, στὴν πραγματικότητα, ὅμως, ἦταν ἄφρονας. Ἦταν ἄφρονας, διότι δὲν θέλησε νὰ διδαχθεῖ οὔτε ἀπὸ τὴ δική του, ὡς τότε, ἐμπειρία, οὔτε ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῶν ἄλλων, ὅτι τὰ πλούτη, ὅσο πολλὰ κι ἂν εἶναι, δὲν εἶναι ἱκανὰ νὰ χαρίσουν τὴν ἀληθινὴ χαρὰ στὸν ἄνθρωπο. Τοῦ δίνουν κάποια προσωρινὴ εὐχαρίστηση, κι αὐτὴ ἀνάμικτη μὲ στυφότητα καὶ πικρία, γιὰ νὰ ἀφήσουν ἀμέσως, μετὰ τὸ κενὸ καὶ τὸ ἄγχος, τὴν πλήξη καὶ τὴν ἀνία μέσα στὴν ψυχή.
Ἦταν ἄφρονας, διότι δὲν σκέφθηκε, ὅτι ὁ πλοῦτος δὲν εἶναι πάντοτε ἰσόβιο κτῆμα τοῦ ἀνθρώπου. Μία πυρκαγιά, ἕνας σεισμός, ἕνας πόλεμος, μία οἰκονομικὴ κρίση καὶ τόσα ἄλλα, ποὺ γίνονται καθημερινὰ στὸν κόσμο, εἶναι ἱκανὰ νὰ ἐξαφανίσουν καὶ τὶς πιὸ μεγάλες περιουσίες, νὰ ἀφήσουν πτωχὸ καὶ γυμνὸ τὸν ἄλλοτε πλούσιο. Δυστυχῶς, δὲν εἶναι λίγα τὰ παραδείγματα τέτοιων καταστροφῶν. Τὰ ἔχουμε ζήσει εἴτε στὸ ἄμεσο περιβάλλον μας εἴτε στὴν Πατρίδα μας, ἰδιαίτερα τὰ τελευταῖα χρόνια. Πόσοι καὶ πόσοι, ἀπὸ πλούσιοι μέσα σὲ λίγες στιγμὲς, ἔφτασαν στὸ ἔσχατο σημεῖο τῆς φτώχειας.
Ἦταν ἄφρονας ὁ πλούσιος τῆς παραβολῆς, διότι δὲν ἔλαβε ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι τὰ χρόνια της ζωῆς του, ὅσα πολλὰ καὶ ἂν φανταζόταν, ὅτι κάποια στιγμὴ θὰ ἔφθανε τὸ τέλος. Κι ἔπειτα, ἀπὸ τὸ ἀναπόφευκτο αὐτὸ τέλος, θὰ ἀνοιγόταν ἐνώπιόν του ἡ αἰωνιότητα. Πῶς θὰ παρουσιαζόταν μπροστὰ στὸν ἀδέκαστο Κριτή; Ποιὰ καλὰ ἔργα θὰ εἶχε νὰ Τοῦ παρουσιάσει; Πῶς θὰ λογοδοτοῦσε, γιὰ τὴν χρήση τῶν ἀγαθῶν, πού τοῦ εἶχε δώσει ὁ Θεός; Τότε, θὰ ἔβλεπε, ὅπως καὶ εἶδε, ὅτι ἔχασε τὴν ψυχή του, γιὰ τὰ λίγα αὐτὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ τῆς περιουσίας του.
Καὶ ὁ Κύριος, γιὰ νὰ ἐπιστήσει τὴν προσοχὴ ὅλων μας, μήπως καὶ βρεθοῦμε κι ἐμεῖς στὴν ἀφροσύνη τοῦ πλούσιου, ἔκλεισε τὴν παραβολὴ μὲ τὸ συγκλονιστικὸ δίδαγμα: «οὕτως ὁ θησαυρίζων ἑαυτῷ καὶ μὴ εἰς Θεὸν πλουτῶν».
Χριστιανοί μου,
Ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς τί θὰ παρουσιάσει στὸν Θεό, ὅταν βρεθεῖ ἐνώπιόν Του; Τί ἀπολογία θὰ δώσουμε; Χωρὶς ἀγάπη οἱ πύλες τοῦ οὐρανοῦ μένουν κλειστές. Ὅλα περνοῦν καὶ φθείρονται. Ἐκεῖνο, ποὺ μένει, εἶναι ἡ καλοσύνη καὶ ἡ ἀγάπη. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ, ἂς ἀξιολογήσουμε ὀρθὰ τὴ ζωή μας. Ἂς δοῦμε εἰλικρινὰ καὶ χωρὶς προκαταλήψεις ὅ,τι ἀφορᾶ τὸν ἑαυτό μας καὶ τὸν κόσμο. Ἂς ἀνοίξουμε τὰ μάτια μας καὶ ἂς ἀτενίσουμε τὸ μέλλον χωρὶς φόβο. Ἂς δοῦμε τὴν κάθε μας πράξη μέσα ἀπὸ τὸ πρίσμα τῆς αἰωνιότητας. Αὐτὸ εἶναι ἡ πραγματικὴ σοφία, ἡ πραγματικὴ σύνεση. Τότε, ἀποβλέπουμε ἀληθινὰ στὸ αἰώνιο συμφέρον μας. Ἂς ἀνοίξουμε, λοιπὸν, τὴν καρδιά μας. Ἂς δώσουμε ἀνακούφιση καὶ χαρὰ στοὺς γύρω μας. Αὐτὸ θὰ μᾶς βοηθήσει νὰ διατηρήσουμε τὴν ψυχική μας ἰσορροπία, ξεφεύγοντας ἀπὸ τὸ ἐπικίνδυνο κλείσιμο στὸν ἑαυτό μας. Σ’ αὐτὸ θὰ μᾶς βοηθήσει πολὺ ἡ σκέψη: Αὐτὸ πού ζεῖς, αὐτὸ πού σκέφτεσαι, αὐτὸ πού κάνεις, σὲ τί ἀποβλέπει; Ἀμήν.    Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2018

