Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2020

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 20 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ


TheioKirigma

Ἀριθμός  37

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΨΩΣΙΝ

(Μάρκ. η΄ 34 - θ΄1)

 20 Σεπτεμβίου 2020

*

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Εἶπεν ὁ Κύριος· ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι. ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ᾿ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, οὗτος σώσει αὐτήν. τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ; ὃς γὰρ ἐὰν ἐπαισχυνθῇ με καὶ τοὺς ἐμοὺς λόγους ἐν τῇ γενεᾷ ταύτῃ τῇ μοιχαλίδι καὶ ἁμαρτωλῷ, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται αὐτὸν ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων τῶν ἁγίων. Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἰσί τινες τῶν ὧδε ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει.

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ

Ποιὸ εἶναι τὸ πολυτιμότερο πράγμα στὸν κόσμο γιὰ κάθε ἄνθρωπο; Μήπως εἶναι τὰ πλούτη, ἡ δύναμη, ἡ δόξα, ἡ ἐξουσία; Μήπως εἶναι οἱ συγγενικές του σχέσεις, οἱ γονεῖς του, ὁ/ἡ σύζυγος, τὰ παιδιά του, οἱ φίλοι του, ὁ κοινωνικὸς καὶ ἐπαγγελματικός του περίγυρος; Πολλοὶ θὰ ἔσπευδαν νὰ ἀπαντήσουν ὅτι γι’ αὐτοὺς πολυτιμότατο εἶναι κάποιο ἀπὸ τὰ προαναφερθέντα. Καὶ πραγματικὰ, ὁ σκεπτόμενος μὲ τὴν ἐγκόσμια λογικὴ ἄνθρωπος εἶναι ἀναμενόμενο νὰ ἐπιλέγει κάτι ἀπὸ αὐτά, γιατί αὐτὰ εἶναι τὰ ἐπιθυμητὰ ἀγαθὰ τοῦ κόσμου αὐτοῦ.

Στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς θέτει τὸ θέμα αὐτὸ τελείως διαφορετικά. «Τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον, ἐὰν κερδίση τὸν κόσμον ὅλον καὶ ζημιωθῆ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; Ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;» Τί θὰ ὠφελήσει τὸν ἄνθρωπο, ἂν κερδίσει ὅλο τὸν κόσμο καὶ χάσει τὴν ψυχή του; Ποιὸ ἀντάλλαγμα μπορεῖ νὰ δώσει ὁ ἄνθρωπος γιὰ τὴν ψυχή του; Κατ’ ἀρχὴν, ἡ ἐρώτηση αὐτὴ ἀπευθύνεται σὲ ἀνθρώπους ποὺ πιστεύουν στὴν ὕπαρξη τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ πνευματικοῦ κόσμου γενικότερα. Ἂν κάποιος δὲν πιστεύει σὲ αὐτά, δὲν ἔχουν κανένα νόημα οἱ ἀνωτέρω ἐρωτήσεις τοῦ Χριστοῦ. Οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι στὴν ἐποχή μας, ζώντας καὶ κινούμενοι μέσα στὸ γενικευμένο πνεῦμα τῆς ἀθεΐας καὶ τῆς ἀποστασίας, δὲν δέχονται ὅτι ἔχουν ἀθάνατη ψυχή, ἡ ὁποία εἶναι ἄρρηκτα ἑνωμένη μὲ τὸ σῶμα καὶ ἐκδηλώνεται μέσω τοῦ σώματος. Θεωροῦν ὅτι ὅλες οἱ ψυχικὲς ἐκδηλώσεις ἀποτελοῦν χημικὲς διεργασίες τοῦ ἐγκεφάλου καὶ μὲ τὸν θάνατο ἐξαφανίζεται καὶ διαλύεται ὁ ἄνθρωπος ὡς μία ἁπλὴ βιολογικὴ ὀντότητα. Ἑπομένως δὲν ἔχει νόημα νὰ μιλᾶμε γιὰ ψυχή, γιὰ μετὰ θάνατον ζωή, γιὰ μέλλουσα κρίση, γιὰ Παράδεισο καὶ Κόλαση. Ὅλα ἀρχίζουν καὶ τελειώνουν ἐδῶ, «ἐδῶ εἶναι ὁ παράδεισος καὶ ἡ κόλαση», λέγουν καὶ πιστεύουν οἱ ὑλιστές. Ὅ,τι φᾶμε καὶ ὅ,τι πιοῦμε, «φάγωμεν, πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀποθνήσκωμεν». Καὶ μὲ αὐτὸ τὸ σκεπτικὸ ζοῦν μία ζωὴ ἀνέμελη καὶ ὅλο τους τὸ εἶναι περιστρέφεται γύρω ἀπὸ τὴν ἱκανοποίηση τῶν παθῶν τους μὲ ὁποιαδήποτε μορφή. Ἂν δὲν ὑπάρχει ψυχή, ἂν δὲν ὑπάρχει Θεός, ὅλα ἐπιτρέπονται. Ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἕνα ἀχαλίνωτο θηρίο, ποὺ ἄγεται καὶ φέρεται ἀπὸ τὰ πάθη του.

Ἂς ἐξετάσουμε, ὅμως, τί ἐννοοῦμε ὅταν ἀναφερόμαστε στὸν ὅρο "ψυχή". Ἡ λέξη προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα "ψύχω" ποὺ σημαίνει "φυσῶ, πνέω μὲ κρύο" καὶ κυριολεκτικὰ σημαίνει τὴν "ψυχρὴ πνοή", δηλαδὴ τὴν ὕστατη ἔνδειξη τῆς ζωῆς στὸ σῶμα ποὺ γίνεται αἰσθητὴ  μὲ τὴν ἀναπνοή. Ἡ ψυχὴ εἶναι ἡ ἄυλη οὐσία τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ζωοποιεῖ τὸ σῶμα καὶ ὡς ἐμφύσημα τοῦ Θεοῦ ἐντός του εἶναι ἀθάνατη. Σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία τῆς ἐκκλησίας μας ἡ ψυχὴ δημιουργεῖται ἀπὸ τὸν Θεὸ κατὰ τὴν σύλληψη τοῦ ἀνθρώπου καὶ συνυπάρχει μὲ τὸ σῶμα μέχρι τὴ στιγμὴ τοῦ θανάτου, ὁπότε τὸ μὲν σῶμα ὡς ὑλικὸ καὶ φθαρτὸ διαλύεται εἰς τὰ ἐξ ὧν συνετέθη, ἡ δὲ ψυχὴ ὡς ἀθάνατη ἐπιζεῖ καὶ μετὰ θάνατον καὶ κατὰ τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν θὰ ἐπανενωθεῖ μὲ τὸ ἀφθαρτοποιημένο σῶμα μέσα σὲ ἕνα ἀναδημιουργημένο καὶ ἀνακαινισμένο σύμπαν. Πρέπει ἐδῶ νὰ τονίσουμε ὅτι κατὰ τὴν βιβλικὴ καὶ πατερικὴ θεολογία, σῶμα καὶ ψυχὴ ἀποτελοῦν μία λειτουργικὴ ἑνότητα, ὁ ἄνθρωπος δὲν διχοτομεῖται, ἀλλὰ θεωρεῖται ὡς μία ἑνιαία ψυχοσωματικὴ ὕπαρξη. Ἡ δυαρχία ψυχῆς καὶ σώματος, ὅπου ἡ ἀνώτερη ψυχὴ εἶναι φυλακισμένη στὸ κατώτερο σῶμα, ἔχει πλατωνικὴ προέλευση καὶ ἔχει ὡς ἕνα βαθμὸ ἐπηρεάσει τὴν θεολογικὴ διατύπωση περὶ ψυχῆς χωρὶς ὅμως νὰ φθάνει σὲ ἀκρότητες. Ἡ ὀρθόδοξη θεολογία περὶ ἀνθρώπου ὁμιλεῖ γιὰ ἐξαγιασμὸ τοῦ ὅλου ἀνθρώπου, καὶ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματός του, γιὰ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν σωμάτων καὶ γιὰ ἐνδοξασμὸ ἢ γιὰ τιμωρία ψυχῆς καὶ σώματος.

Ὁ Χριστὸς μᾶς ἀναφερόμενος στὴν ἀξία τῆς ψυχῆς τονίζει τὴν σημασία τοῦ ἐσώτερου ἑαυτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἀποτελεῖ τὸν πυρήνα τῆς ὕπαρξής του. Σὲ αὐτὸ τὸ ἄυλο κέντρο ἑδράζονται οἱ πνευματικὲς δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου, "τὸ λογικόν, τὸ ἐπιθυμητικὸν καὶ τὸ θυμοειδές", ἐκεῖ λαμβάνουν χώρα ὅλες οἱ ἐνάρετες ἢ ἐφάμαρτες κινήσεις του, ἐκεῖ γεννῶνται οἱ κάθε εἴδους λογισμοί, ἐκεῖ θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι παίζεται τὸ παιχνίδι τῆς σωτηρίας ἢ τῆς ἀπωλείας τοῦ ἀνθρώπου. Θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ψυχὴ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος, ἑπομένως τὸ νὰ χάσει κάποιος τὴν ψυχὴ τοῦ ἰσοδυναμεῖ μὲ τὸ νὰ χαθεῖ ὁ ἐαυτός του, νὰ διαλυθεῖ ἡ ὕπαρξή του, νὰ βιώσει τὸν «δεύτερο θάνατο» μέσα στὸ ἔρεβος τῆς κολάσεως. Ποιὰ καὶ πόσα ὑλικὰ ἀγαθά, ὅσο πολύτιμα κι ἂν εἶναι, μποροῦν νὰ ἰσοσταθμίσουν τὴν ἀξία τῆς ψυχῆς, πού εἶναι μία πραγματικότητα πνευματικῆς τάξεως; Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ βρεθεῖ ἰσοδύναμο ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς.

Αὐτὴν τὴν ἀλήθεια ἐπιμελῶς ἀποκρύπτει ὁ Διάβολος, ὁ ἐξ ἀρχῆς ἐχθρὸς καὶ ἀντίδικος τοῦ ἀνθρώπου. Δικαιολογώντας τὴν ἐπωνυμία του διαβάλλει καὶ διαστρέφει τὴν πραγματικότητα, ἐμφανίζει μπροστὰ στὸν ταλαίπωρο ἄνθρωπο ὅλο τὸ πολυποίκιλο πλῆθος τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν ὡς ὑπέρτατη ἀξία καὶ ὑποδαυλίζει τὴν πλεονεξία του ὅσο γίνεται περισσότερο. Ταυτόχρονα τὸν τυφλώνει, ὥστε νὰ μὴν βλέπει τὴν πραγματικότητα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ πνευματικοῦ κόσμου, σκοτίζει τὴν διάνοιά του καὶ τὸν καθιστὰ δέσμιο τοῦ ὑλόφρονος βίου. Ἰδιαίτερα στὴν ἐποχή μας, κατὰ τὴν ὁποία ὁ ὑλισμός, πρακτικὸς καὶ θεωρητικός, καὶ ὁ καταναλωτισμὸς ἔχουν αὐξηθεῖ ὑπέρμετρα καὶ ἔχουν φθάσει στὸ ἄκρον ἄωτον τῆς ὕβρεως, ὅλοι τρέχουν, γιὰ νὰ πλουτίσουν, ὅλοι τρέχουν, γιὰ νὰ κερδίσουν τὸν κόσμον ὅλον, ἀδιαφορώντας γιὰ τὴν ψυχή τους, ὅλοι χαίρονται μὲ τὰ πολλὰ ἀγαθά τους, «τὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλά», καὶ λέγουν στὸν ἐπιτυχημένο ἑαυτό τους: «Ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου!» Ἔτσι, κάποια στιγμὴ ἔρχεται ἡ φοβερὴ ὥρα τοῦ θανάτου καὶ τὸ τρομακτικὸ κενὸ ἐμφανίζεται μπροστὰ στὸν ἄθλιο ἄνθρωπο. Τότε ἀκούγεται τὸ σαρκαστικὸ καὶ μοχθηρὸ γέλιο τοῦ Σατανᾶ, ποὺ μὲ ἀπύθμενη κακία ἑτοιμάζεται νὰ καταβροχθίσει ἄλλη μία ψυχὴ παρασυρμένη ἀπὸ τὴν πλάνη του.

Ὁ Θεὸς νὰ δώσει νὰ μὴν βρεθοῦμε ποτὲ σὲ αὐτὴν τὴν τραγικὴ θέση. Ἂς ἀγωνιζόμαστε μὲ ὅλη μας τὴν καρδιὰ ποτὲ νὰ μὴν χάσουμε ἀπὸ τὸν πνευματικό μας ὁρίζοντα τὴν ἐπίγνωση τῆς ἀληθείας, νὰ μὴν παρασυρόμαστε ἀπὸ τὸ γιγαντιαῖο ρεῦμα τῆς ὑλοφροσύνης καὶ τῆς πλεονεξίας τῆς πλανεμένης ἐποχῆς μας, κάθε ὥρα καὶ στιγμὴ νὰ κατεργαζόμαστε μὲ φόβο καὶ τρόμο τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς μας καὶ νὰ προσδοκᾶμε, μὲ μεγάλη ἐλπίδα ὅτι ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, ποὺ θυσιάσθηκε, γιὰ νὰ μᾶς σώσει, δὲν θὰ μᾶς ἀφήσει νὰ χαθοῦμε, ἀλλὰ θὰ μᾶς δεχθεῖ στὴν Οὐράνια Βασιλεία του! Ἀμήν, γένοιτο!   

Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2020

ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΗ ΗΤΑΝ ΚΑΙ ΦΕΤΟΣ Η ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΦΑΝΟΥΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΛΑΤΟΜΙΟΥ

 

 

Αξιωθήκαμε και φέτος να εορτάσομε με κάθε μεγαλοπρέπεια την εορτή του Αγίου Φανουρίου.

Αρχιερατική ήταν η Θεία Λειτουργία την ημέρα της εορτής του Αγίου. Ο Μητροπολίτης Χίου κ. Μάρκος  Λειτούργησε με ευλάβεια και μυσταγωγία  συνοδευόμενος με τον Αρχιδιάκονο της Ιεράς Μητροπόλεως Χίου π. Απόστολο Λάρδα καθώς και με τον εφημέριο του Ναού π. Βασίλειο Φιλιππάκη.

Αφ εσπέρας τελέστηκε ο Πανηγυρικός Εσπερινός  με κατάνυξη  με την παρουσία του Πρωτοσυγκελλεύων  Αρχιμανδρίτη Νεκτάριου Επιτροπάκη,  του  Ιερομονάχου  Πλάτωνα  Καρνέρη, του π. Ιωάννου Κατσούνη και του εφημερίου π. Βασιλείου Φιλιππάκη.

Ο Μεθεόρτιος Εσπερινός και η Ιερά Παράκληση του Αγίου τελέστηκε  το απόγευμα της εορτής με τους ιερείς π. Αργύριο Μυλωνά, π. Βασίλειο Μανάρα και τον π. Βασίλειο Φιλιππάκη, ενώ η κοσμοσυρροή συνεχίστηκε έως αργά το βράδυ.

 

Μια ωραία έκπληξη μας επεφύλαξε και φέτος ο παπά Βασίλης αργά το βράδυ στο πίσω μέρος του Ναού. Ηθελε να μας ευχαριστήσει όλους  που προσφέραμε  τις υπηρεσίες μας στον ευπρεπισμό του Ναού, με λόγια συγκινητικά και να μας προσφέρει ένα ωραίο δείπνο. Τηρώντας βεβαίως τα μέτρα πρόληψης καθήμενοι όλοι σε απόσταση, απολαύσαμε την όμορφη βραδιά και τα όμορφα εδέσματα που μας προσφέρθηκαν. Οπως πάντα όλοι μικροί μεγάλοι γελάσαμε, σχολιάσαμε διάφορα θέματα, και δώσαμε όλοι την υπόσχεση να μας αξιώσει η χάρη του Αγίου Φανουρίου να μας έχει καλά και να ξαναβρεθούμε και του χρόνου με υγεία στον ίδιο χώρο.