ΠΕΜΠΤΗ 8 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2018




ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΕΟΡΤΗΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ
ΣΤΟ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΟΝ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΛΑΤΟΜΙΤΙΣΣΗΣ


     Η ενορία μας έχει ιδιαίτερη ευλογία γιατί έχει  παρεκκλήσιο  επ’ ονόματι του Αγίου Νεκταρίου.
Το παρεκκλήσιο αυτό ανεγέρθη με δαπάνη της οικογενείας  Δημητρίου και Ευαγγελίας Κουκουνάρη το έτος 1974.
Λειτουργεί κάθε Σάββατο καθ΄ολο τον χρόνο.
Εορτάστηκε  και φέτος η Ιερά Μνήμη του Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως του Θαυματουργού, με κάθε εκκλησιαστική μεγαλοπρέπεια.
 Το απόγευμα, της  Πέμπτης  8  Νοεμβρίου παραμονή της εορτής,  μετεφέρθη  το Ιερό λείψανο του Αγίου Νεκταρίου  από την Παναγία Λατομίτισσα όπου φυλάσσεται όλο τον χρόνο, εις το παρεκκλήσιον του Αγίου Νεκταρίου.
   Αφ’ εσπέρας ο εφημέριος του Ιερού μας Ναού π. Βασίλειος Φιλιππάκης, πλαισιούμενος από τους ιερείς π. Γεώργιο Γεώργαλο και π. Ιωάννη Κατσούνη, τέλεσαν με κατάνυξη τον Μέγα Πανηγυρικό Εσπερινό και έψαλλαν τα εγκώμια του  Αγίου.
Αύριο το πρωϊ ο Ορθρος και η Πανηγυρική Θεία Λειτουργία.