Η προετοιμασία για την καθαριότητα και τον στολισμό άρχισε πολλές ημέρες πριν. Μεγάλοι και μικροί συμμετείχαν με προθυμία σε ότι χρειαζόταν. Με τις καθοδηγήσεις του  εφημερίου π. Βασιλείου εφαρμόστηκαν όλα τα προβλεπόμενα μέτρα πρόληψης  προς αποφυγήν  εξάπλωσης της πανδημίας της νόσου του Κορωναιού COVID-19. Επίσης  εφαρμόστηκαν τα μέτρα τάξης στον κεντρικό δρόμο από όργανα της τάξεως. Πολλοί πιστοί όπως κάθε χρόνο προσέφεραν φανουρόπιτα για να ευχαριστήσουν και να παρακαλέσουν τον Αγιο Φανούριο να τους φανερώσει ότι καλύτερο.

Ευχόμεθα η χάρη του Αγίου να σκεπάζει, να φωτίζει και να προστατεύει όλο τον κόσμο. Και του χρόνου να είμαστε όλοι  καλά.

 



























ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 13 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ


TheioKirigma

Ἀριθμός  36

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ

(Ἰωάν. γ΄ 13 -17)

 13 Σεπτεμβίου 2020

*

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Εἶπεν ὁ Κύριος· 13 καὶ οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανὸν εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὢν ἐν τῷ οὐρανῷ. 14 καὶ καθὼς Μωϋσῆς ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, 15 ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον. 16 οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον. 17 οὐ γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ εἰς τὸν κόσμον ἵνα κρίνῃ τὸν κόσμον, ἀλλ’ ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ.

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ

Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερο μυστήριο στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία ἀπὸ τὴν ἐνανθρώπηση, τὴν σταύρωση καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. O ἄκτιστος Θεὸς προσλαμβάνει τὴν κτιστὴ ἀνθρώπινη φύση, μὲ σκοπὸ νὰ τὴν ἀναπλάσει καὶ νὰ τὴν σώσει, θυσιάζεται στὸν Σταυρὸ καὶ ἀνίσταται χαρίζοντας τὴν ζωὴ στὸ πεπτωκὸς ἀνθρώπινο γένος. Τὸ κορυφαῖο σημεῖο τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁ Σταυρός Του, τὸ αἰώνιο σύμβολο τῆς ὑπέρτατης ἀγάπης καὶ τῆς ὑπὲρ νοῦν καὶ λόγον ταπείνωσής Του.

Σήμερα, Κυριακὴ πρὸ τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ, τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀναφέρεται στὸν Σταυρὸ καὶ στὸ βαθύτερο νόημά Του. Ὁ Χριστὸς συζητᾶ μὲ τὸ Νικόδημο γιὰ ὑψηλά, πνευματικὰ θέματα. Κατ’ ἀρχὴν δηλώνει ὅτι εἶναι ὁ Μόνος ποὺ μπορεῖ νὰ ἀποκαλύψει τὰ ἐπουράνια ζητήματα, γιατί Αὐτὸς εἶναι «ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὤν ἐν τῷ οὐρανῶ». Ἐδῶ ὑπάρχει μία ἀπερίφραστη καὶ ἐναργὴς φανέρωση τῆς θεότητος τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς εἶναι «ὁ Ὤν», εἶναι ὁ ἄναρχος καὶ ἀτελεύτητος, ὁ αἰώνιος, ὁ ἐπέκεινα χώρου καὶ χρόνου Θεός. «Κατοικία» Του εἶναι ὁ οὐρανός, δηλαδὴ ὁ πνευματικὸς κόσμος, ἕνας ὕψιστος καὶ ἀπρόσιτος γιὰ τὸν χοϊκὸ ἄνθρωπο κόσμος, στὸν ὁποῖο «οὐδεὶς ἀναβέβηκεν, εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς». Ἔχουμε ἐδῶ μία πρωτοφανῆ καὶ ὑπέρλογη κίνηση. Ὁ ΄Ὕψιστος Θεὸς κατεβαίνει ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἔρχεται στὴ γῆ ὡς ταπεινὸς ἄνθρωπος, προσλαμβάνοντας ὅλα τὰ ἰδιώματα τῆς ἀνθρώπινης φύσης, ἐκτός της ἁμαρτωλότητας, καὶ συναναστρέφεται τοὺς ἀνθρώπους ἀκριβῶς γι’  αὐτὸ τὸν λόγο, γιὰ νὰ τοὺς διδάξει τὰ οὐράνια πράγματα, «βουλόμενος ἑλκύσαι πρὸς τὸ ὕψος» τοῦ οὐρανοῦ αὐτοὺς ποὺ θὰ Τὸν πιστεύσουν. Καὶ μολονότι ὁ Χριστὸς εἶναι τέλειος ἄνθρωπος συναναστρεφόμενος μὲ ἄλλους ἀνθρώπους στὴ γῆ, δὲν παύει νὰ εἶναι ὁ Θεὸς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, «ὁ πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν».

Οἱ ἑπόμενοι στίχοι τοῦ εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος ἀναφέρονται στὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ. «Καὶ καθὼς Μωυσῆς ὕψωσεν τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου». Ὅπως ὁ Μωυσῆς ὕψωσε τὸ (χάλκινο) φίδι στὴν ἔρημο, ἔτσι πρέπει νὰ ὑψωθεῖ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Χριστὸς ἐδῶ παρομοιάζει τὴν δική Του κοσμοσωτήρια σταυρικὴ θυσία μὲ τὸ θαυμαστὸ γεγονὸς τῆς σωτηρίας τῶν Ἑβραίων ἀπὸ τὰ δαγκώματα τῶν φιδιῶν μέσα στὴν ἔρημο μέσω τῆς ὕψωσης ἑνὸς χάλκινου φιδιοῦ ἀπὸ τὸν Μωυσῆ. Κάποια στιγμή, κατὰ τὴν πορεία μέσα στὴν ἔρημο, οἱ Ἑβραῖοι, ἐξαιτίας τοῦ γογγυσμοῦ τους πρὸς τὸν Θεό, εἶχαν νὰ ἀντιμετωπίσουν τὰ δηλητηριώδη φίδια, ὁπότε κατ’ ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ ὁ Μωυσῆς κατεσκεύασε ἕνα χάλκινο φίδι, τὸ ὁποῖο τὸ στερέωσε σὲ ἕνα κοντάρι καὶ τὸ ὕψωσε σὲ περίοπτη θέση. Ὅποιος Ἑβραῖος δαγκωνόταν ἀπὸ φίδι, ἔστρεφε τὰ μάτια του στὸ ὑψωμένο χάλκινο ὁμοίωμα καὶ σωζόταν. Ὁ συνειρμὸς μὲ τὴν σωτήρια ὕψωση τοῦ Χριστοῦ ἐπάνω στὸν Σταυρὸ Του εἶναι προφανής. Κάθε τραυματισμένος ἀπὸ τὸ θανατηφόρο δάγκωμα τῆς ἁμαρτίας ἄνθρωπος, μόλις στρέψει μὲ θερμὴ ἱκεσία τὸ βλέμμα του πρὸς τὸν Σταυρό, λαμβάνει τὴν ἄφεση καὶ τὴν σωτηρία! Ἀκριβῶς αὐτὸ ἐννοεῖ ὁ Χριστὸς μὲ τὸν ἑπόμενο λόγο Του: «ἴνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχει ζωὴν αἰώνιον.» Ὅποιος πιστεύσει στὸν Ἐσταυρωμένο Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ, ὅποιος ἀνοίξει τὴν καρδιά του, γιὰ νὰ ἀτενίσει τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ ἐγκολπωθεῖ τὴν διδασκαλία Του, αὐτὸς δὲν θὰ χαθεῖ στὸ σκοτάδι τῆς κόλασης καταδικασμένος στὸν αἰώνιο θάνατο, ἀλλὰ θὰ κερδίσει τὴν αἰώνια ζωή. Ἑπομένως, ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ πίστη πρὸς τὸν Ἐσταυρωμένο ὡς Λυτρωτὴ καὶ Σωτήρα, ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Σταυρὸ καὶ ἡ συνεπακόλουθη ἀποδοχὴ τοῦ σταυρικοῦ τρόπου ζωῆς κατὰ μίμησιν τοῦ Ἐσταυρωμένου.

Πρέπει στὸ σημεῖο αὐτὸ νὰ λάβουμε ὑπ’ ὄψιν μας ὅτι ὁ σταυρικὸς θάνατος ἦταν ὄχι μόνο ὁ πλέον ἐπώδυνος, ἀλλὰ καὶ ὁ πιὸ ἀτιμωτικός. Λέγει τὸ γραφικὸ χωρίο: «Ἐπικατάρατος πᾶς ὁ κρεμάμενος ἐπὶ ξύλου.» Ὁ Χριστὸς μὲ τὸ νὰ σταυρωθεῖ γίνεται «κατάρα», γίνεται φορέας ὅλης της ἁμαρτίας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ὅλων τῶν γενεῶν, ὅλων τῶν αἰώνων, τοῦ παρελθόντος, τοῦ παρόντος καὶ τοῦ μέλλοντος, μέχρι συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ὅλο αὐτὸ τὸ τεράστιο, τὸ ἀσύλληπτα μεγάλο βάρος τῆς ἁμαρτίας, τὸ σηκώνει μὲ τὴ θέλησή Του ὁ ἀναμάρτητος Χριστὸς ἐπάνω στὸν Σταυρὸ καὶ τὸ ἐξαλείφει, τὸ καθιστᾶ ἀνενεργό. Καὶ ἔτσι τὸ τιμωρητικὸ ξύλο τῆς κατάρας, ὁ Σταυρός, γίνεται ὄργανο καὶ πηγὴ σωτηρίας γιὰ τοὺς πιστούς, καταισχύνη καὶ φρίκη γιὰ τοὺς πονηροὺς δαίμονες, οἱ ὁποῖοι μέχρι τὴ σταυρικὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ καταδυνάστευαν τὴν ἀνθρωπότητα. Ὁ Διάβολος «φρίττει καὶ τρέμει μὴ φέρων καθορᾶν αὐτοῦ (του Σταυροῦ) τὴν δύναμιν». Δὲν μπορεῖ νὰ συλλάβει τὸ γεγονὸς τῆς θείας ταπείνωσης καὶ τῆς θείας ἀγάπης. Πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ ἄπειρος, ὁ παντοδύναμος Θεὸς νὰ αὐτοεξευτελίζεται τόσο πολὺ καὶ νὰ θανατώνεται μὲ τὸν πιὸ ντροπιαστικὸ θάνατο, νὰ θυσιάζεται γι’ αὐτὰ τὰ τιποτένια καὶ ἀνάξια πλάσματά Του, τοὺς ἀνθρώπους; Δὲν ἔχει καμιὰ ἀξιοπρέπεια; Δὲν μπορεῖ νὰ σταθεῖ στὸ ὕψος Του; Αὐτὰ καὶ ἄλλα παρόμοια σκέφτονται μὲ τὸν ἐπηρμένο τους λογισμὸ οἱ δαίμονες καὶ τὰ ὄργανά τους. Ἀδυνατοῦν νὰ ἐννοήσουν πὼς ἀκριβῶς αὐτὸ εἶναι τὸ ὕψος τοῦ Θεοῦ, τὸ νὰ μπορεῖ νὰ κατεβαίνει στὸ βάθος τῆς ταπείνωσης κινούμενος ἀπὸ τὴν ὑπέρτατη ἀγάπη. Ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ κίνητρο καὶ τὸ μέγεθος τῆς θεϊκῆς ἀγάπης φανερώνει ὁ Χριστὸς στὸν ἑπόμενο στίχο τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος λέγοντας μία φράση, ἡ ὁποία θὰ μποροῦσε νὰ τεθεῖ ὡς προμετωπίδα ὅλης της Ἁγίας Γραφῆς: «Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἴνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχει ζωὴν αἰώνιον». Γιὰ νὰ δώσει ὁ Χριστὸς στὸν Νικόδημο μία εἰκόνα τοῦ μεγέθους τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο, τονίζει τὴν ἀξία τῆς δωρεᾶς. Τί μεγαλύτερο θὰ μποροῦσε νὰ δώσει ὁ Θεὸς ἀπὸ τὸν Υἱό Του; Αὐτὸ τὸ πανυπερμέγιστο δῶρο –λέξη ἀνθρώπινη δὲν δύναται νὰ ἐκφράσει τὸ ἄπειρο μέγεθος- αὐτὸ χαρίζει ὁ Θεὸς στὴν ἀνθρωπότητα, γιὰ νὰ σωθεῖ. Τόσο πολὺ ἀγάπησε ὁ Θεὸς τὴν ἀνθρωπότητα!

Λίγο μόνο ἂν ἐμβαθύνουμε στὸ ἄπειρο πέλαγος τῆς ἀγαθότητος τοῦ Θεοῦ, λίγο μόνο ἂν συνειδητοποιήσουμε τί ἀκριβῶς συνέβη ἐπάνω στὸν Σταυρὸ στὸν φρικτὸ Γολγοθὰ ἐκείνη τὴν Μεγάλη Παρασκευή, λίγο μόνο ἂν συναισθανθοῦμε τὸ βάρος τῶν δικῶν μᾶς προσωπικῶν ἁμαρτιῶν, ποὺ σήκωσε ὁ Χριστὸς μας ἐκεῖνες τὶς φοβερὲς στιγμές, ἀρκεῖ γιὰ νὰ ζήσουμε τὸ ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς μας μὲ μετάνοια καὶ συντριβή. Ἂν ἔχουμε πάντα μπροστὰ στὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας τὸν Σταυρὸ τοῦ Κυρίου μας, δύσκολα θὰ ἁμαρτάνουμε ἢ θὰ ζοῦμε ὡς «ἄθεοι ἐν τῷ κόσμω». Ὁ Θεὸς μᾶς ἀγαπᾶ ἀνέκφραστα καὶ κάθε ὥρα καὶ στιγμὴ λαχταρᾶ νὰ μᾶς σώζει ἀπὸ τοὺς πειρασμοὺς καὶ νὰ μᾶς χαρίζει τὴν αἰώνια ζωή. Ἂς φιλοτιμηθοῦμε, λοιπὸν, μπροστὰ σὲ μία τόσο μεγάλη ἀγάπη καὶ ἂς ἀγωνιζόμαστε καθημερινὰ νὰ φανοῦμε ἄξιοι τοῦ Σταυροῦ τοῦ Κυρίου μας! Ἀμήν, γένοιτο!    Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2020

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 06 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ


TheioKirigma

Ἀριθμός  35

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ’ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(Ματθ. κα΄ 33-42)

 6 Σεπτεμβίου 2020

*

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· ἄνθρωπος τις ἦν οἰκοδεσπότης, ὅστις ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα καὶ φραγμὸν αὐτῷ περιέθηκε καὶ ὤρυξεν ἐν αὐτῷ ληνὸν καὶ ᾠκοδόμησεν πύργον, καὶ ἐξέδοτο αὐτὸν γεωργοῖς, καὶ ἀπεδήμησεν. ὅτε δὲ ἤγγισεν ὁ καιρὸς τῶν καρπῶν, ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ πρὸς τοὺς γεωργοὺς λαβεῖν τοὺς καρποὺς αὐτοῦ. καὶ λαβόντες οἱ γεωργοὶ τοὺς δούλους αὐτοῦ ὃν μὲν ἔδειραν, ὃν δὲ ἀπέκτειναν, ὃν δὲ ἐλιθοβόλησαν. πάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους πλείονας τῶν πρώτων, καὶ ἐποίησαν αὐτοῖς ὡσαύτως. ὕστερον δὲ ἀπέστειλε πρὸς αὐτοὺς τὸν υἱὸν αὐτοῦ λέγων· ἐντραπήσονται τὸν υἱόν μου. οἱ δὲ γεωργοὶ ἰδόντες τὸν υἱὸν εἶπον ἐν ἑαυτοῖς· οὗτός ἐστιν ὁ κληρονόμος· δεῦτε ἀποκτείνωμεν αὐτὸν καὶ κατάσχωμεν τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ. καὶ λαβόντες αὐτὸν ἐξέβαλον ἔξω τοῦ ἀμπελῶνος καὶ ἀπέκτειναν. ὅταν οὖν ἔλθῃ ὁ κύριος τοῦ ἀμπελῶνος, τί ποιήσει τοῖς γεωργοῖς ἐκείνοις; λέγουσιν αὐτῷ· Κακοὺς κακῶς ἀπολέσει αὐτούς, καὶ τὸν ἀμπελῶνα ἐκδώσεται ἄλλοις γεωργοῖς, οἵτινες ἀποδώσουσιν αὐτῷ τοὺς καρποὺς ἐν τοῖς καιροῖς αὐτῶν. λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Οὐδέποτε ἀνέγνωτε ἐν ταῖς γραφαῖς, λίθον ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας· παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη, καὶ ἔστι θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν;

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ

Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, καθὼς βαδίζει πρὸς τὸ ἑκούσιο πάθος Του, γνωρίζοντας ὅτι Τοῦ ἔχει ἀπομείνει ἐλάχιστος χρόνος ἐπίγειας παρουσίας καὶ διδασκαλίας, ἀπευθύνει τοὺς τελευταίους λόγους Του στὰ πλήθη τῶν Ἰουδαίων καὶ ἰδιαίτερα στοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς ἄρχοντες τοῦ λαοῦ, ἔτσι ὥστε νὰ εἶναι ἀναπολόγητοι, γιὰ τὸ μεγαλύτερο ἔγκλημα τῆς ἱστορίας, τὸ ὁποῖο σὲ λίγο θὰ διαπράξουν. Αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν σκοπὸ ἐξυπηρετεῖ ἡ παραβολὴ τῶν κακῶν γεωργῶν, τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, ποὺ ἀκούγεται σὰν ἱστορικὴ ἑρμηνεία, ἀλλὰ καὶ σὰν ἐγερτήριο σάλπισμα γιὰ τοὺς Ἰουδαίους, τὸν περιούσιο λαὸ τοῦ Θεοῦ.

Ἦταν κάποιος οἰκοδεσπότης, ὁ ὁποῖος ἐφύτευσε ἕναν ἀμπελώνα, τὸν ἔφραξε, τοῦ ἔσκαψε πατητήρι γιὰ τὰ σταφύλια, τοῦ ἔχτισε πύργο καὶ τὸν ἔδωσε σὲ κάποιους γεωργούς. Ὁ ἴδιος ἔφυγε γιὰ ἄλλη χώρα. Ὅταν πλησίασε ὁ καιρὸς τῆς συγκομιδῆς τῶν καρπῶν, ἔστειλε τοὺς δούλους του στοὺς γεωργούς, γιὰ νὰ παραλάβουν τοὺς καρπούς. Οἱ γεωργοὶ ὅμως τοὺς δούλους αὐτοὺς τοὺς κακομεταχειρίστηκαν. Ἄλλους τοὺς ἔδειραν, ἄλλους τοὺς σκότωσαν, ἄλλους τοὺς πετροβόλησαν. Πάλι ἔστειλε ὁ νοικοκύρης ἄλλους δούλους περισσότερους ἀπὸ τοὺς πρώτους, ἀλλὰ καὶ σὲ αὐτοὺς οἱ κακοὶ γεωργοὶ ἔκαναν τὰ ἴδια. Στὸ τέλος ἔστειλε σὲ αὐτοὺς τὸν γιὸ του λέγοντας: «Τοὐλάχιστον θὰ ντραποῦν τὸν γιό μου!» Οἱ γεωργοί, μόλις εἶδαν τὸν γιό, εἶπαν μεταξύ τους: «Αὐτὸς εἶναι ὁ κληρονόμος. Ἐλᾶτε νὰ τὸν σκοτώσουμε καὶ νὰ κυριεύσουμε τὴν κληρονομιά του.» Καὶ πράγματι, ἀφοῦ τὸν ἔπιασαν, τὸν ἔβγαλαν ἔξω ἀπὸ τὸν ἀμπελώνα καὶ τὸν θανάτωσαν. Ἐρωτᾶ τότε ὁ Χριστός: «Ὅταν ἔρθει ὁ κύριος του ἀμπελώνα, τί θὰ κάνει στοὺς γεωργοὺς ἐκείνους;» Ἀπαντοῦν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς: «Τοὺς κακοὺς γεωργοὺς μὲ κακὸ θάνατο θὰ τοὺς ἐξολοθρεύσει καὶ τὸν ἀμπελώνα θὰ τὸν δώσει σὲ ἄλλους γεωργούς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποδώσουν σὲ αὐτὸν τοὺς καρποὺς στὴν ὥρα τους».

Ἡ ἑρμηνεία τῆς παραβολῆς ἔχει ὡς ἑξῆς. Ὁ οἰκοδεσπότης εἶναι ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος ἐφύτευσε τὸν ἀμπελώνα, δηλαδὴ ἐδημιούργησε τὸ Ἰουδαϊκὸ ἔθνος, ὡς ἀγαπημένο Του ἔθνος. Γι’ αὐτὸ τὸ φρόντισε μὲ ἰδιαίτερο καὶ ξεχωριστὸ τρόπο, τὸ περιποιήθηκε καὶ τὸ φρούρησε. Ὅρισε ἐργάτες καὶ γεωργούς, δηλαδὴ τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς ἄρχοντες, γιὰ νὰ ὑπηρετοῦν καὶ νὰ καθοδηγοῦν τὸν λαό Του. Τὸν καιρὸ τῆς ἐσοδείας ἔστειλε τοὺς δούλους Του, τοὺς προφῆτες. Αὐτοὶ θὰ διαπίστωναν τὴν ἀφοσίωση στὸν Θεὸ καὶ τὰ ἔργα τῆς ἀρετῆς, τὰ ὁποία ὄφειλε ὁ λαὸς αὐτός, ὕστερα ἀπὸ τόση εὔνοια καὶ πρόνοια τοῦ Θεοῦ, νὰ καρποφορήσει, σὰν καλλιεργημένο ἀμπέλι. Οἱ ἄρχοντες τοῦ Ἰσραὴλ ὅμως κακοποίησαν καὶ θανάτωσαν τοὺς προφῆτες καὶ τοὺς ἄλλους ἀπεσταλμένους τοῦ Θεοῦ. Τὰ ἴδια ἀκριβῶς ἔκαναν καὶ σὲ ὅλους τούς ἄλλους δικαίους ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἐκήρυξαν καὶ προεφήτευσαν στοὺς Ἰουδαίους. Πραγματικὰ, εἶναι φοβερὸ νὰ βλέπει κανεὶς μὲ πόσο ὑβριστικὸ καὶ ἀπάνθρωπο τρόπο συμπεριφέρθηκε ὁ περιούσιος λαὸς τοῦ Θεοῦ στοὺς ἀπεσταλμένους Του, χωρὶς καμιὰ συναίσθηση ἐνοχῆς, χωρὶς τὴν παραμικρὴ εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν Θεό. Καὶ εἶναι ἐξίσου ἄπειρη ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ὑπομονὴ τοῦ Θεοῦ, ποὺ δὲν παύει νὰ προνοεῖ καὶ νὰ προσπαθεῖ νὰ συνετίσει τὰ ἀτίθασα καὶ ἀχάριστα παιδιὰ Του στέλνοντας σὲ αὐτὰ ἀδιάκοπα τούς ἀνθρώπους Του. Στὸ τέλος μάλιστα ἀποφασίζει ὁ Θεὸς Πατέρας νὰ στείλει στὸν ἀμπελώνα ὡς ἄνθρωπο τὸν Υἱὸ Του τὸν μονογενῆ. Θὰ ἔλεγε κάποιος: «Πάει, τὸ ἀφεντικὸ τρελάθηκε!» Καὶ ὄντως, αὐτὴ ἡ ἀσύλληπτη γιὰ τὸν ἀνθρώπινο νοῦ κίνηση τοῦ Θεοῦ εἶναι παράλογη καὶ «τρελή». Μόνο ἕνας τρελαμένος ἀπὸ ἀγάπη βασιλιάς, θὰ ἔκανε μία τόσο ἀπίστευτα ταπεινωτικὴ πράξη, νὰ γίνει δοῦλος τῶν δούλων του. Ἐλπίζει μάλιστα ὅτι αὐτὴ τὴ φορὰ οἱ ἀγαπημένοι Του ἄνθρωποι, ποὺ τόσο Τὸν ἔχουν στενοχωρήσει, θὰ αἰσθανθοῦν συστολὴ καὶ θὰ ντραποῦν τὸν γιό Του. Θὰ τολμούσαμε νὰ ἀναρωτηθοῦμε ἐμεῖς οἱ ἔξυπνοι: « Μά, τόσο ἀφελὴς εἶναι ὁ Θεός; Δὲν βλέπει σὲ ποιὰ θηρία στέλνει τὸν γιό Του;» Ὄχι, ὁ Θεὸς γνωρίζει τὰ πάντα, γνωρίζει ἑπομένως καὶ τὴν ἔκβαση τοῦ «παράτολμου» αὐτοῦ σχεδίου Του. Γιατί ὅμως δὲν σταματᾶ; Διότι εἶναι ἕνας μανικὸς ἐραστὴς τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καὶ δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ κάνει τὴν πλέον ὑπέρλογη πράξη ποὺ ἔχει συμβεῖ ποτέ, νὰ γίνει ἄνθρωπος, γιὰ νὰ σώσει αὐτοὺς ποὺ θὰ Τὸν πιστεύσουν, καὶ νὰ θυσιαστεῖ ἐπάνω στὸν Σταυρό. Καὶ πράγματι, οἱ κακοὶ γεωργοί, ὄντας ἀδίστακτοι καὶ πορωμένοι ἐγκληματίες, ἀποφασίζουν νὰ θανατώσουν τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἰδιοποιηθοῦν τὴν κληρονομιά  Του, δηλαδὴ γιὰ νὰ κυριαρχοῦν ἀνενόχλητοι ἐπάνω στὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ.

Στὸ σημεῖο αὐτὸ ὁ Χριστὸς διακόπτει τὴν ἀφήγηση τῆς παραβολῆς καὶ ἀπευθύνει μία ἐρώτηση στοὺς Ἰουδαίους πού Τὸν ἀκούουν: «Ὅταν θὰ ἔρθει ὁ κύριος του ἀμπελώνα, τί θὰ κάνει στοὺς γεωργοὺς ἐκείνους;» Ἡ ἀπάντηση εἶναι αὐτονόητη, σύμφωνα μὲ τὸ κοινὸ περὶ δικαίου αἴσθημα: «Τοὺς κακοὺς μὲ κακὸ τρόπο θὰ τοὺς ἐξολοθρεύσει καὶ τὸν ἀμπελώνα θὰ τὸν δώσει σὲ ἄλλους γεωργούς, οἱ ὁποῖοι θὰ δώσουν τοὺς καρποὺς στὸν καιρό τους». Οἱ ἴδιοι οἱ Ἰουδαῖοι, λοιπόν, χωρὶς νὰ τὸ ἔχουν συνειδητοποιήσει, ἐκφέρουν μὲ τὸ ἴδιο τους τὸ στόμα τὴν καταδικαστικὴ ἀπόφαση γιὰ τοὺς ἑαυτούς τους. Μέσα στὴν αὐτάρκεια τῆς ὑπερηφανείας τους δὲν ἔχουν καταλάβει ἀκόμη ὅτι οἱ κακοὶ γεωργοὶ ποὺ θὰ καταδικαστοῦν εἶναι οἱ ἴδιοι, γι’ αὐτὸ ὁ Χριστὸς σπεύδει νὰ συγκεκριμενοποιήσει τὸν στόχο τῆς παραβολῆς, μήπως καὶ τοὺς ἀνοίξει τὰ τυφλὰ μάτια τῆς ψυχῆς τους. «Ποτὲ δὲν διαβάσατε στὶς Γραφὲς ὅτι ὁ λίθος, τὸν ὁποῖο ἀπέρριψαν ὡς ἀκατάλληλο οἱ οἰκοδόμοι, αὐτὸς τελικὰ ἔγινε κεφαλὴ ὅλης της οἰκοδομῆς ὡς ἀκρογωνιαῖος;» Ἐμένα, τὸν Μεσσία Χριστό, μὲ ἀπορρίψατε, μὲ ἀποδιώξατε, ἐσεῖς οἱ ὑπεύθυνοι γιὰ τὴν πνευματικὴ οἰκοδομὴ τοῦ Ἰσραήλ, ὅμως τελικὰ ἐγὼ θὰ γίνω ὁ πνευματικὸς ἀκρογωνιαῖος λίθος, θὰ γίνω ἡ κεφαλὴ καὶ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ παγκόσμιου, κατὰ πνεῦμα, Ἰσραήλ, ποὺ εἶναι ἡ Ἐκκλησία μου. Καὶ αὐτὸ τὸ θαυμαστὸ στὰ μάτια ὅλων τῶν πιστῶν γεγονὸς ἔγινε ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ Θεό σας. «Ἐπειδὴ λοιπὸν ἀποδειχθήκατε ἀκατάλληλοι γεωργοί του ἀμπελώνα μου, θὰ ἀφαιρεθεῖ ἀπὸ ἐσᾶς ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ δοθεῖ σὲ ἕνα ἔθνος, τὸ ὁποῖο θὰ παράγει τὰ ἀγαθὰ ἔργα ποὺ εἶναι οἱ καρποὶ τῆς Βασιλείας αὐτῆς.»

Τὸ ἔθνος, στὸ ὁποῖο ἀναφέρεται ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι τὸ Ἑλληνικὸ ἔθνος. Ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες διαδεχθήκαμε τοὺς Ἰουδαίους καὶ γίναμε ὁ νέος περιούσιος λαὸς Του προσφέροντάς Του πλούσια καρποφορία ἀγαθῶν καὶ θεαρέστων ἔργων, δηλαδὴ πολυάριθμους ἁγίους. Αὐτὴ εἶναι μία ἀναντίρρητη πραγματικότητα καὶ δὲν πρέπει νὰ ἑρμηνεύεται ἐθνικιστικά. Ὁ Ἑλληνισμὸς ὡς πολιτισμός, ὡς τρόπος καὶ φιλοσοφία  ζωῆς, ξεκίνησε βέβαια ἀπὸ τὸν μικρότατο ἑλληνικὸ χῶρο, σύντομα ὅμως ἀπέκτησε παγκόσμιες διαστάσεις καὶ συνενούμενος καὶ μεταμορφούμενος μὲ τόν Χριστιανισμὸ ἔγινε ἡ Ρωμιοσύνη, ὁ Ἑλληνορθόδοξος Πολιτισμὸς τῆς Ρωμανίας, τοῦ Βυζαντίου. Ἡ Ρωμιοσύνη δὲ ἀποτέλεσε καὶ ἀποτελεῖ  μία ἀσφαλῆ ὁδό, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς καὶ στὴ θέωση.

Στὴν ἐποχή μας, δυστυχῶς, ἐμεῖς οἱ ἀπόγονοι τῶν παλαιῶν Ἑλλήνων βρισκόμαστε στὴν θέση τῶν Ἰουδαίων τῆς ἐποχῆς τοῦ Χριστοῦ. Ἔχουμε περιφρονήσει τὸν Χριστὸ καὶ ἐν πολλοῖς ζοῦμε ἄθεα καὶ ὑβριστικά, μὲ τὴν ἀρχαία ἔννοια τῆς λέξεως «ὕβρις». Καθημερινὰ παροργίζουμε τὸν Θεὸ μὲ λόγους καὶ πράξεις ἁμαρτίας καὶ ἔχουμε σχεδὸν τυφλωθεῖ πνευματικά. Γιὰ νὰ μὴν ἀκούσουμε, λοιπὸν, αὐτὸν τὸν φοβερὸ λόγο: «Ἀρθήσεται ἀφ’ ἠμῶν ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ», ἂς προσπαθήσουμε νὰ μετανοήσουμε, ὅπως οἱ Νινευίτες, μήπως καὶ μᾶς ἐλεήσει ὁ Θεός. Ὁ καθένας μας ἂς φροντίσει νὰ ἐπιστρέψει συνειδητὰ στὴν Ἐκκλησία καὶ ἔτσι ὁ Θεὸς βλέποντας τὰ ἔργα τῆς μετανοίας μας θὰ μᾶς λυπηθεῖ καὶ θὰ μᾶς σώσει, γιατί δὲν θέλει τὸν θάνατο τοῦ ἁμαρτωλοῦ «ὡς τὸ ἐπιστρέψαι καὶ ζῆν αὐτόν». Καὶ ἡ Ἑλλάδα μας, ἡ μισοπεθαμένη, ἡ τόσο ταπεινωμένη καὶ ἀπογυμνωμένη τώρα, ὄχι μόνο θὰ ξανασταθεῖ στὰ πόδια της, ἀλλὰ καὶ θὰ μεγαλυνθεῖ καὶ θὰ δοξασθεῖ «ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίω ἠμῶν». Ἀμήν, γένοιτο!    Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Σάββατο, 29 Αυγούστου 2020

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 30 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ


TheioKirigma

Ἀριθμός  34

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(Ματθ. ΙΘ΄ 16 - 26)

30 Αὐγούστου 2020

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

16. Καὶ ἰδοὺ εἷς προσελθὼν εἶπεν αὐτῷ· Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ἀγαθὸν ποιήσω ἵνα ἔχω ζωὴν αἰώνιον;

17. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· Τί με λέγεις ἀγαθόν; οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς ὁ Θεὸς. εἰ δὲ θέλεις εἰσελθεῖν εἰς τὴν ζωὴν, τήρησον τὰς ἐντολάς.

18. Λέγει αὐτῷ· Ποίας; ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε· Τὸ οὐ φονεύσεις, οὐ μοιχεύσεις, οὐ κλέψεις, οὐ ψευδομαρτυρήσεις,

19. τίμα τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα, καί, ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν.

20. Λέγει αὐτῷ ὁ νεανίσκος· Πάντα ταῦτα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου· τί ἔτι ὑστερῶ;

21. ἔφη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι.

22. Ακούσας δὲ ὁ νεανίσκος τὸν λόγον ἀπῆλθε λυπούμενος· ἦν γὰρ ἔχων κτήματα πολλά.

23. Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι δυσκόλως πλούσιος εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν.

24. Πάλιν δὲ λέγω ὑμῖν, εὐκοπώτερόν ἐστι κάμηλον διὰ τρυπήματος ῥαφίδος διελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν.

25. Ακούσαντες δὲ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐξεπλήσσοντο σφόδρα λέγοντες· Τίς ἄρα δύναται σωθῆναι;

26. ἐμβλέψας δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Παρὰ ἀνθρώποις τοῦτο ἀδύνατόν ἐστι, παρὰ δὲ Θεῷ πάντα δυνατά ἐστι.

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ

Κάθε ἄνθρωπος ἐπιθυμεῖ τὸ καλύτερο γιὰ τὴν ζωή του, ἀγωνίζεται καὶ παλεύει συνεχῶς, γιὰ νὰ τὸ ἐπιτύχει. Ἔχει κάποιους στόχους καὶ οἱ στόχοι αὐτοὶ φανερώνουν σὲ μεγάλο βαθμὸ τὸ ποιόν, τὴν γενικότερη πνευματικὴ κατάστασή του. Ἂν μάλιστα κατορθώσει νὰ τοὺς πραγματοποιήσει, ἡ αὐτοεκτίμησή του αὐξάνει καὶ ὁ ἴδιος χαίρεται γιὰ αὐτὰ τὰ ἐπιτεύγματά του.

Στὴν σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ βλέπουμε ἕναν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος φαίνεται πὼς ἔχει πνευματικὲς ἀναζητήσεις καὶ κατακτήσεις,  καὶ μάλιστα σὲ νεαρὴ ἡλικία, κάτι ἀπρόσμενο, θὰ λέγαμε, καθὼς ἡ πνευματικότητα σὲ αὐτὴν τὴν ἡλικία εἶναι ἕνα σπάνιο φαινόμενο. Ὁ νεανίσκος σήμερα ἔρχεται μπροστὰ στὸν Χριστό, γονατίζει μπροστά Του καὶ θέτει ἕνα βασικὸ καὶ θεμελιῶδες ἐρώτημα, τὸ ὁποῖο ἴσως εἶναι τὸ μόνο ἐρώτημα ποὺ ἀξίζει καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀπασχολεῖ κάθε στιγμή, κάθε ἄνθρωπο: «Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ποιήσω, ἴνα ἔχω ζωὴν αἰώνιον;» Τί νὰ κάνω, γιὰ νὰ σωθῶ καὶ νὰ κληρονομήσω τὴν αἰώνια ζωή; Ἡ ἐρώτησή του φανερώνει μία σοβαρὴ πνευματικὴ ἐγρήγορση, ὁ Χριστὸς ὅμως διαβλέπει κάτι διαφορετικὸ πίσω ἀπὸ τὴν ἐρώτηση αὐτή. Ἀκούει αὐτὸ τὸ «Διδάσκαλε ἀγαθὲ» καὶ βλέπει πὼς ὁ νεανίσκος δὲν τὸν προσεγγίζει ὡς Θεάνθρωπο, ἀλλ’ ὡς ἕνα ἄνθρωπο σημαντικό, ὡς ἁπλὸ διδάσκαλο. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀπαντᾶ: «Γιατί μὲ ἀποκαλεῖς ἀγαθό; Ἕνας εἶναι ἀγαθός, ὁ Θεός!» Ἀφοῦ μὲ ὀνομάζεις διδάσκαλο καὶ ὄχι Κύριο, δὲν ἔχει νόημα αὐτὴ ἡ φιλοφρόνηση, δηλαδὴ νὰ μὲ χαρακτηρίζεις ἀγαθό! «Τὶς ἐντολὲς τὶς γνωρίζεις, δὲν θὰ φονεύσεις, δὲν θὰ μοιχεύσεις, δὲν θὰ κλέψεις,  δὲν θὰ ψευδομαρτυρήσεις, νὰ τιμᾶς τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου καὶ νὰ ἀγαπᾶς τὸν πλησίον σου σὰν τὸν ἑαυτό σου.» Ὁ νεανίσκος ἀπαντᾶ ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ ἔχει τηρήσει ἀπὸ τὴν μικρή του ἡλικία. Εἶναι ἕνας καλὸς ἄνθρωπος μὲ ἀρχὲς καὶ ἰδανικά, ποὺ ξεχωρίζει ἀπὸ τοὺς συνομηλίκους του. Ρωτάει λοιπόν: «Σὲ τί ὑστερῶ ἀκόμη;» . Περιμένει νὰ ἀκούσει ἕνα «εὖγε», ἕνα «συγχαρητήρια» ἀπὸ τὸν Χριστό, μία ἐπιβεβαίωση τῆς ἀρετῆς του καὶ τῆς ἠθικῆς του ἀνωτερότητας.  Διαπιστώνουμε ὅτι τὰ κίνητρά του δὲν εἶναι  πνευματικὰ καὶ εἰλικρινῆ, περιέχουν φαρισαισμὸ καὶ ὑπερηφάνεια. Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο ὁ Χριστὸς δὲν τὸν συγχαίρει, οὔτε τὸν ἐπαινεῖ, σίγουρα δὲν ἀπορρίπτει τὸν ἐνάρετο βίο τοῦ νεαροῦ, δὲν τὸν ἐκθειάζει ὅμως, γιατί βλέπει πὼς ὁ ἄνθρωπος ἀπέναντί Του πάσχει ἀπὸ οἴηση. Θέλει νὰ τὸν κάνει νὰ σκεφθεῖ πὼς ὑπάρχει καὶ τελειότερος τρόπος ζωῆς ἀπὸ τὸν δικό του καὶ τοῦ παρουσιάζει αὐτὸ τὸ ἀνώτερο ἐπίπεδό της πνευματικῆς ζωῆς. «Ἂν θέλεις νὰ εἶσαι τέλειος, πήγαινε, πούλησε τὰ ὑπάρχοντά σου καὶ δῶσε τὰ στοὺς φτωχοὺς καὶ θὰ ἔχεις θησαυρὸ στὸν οὐρανὸ καὶ ἔλα νὰ μὲ ἀκολουθήσεις!» Ὁ λόγος αὐτὸς πέφτει σὰν κεραυνὸς στὸ κεφάλι τοῦ ὑπερήφανου καὶ αὐτάρκους νέου. Ἀκούει κάτι φοβερό: νὰ πουλήσει ὅ,τι ἔχει καὶ δὲν ἔχει, νὰ μὴν ἀφήσει τίποτε δικό του, νὰ ἀποτινάξει ἀπὸ ἐπάνω του κάθε εἶδος περιουσιακοῦ στοιχείου καὶ τὰ χρήματα ποὺ θὰ συγκεντρώσει ἀπὸ τὴν πώληση νὰ τὰ διαθέσει ὅλα στοὺς φτωχούς. Ὁ Χριστὸς προτείνει μία ἀνταλλαγὴ πλούτου: «Δῶσε τὸν ἐπίγειο πλοῦτο σου καὶ θὰ ἀποκτήσεις θησαυρὸ στὸν Οὐρανό. Καὶ ὕστερα ἀπὸ αὐτό, ἔλα κοντά μου νὰ γίνεις μαθητής μου!» Λόγια ἀκατανόητα, ἐμπόδια ἀξεπέραστα, γιὰ τὸν προσκολλημένο μὲ τὰ γήινα ἀγαθὰ νεανίσκο. «Εἴπαμε νὰ εἶμαι καλὸς καὶ τίμιος καὶ νομοταγὴς πολίτης, ἀλλὰ ὄχι καὶ ἑκούσια φτωχός! Νὰ δώσω ἐλεημοσύνη τὰ πάντα, ὅσα ἔχω; Καὶ ἐγὼ τί θὰ ἔχω, γιὰ νὰ ζήσω; Καὶ ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ θησαυρὸς στὸν οὐρανό; Τὸν εἶδε κανένας; Ἀστεία πράγματα!»  Ἔτσι λοιπὸν φεύγει λυπημένος ὁ νεανίσκος, καὶ γιατί δὲν ἄκουσε ἕνα μπράβο ἀπὸ τὸν «ἀγαθὸ διδάσκαλο», καὶ γιατί κατάλαβε πὼς τοῦ ἦταν ἀδύνατον νὰ φτάσει στὸ ὕψος ποὺ τοῦ ζήτησε ὁ Χριστός. Κλήθηκε νὰ γίνει ἀπόστολος, δὲν μπόρεσε ὅμως νὰ περάσει τὶς πνευματικὲς ἐξετάσεις καὶ ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸν Χριστό, μὴ μπορώντας νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ πλούτου.

Ὁ Χριστὸς στὴ συνέχεια σχολιάζει τὴν στάση τοῦ νεαροῦ καὶ διὰ τυπώνει μία πολὺ «ἀπαισιόδοξη» ἄποψη γιὰ τὴν τύχη τῶν πλουσίων, γενικά: «Ἀλήθεια σᾶς λέγω, δύσκολα ἄνθρωπος πλούσιος θὰ εἰσέλθει στὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Πιὸ εὔκολα εἶναι δυνατὸν νὰ περάσει μία καμήλα ἀπὸ τὴν τρύπα τῆς βελόνας, παρὰ πλούσιος νὰ μπεῖ στὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ!» Τρομακτικὴ ἀπόρριψη τῶν πλουσίων, θὰ ἔλεγε κάποιος. Ὁ Χριστὸς οὐσιαστικὰ ἀποκλείει κάθε ἐνδεχόμενο εἰσόδου κάποιου πλουσίου στὸν παράδεισο καὶ αὐτὸ ἀκούγεται σκληρό, ὅμως, ἂν ἐξετάσουμε βαθύτερα τὴν στάση τοῦ πλούσιου νεανίσκου, ποὺ προηγήθηκε τοῦ λόγου τοῦ Χριστοῦ, θὰ καταλήξουμε στὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ ἴδιος ὁ πλούσιος αὐτοαποκλείεται ἀπὸ τὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν! Ὁ Χριστὸς δὲν καταδικάζει τὸ νεαρό, ἐπειδὴ εἶναι πλούσιος, κάτι ποὺ θὰ ταιρίαζε μὲ τὸ κοινὸ περὶ δικαίου αἴσθημα, ἀφοῦ μὲ μία ἰσχυρὴ δόση προκατάληψης ὁ κάθε πλούσιος θεωρεῖται ἄδικος καὶ ἄτιμος. Ἀντίθετα τὸν καλεῖ σὲ μία ἀνώτερη, ἐλεύθερη ζωή, ἀπαλλαγμένη ἀπὸ τὰ βαρίδια τῶν ὑπέρμετρων ὑλικῶν ἀγαθῶν, καὶ αὐτὸς τὴν μὲ τὴ θέλησή του τὴν ἀρνεῖται. Ἑπομένως ὁ ἴδιος ὁ πλούσιος ἐγκλωβίζεται στὰ πλούτη του καὶ δὲν μπορεῖ νὰ κερδίσει τὴν αἰώνια ζωή. Συμβαίνει αὐτὸ ἀκριβῶς ποὺ λέγεται γιὰ τοὺς κολασμένους, ὅτι δὲν τοὺς τιμωρεῖ ὁ Θεός, ἀλλὰ μόνοι τους καταδικάζουν τοὺς ἑαυτούς τους στὴν κόλαση.

Οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ ἀκούγοντας τὰ παραπάνω λόγια του Χριστοῦ μένουν ἔκπληκτοι, καὶ μάλιστα πάρα πολύ, καὶ ἀναρρωτιοῦνται: «Ποιὸς ἄραγε μπορεῖ νὰ σωθεῖ;» Ἡ ἐρώτηση ἀναφέρεται εἰδικὰ στοὺς πλουσίους καὶ γενικὰ σὲ ὅλους τους ἀνθρώπους. Γιατί ὑπὸ μίαν ἔννοια ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι «πλούσιοι», δηλαδὴ εἶναι προσκολημμένοι στὰ γήινα ἀγαθὰ καὶ στὶς ἀπολαύσεις, τὶς ὁποῖες δύσκολα ἀπαρνοῦνται καὶ ἔτσι ἀποτυγχάνουν νὰ εἰσέλθουν στὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μᾶς μιλοῦν γιὰ τὴν «προσπάθεια», ποὺ εἶναι ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ προσκόλληση στὸ ὁποιοδήποτε πάθος, ποὺ κρατάει δέσμια τὴν ψυχή. Ἂν ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὴν προσπάθεια, πρόσωπο Θεοῦ δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ. Μπορεῖ ὅμως κάποιος νὰ ἀποτινάξει τὸν βαρὺ ζυγὸ τοῦ κάθε εἴδους πλούτου καὶ νὰ σωθεῖ; Ἡ ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ μᾶς ἔρχεται εἰλικρινὴς καὶ λίαν παρηγορητική: «Γιὰ τοὺς ἀνθρώπους αὐτὸ (δηλαδὴ τὸ νὰ σωθοῦν ἀπὸ μόνοι τους, μὲ τὶς δικιὲς τοὺς δυνάμεις) εἶναι ἀδύνατον. Γιὰ τὸν Θεὸ ὅμως ὅλα εἶναι δυνατά!»

Ἑπομένως ὅλοι μποροῦμε νὰ σωθοῦμε, ἂν στραφοῦμε μὲ πίστη καὶ ἐλπίδα στὸν Θεό! Ὅλοι πάσχουμε, ὅλοι εἴμαστε ἀσθενεῖς, ὅλοι εἴμαστε ἀνήμποροι πνευματικὰ καὶ βουτηγμένοι στὸν ὑλόφρονα  βίο, μὲ λίγα λόγια ὅλοι εἴμαστε «πλούσιοι νεανίσκοι» καὶ δυσκολευόμαστε νὰ ἀποτινάξουμε ἀπὸ ἐπάνω μας τὰ ἀγαπημένα μᾶς πλούτη καὶ τὴν χαμαιρπὴ ζωὴ ποὺ διάγουμε. Ἐντούτοις κάθε στιγμή, ὅσο ζοῦμε,  ἔχουμε τὴν εὐκαιρία νὰ ἐπαναστατήσουμε, ποὺ θὰ πεῖ, νὰ μετανοήσουμε καὶ νὰ ἀκολουθήσουμε τὸν Χριστό, θησαυρίζοντας   στὸν οὐρανὸ καὶ ἐναποθέτοντας τὴν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας μας σὲ Αὐτόν. Ἀμήν, γένοιτο!   Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου