Κυριακή, 18 Φεβρουαρίου 2018

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 18 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ

Ἀριθμός 7
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΟΦΑΓΟΥ
(Ματθ. στ΄ 14-21)
18 Φεβρουαρίου 2018
"Ἐάν γάρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καί ὑμῖν ὁ πατήρ ὑμῶν ὁ ἐπουράνιος" (Ματθ. στ' 14)
Τὸ στάδιο τῶν ἀρετῶν, ἀγαπητοί μου, ἐγκαινιάζει σήμερα τό βράδυ, ἡ ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Οἱ ἀθλητὲς τῶν πνευματικῶν ἀγώνων καλοῦνται στὰ πνευματικὰ ἀγωνίσματα. Ὁ δρόμος τῆς ἀρετῆς εἶναι μακρύς. Ἡ ἄνοδος τῆς κλίμακας τῆς ἁγιότητας εἶναι τέχνη τεχνῶν καὶ ἐπιστήμη ψυχῆς. Ἡ Ἐκκλησία μας καθοδηγεῖ τοὺς ἀθλητὲς μὲ τὰ συνθήματά της. Καὶ εἶναι πολλὰ τὰ γυμνάσματα, στὰ ὁποῖα μᾶς προτρέπει. Ἐμεῖς, σήμερα, ἂς σταθοῦμε στὸ θέμα τῆς συγχωρητικότητας καὶ τῆς μνησικακίας.
Ὁ Κύριος τοῦ Οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς μᾶς ἀναμένει μὲ ἀνοικτὴ καὶ στοργικὴ ἀγκαλιὰ, γιὰ νὰ μᾶς δεχθεῖ κοντά του, γιὰ νὰ ξεκουράσει τὴν ψυχή μας ἀπὸ τὸ βάρος τῆς ἐνοχῆς, μὲ μία ὅμως βασικὴ προϋπόθεση, ποὺ σήμερα, Κυριακή της Τυροφάγου, μὲ τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, ποὺ ἀκούσαμε, μᾶς θέτει. Ποιὰ εἶναι αὐτή; Νὰ συγχωρήσουμε κι ἐμεῖς ὅσους μᾶς ἔχουν κάνει κάποιο κακό. Τότε καὶ Ἐκεῖνος θὰ συγχωρήσει καὶ σὲ μᾶς ὁποιοδήποτε ἁμάρτημα ἔχουμε διαπράξει ἐναντίον του. Τὸ βεβαιώνει ὁ Ἴδιος κατηγορηματικά. «Ἐὰν ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ἠμῶν ὁ οὐράνιος».
Ὁ Κύριος, θεωρεῖ τὴν προϋπόθεση αὐτὴ τόσο ἀπαραίτητη, ὥστε δήλωσε τὸ ἴδιο κατηγορηματικὰ, ὅτι χωρὶς αὐτὴ δὲν μποροῦμε νὰ πετύχουμε τὴ δική μας συγχώρηση. «Ἐὰν μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ Πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν».
Θὰ θεωρούσαμε ἀνόητο τὸν ἄνθρωπο ἐκεῖνο, ποὺ δὲν ἀγοράζει κάτι, ποὺ θὰ τοῦ προσφερόταν νόμιμα καὶ σὲ πολὺ χαμηλὴ τιμή, σχεδὸν δωρεάν. Οἱ περισσότεροι ὅμως ἀπὸ μᾶς διαπράττουν ἕνα σφάλμα ἀκόμη μεγαλύτερο. Ἐκεῖνος, ποὺ δὲν ἀνταλλάσσει τὰ λίγα χρήματά του μὲ κάτι πολύτιμο, ποὺ τοῦ προσφέρεται, στὸ τέλος κρατάει τὰ λίγα χρήματά του. Ἐνῶ, ἐμεῖς χάνουμε ἕνα ὁλόκληρο θησαυρό, τὴν συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν μας, γιὰ νὰ κρατήσουμε στὴν ψυχή μας τὴν μνησικακία, ποὺ εἶναι ἕνα πάθος, τόσο βλαβερό. Ἕνα πάθος, ποὺ τόσο πολύ μας ταλαιπωρεῖ.
Νοιώθω τόσο ἄσχημα καὶ ὅμως δὲν θέλω νὰ τὸν συγχωρήσω, λένε μερικοί. Μοῦ ἔκανε τόσο καὶ τόσα, μὲ ἔβλαψε, μὲ κατέστρεψε. Ζῶ σὲ δυστυχία ἐξ αἰτίας του. Μοῦ διέλυσε τὸ σπίτι, τὴν οἰκογένεια. Ἔβλαψε τὰ παιδιά μου. Γι’ αὐτὸ τὸν μισῶ. Καὶ τὸ πάθος τῆς μνησικακίας τὸν κάνει νὰ βλέπει βουνὰ καὶ τὶς πιὸ μικρὲς ἀδικίες.
Στὸν καθένα μας φαίνεται ὑπεράνθρωπο νὰ συγχωρήσει τὸν ἄλλο. Κι ὅσο καλοὶ κι ἂν παρουσιαζόμαστε σὲ ἄλλες περιπτώσεις, δύσκολα διώχνουμε τὴν ἀντιπάθεια, τὴν ἐχθρότητα, ποὺ μᾶς ἀναστατώνει. Τὸ μίσος καὶ ἡ ἀντιπάθεια δὲν φωλιάζουν στὶς ψυχὲς, γιὰ πρόσωπα μακρινά μας, μὰ κάποιες φορὲς καὶ γιὰ τὰ πιὸ ἀγαπημένα. Γονεῖς καὶ παιδιά, ἀδέλφια, μισοῦνται μεταξύ τους, γιατί κάτι ἔκανε ὁ ἕνας στὸν ἄλλο, τὸν ἔβλαψε, τὸν ἀδίκησε.
Μὲ ἀποτέλεσμα, νὰ δημιουργοῦνται τόσες καὶ τόσες ἀναστατώσεις καθημερινά. Σπίτια συγκλονίζονται, ἐπιχειρήσεις διαλύονται, κοινωνικὰ δράματα παρατηροῦνται. Αἰτία ὅλων αὐτῶν ἡ ἀντιπάθεια, τὸ μίσος, ποὺ ἔχει φωλιάσει στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων.
Ἀναμφίβολα, ἐκεῖνος ποὺ ἀδικεῖ τὸν ἄλλο, ποὺ τοῦ κάνει κακό, ποὺ τὸν βλάπτει, εἶναι ἔνοχος καὶ θὰ δώσει λόγο τῶν πράξεων του αὐτῶν, στὸν Οὐράνιο Πατέρα. Κανεὶς δὲν ἀμνηστεύει τὸν ἀδελφό, ποὺ καταπατεῖ τὸ δίκαιο τοῦ ἀδελφοῦ.
Μὲ ἀφορμὴ, ὅμως, τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, θὰ πρέπει ὅλοι μας νὰ δοῦμε, πῶς ἀντιμετωπίζουμε τὸ κακὸ, ποὺ μᾶς κάνουν οἱ ἄλλοι ἢ, σωστότερα, πὼς πρέπει νὰ τὸ ἀντιμετωπίζουμε, ἂν θέλουμε νὰ πάρουμε καὶ ἐμεῖς τὴ συγγνώμη ἀπὸ τὸν Οὐράνιο Πατέρα μας.
Θὰ μιλήσουμε σὲ ἐκεῖνο, ποὺ μᾶς βλάπτει καὶ μᾶς ἀδικεῖ, θὰ τοῦ ὑποδείξουμε μὲ εὐγένεια τό σφάλμα του. Θὰ ζητήσουμε νὰ τοῦ μιλήσουν και ἄλλοι. Νὰ τοῦ ποῦν, ὅτι ἡ συμπεριφορά του δὲν εἶναι ἡ πρέπουσα. Ἂν, παρ’ ὅλα αὐτά, ἐκεῖνος συνεχίζει νὰ μᾶς ἀδικεῖ, νὰ μᾶς βλάπτει, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ κυριαρχήσει μέσα μας τὸ μίσος, ἡ ἀντιπάθεια, τὴν ὥρα, ποὺ ἐμεῖς ζητᾶμε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μᾶς συγχωρήσει ἀπὸ τόσα καὶ τόσα παραστρατήματα. Πῶς, τότε, τολμᾶμε κάθε μέρα νὰ ἐπαναλαμβάνουμε στὴ Κυριακὴ Προσευχή: «Καὶ ἄφες ἠμῖν τὰ ὀφειλήματα ἠμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν»;
Ζητᾶμε κάτι, ποὺ δὲν δίνουμε. Εἶναι ἀνάρμοστη, ἐντελῶς, μία τέτοια συμπεριφορά. Παρουσιάζει μία φοβερὴ ἀντινομία, τὴν ὁποία, ὅταν και ἐμεῖς τὴν δοῦμε στὸν ἄλλο, δὲν τὴ συγχωροῦμε.
Ἐδῶ, ἀκριβῶς, βρίσκεται ἡ βάση τοῦ θέματός μας. «Ἐὰν ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος». Μὲ τὴ σκέψη μας, τὰ λόγιά μας, τὴν συμπεριφορὰ μας, καθημερινὰ, παραβαίνουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Καὶ συχνὰ ζητᾶμε τὴν συγχώρηση. Δὲν τὴν παίρνουμε, ὅμως, ὅταν ἀρνούμαστε νὰ συγχωρήσουμε τὸν συνάνθρωπό μας. Τὴν λαμβάνουμε, ὅταν κι ἐμεῖς, συχνὰ μὲ σκληρὸ ἀγώνα, μὲ πολὺ προσπάθεια καὶ θερμὴ προσευχή, ξεχνᾶμε τί μᾶς ἔκανε ὁ ἄλλος, τὸν συγχωροῦμε, καὶ τρέχουμε πρῶτοι νὰ συμφιλιωθοῦμε μαζί του.
Θὰ ἀφήσουμε, μὲ τὴ συμπεριφορὰ μᾶς αὐτὴ, γιὰ πολὺ ἀκόμα, κλειστὴ τὴ θύρα τοῦ θείου ἐλέους, κλείνοντας τὴν πόρτα τῆς εὐσπλαχνίας στὸν συνάνθρωπό μας;
Ἀγαπητοί μου,
Ἡ δύναμη τῆς συγχωρήσεως εἶναι καρπὸς τῆς ἐν Χριστῷ ἀναγεννήσεως τοῦ ἀνθρώπου, γιατί, προϋποθέτει ταπείνωση καὶ αὐτογνωσία. Σημαίνει, συναίσθηση τῆς συγκαταβάσεως τοῦ Θεοῦ, ἀπέναντι σὲ ὅλους μας. Γιατί, ὁ Θεὸς εἶναι πάντα πρόθυμος νὰ μᾶς συγχωρήσει. Περιμένει συνεχῶς τὴν μετάνοιά μας, γιὰ νὰ μᾶς δώσει ἁπλόχερα τὴν ἀγάπη Του. Τότε, καί μόνο τότε, ἀποκτᾶμε τὴν δύναμη νὰ συγχωροῦμε καὶ νὰ ἀνεχόμαστε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, ὅταν ἀκριβῶς βρισκόμαστε σὲ ὀρθὴ σχέση μὲ τὸν Θεὸ - Πατέρα καὶ ἔχουμε συνειδητοποιήσει τὸ μέγεθος τῆς ἀγάπης Του. Ἀμήν. 
Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Κυριακή, 11 Φεβρουαρίου 2018

ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΝΘΗΜΕΡΟ ΜΝΗΜΟΣΥNO

ΚΥΡΙΑΚΗ 11 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2018



ΓΕΩΡΓΙΟΥ  ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΟΥΚΟΥΝΑΡΗ

       Την Κυριακή 11 Φεβρουαρίου 2018 στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου Λατομιτίσσης τελέσθηκε πενθίμως και ιεροπρεπώς το Τεσσαρακονθήμερο Μνημόσυνο υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του αειμνήστου  

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΟΥΚΟΥΝΑΡΗ 
Μεγάλου Ευεργέτου της ενορίας

      Παρέστησαν  στο Ιερό Μνημόσυνο η αγαπημένη του κόρη Ευαγγελία, τα αδέλφια του αειμνήστου κ. Αντώνης και κ. Κλαίρη Κουκουνάρη, ο ανηψιός του Δημήτρης Στεφάνου Κουκουνάρης, και πλήθος κόσμου τιμώντας την μνήμη του.
        Επίσης  την μνήμη του τίμησαν με την παρουσία τους ο Περιφερειάρχης Χίου  κ. Σταμάτης Κάρμαντζης μετά της συζύγου του,  ο Δήμαρχος Χίου κ. Μανώλης Βουρνούς,  ο Δημοτικός Σύμβουλος κ. Παντελής Μπουγδάνος,   ο πρ. Δήμαρχος κ. Πέτρος Παντελάρας μετά της συζύγου του, η κ. Ισαβέλλα Μπουρνιά και ο αδελφός της Πρόεδρος Ομογενών Αμερικής  κ. Παντελής Μπουρνιάς, ο κ. Μάρκος Ανδριώτης εκ μέρους των Ομογενών της Αμερικής, ο κ. Παντελής Λαμπρινούδης,  ο κ. Γιάννης Μανάρας εκπρόσωπος του κ. Μηταράκη, πολλοί μαθηταί αλλά και καθηγηταί των μαθημάτων που διδάσκονται εις το Κουκουνάρειο, και πολλοί άλλοι επώνυμοι τους οποίους ζητούμε συγγνώμη εάν παραλείψαμε.




      

O ανωτέρω  Σταυρός μετά το θάνατο του αειμνήστου Γεωργίου Δημ. Κουκουνάρη απεστάλη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο  εις μνήμη του διότι είχε το Οφφίκιο του Οστιαρίου, -Αξίωμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου.-  Η οικογένεια θεώρησε σωστό να παραμείνει ο Σταυρός  για φύλαξη και ευλογία  στον χώρο που ο αείμνηστος  έφτιαξε έχτισε και φέρει το όνομά του και θα είναι οι συνεχιστές του έργου. 
       Μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας και του 40νθήμερου Μνημοσύνου  o κ. Παντελής Μπουρνιάς  Πρόεδρος Ομογενών Αμερικής ομίλησε με γλαφυρά λόγια για το πρόσωπο του αειμνήστου,  καθώς και ο Περιφερειάρχης  Χίου κ. Σταμάτης Κάρμαντζης.  Επίσης φανερά συγκινημένος ο ιερέας π. Βασίλειος αναφέρθηκε για το έργο και τις δωρεές του αειμνήστου Μεγάλου Ευεργέτη της ενορίας μας.
      Τέλος στην αίθουσα του Κουκουνάρειου Πνευματικού Κέντρου σε  όλο το εκκλησίασμα προσφέρθηκαν διάφορα εδέσματα γλυκά, αλμυρά και ζεστός καφές.  Ευχόμαστε  ολόψυχα να είναι αιωνία η μνήμη του και η Υπεραγία Θεοτόκος να σκεπάζει και να προστατεύει ολόκληρη την οικογένειά του που τόσο πολύ αγαπούσε ο αείμνηστος Γεώργιος Δημ. Κουκουνάρης.
      Στο πίσω μέρος του Κουκουνάρειου Πνευματικού Κέντρου  η θυγατέρα του Ευαγγελία μαζί με τον κ. Σταμάτη Κάρμαντζη, τον Γεωπόνο κ. Μιχαήλ Μποναφάτσο και τον ιερέα π. Βασίλειο φύτεψαν μία ελιά, -  που συμβολίζει τη χριστιανική μητέρα που με τους καρπούς της αγάπης της, τα παιδιά της πλουτίζει το σπιτικό της - εις μνήμη του αειμνήστου Μεγάλου Ευεργέτου της ενορίας μας  Γεωργίου Κουκουνάρη.









































Σάββατο, 10 Φεβρουαρίου 2018

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 11 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ

Ἀριθμός 6
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ
(Ματθ. κε' 31-46)
11 Φεβρουαρίου 2018
"Ἐπείνασα γάρ, καί ἐδώκατέ μοι φαγεῖν..." (Ματθ. κε' 35)
Εἶναι, ἐκ τῶν προτέρων, ἀγαπητοί μου, γνωστὰ τὰ πρακτικὰ καὶ ἡ ἀπόφαση τῆς μεγαλύτερης καὶ πλέον πολύκροτης δίκης τῆς Ἱστορίας. Πρόκειται, γιὰ τὴν τελικὴ κρίση, ποὺ θὰ διεξαχθεῖ ἐνώπιόν τοῦ Παντοδύναμου Θεοῦ, κατὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία, καὶ στὴν ὁποία θὰ κριθοῦμε, ἀνεξαιρέτως, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ὅλων τῶν αἰώνων. Τὸ κριτήριο, μὲ τὸ ὁποῖο θὰ κριθοῦμε εἶναι ὁ κώδικας τῆς ἀγάπης. Τῆς ἀγάπης, ποὺ δείξαμε στὸν πεινασμένο, στὸν διψασμένο, στὸν ἄρρωστο, στὸν φυλακισμένο ἢ ποὺ δὲν δείξαμε στὸν πονεμένο συνάνθρωπό μας, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν Ἴδιο τὸν Χριστό, ὅπως πολὺ χαρακτηριστικὰ ἀναφέρει ἡ εὐαγγελικὴ περικοπή.
«Ἐπείνασα γάρ, καὶ ἐδώκατε μοὶ φαγεῖν…».
Διά μέσου τῶν αἰώνων ἀλλὰ καὶ στὴν ἐποχή μας, πολλοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ συγκλονίζονται ἀπὸ τὸ γεγονὸς καὶ προσπαθοῦν μὲ θυσία ἀκόμη νὰ ἐφαρμόσουν τὸν κώδικα τῆς ἀγάπης. Ἀλλὰ, κάποιοι ἄλλοι ξεχνοῦν τὸ περίφημο 25ο κεφάλαιο τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ματθαίου. Ταμπουρώνονται στὸν ἐγωισμό τους καὶ φροντίζουν νὰ μὴν ἐπηρεάζονται ἀπὸ τὴν δυστυχία τῶν ἄλλων. Λένε: «Ὁ καθένας γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ ὁ Θεὸς γιὰ ὅλους». Ἕνα ἀξιοθρήνητο σύνθημα, ποὺ ἀντιτάσσεται στὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης καὶ, ποὺ, δυστυχῶς, κυβερνᾶ τὴν κοινωνία μας.
Ἡ περιουσία μου, ἡ περιουσία σου, ἡ ἰδιοκτησία μας. Ἡ δική μου, ἡ δική σου. Τὸ κεφάλαιό μου, τὰ πλούτη μου, τὰ ἀγαθά μας. Τὰ δικά μου, τὰ δικά σου ἐπαναλαμβάνουμε συχνά. Καὶ ἀδιαφοροῦμε ἢ κάνουμε, πὼς, κάπως, ἐνδιαφερόμαστε. Στὴν πραγματικότητα, ὅμως, δὲν μᾶς πονάει ὁ πόνος τοῦ ἄλλου. Πολὺ συχνὰ αὐτὸς ὁ ἀτομισμός, ἡ ἀδιαφορία, γιὰ τὸν πλησίον μας, φθάνει στὸ ἔπακρον. Ἐνῶ τόσοι καὶ τόσοι ὑποφέρουν καὶ τὸ βλέπουμε αὐτὸ καθημερινά. Ὅπου κι ἂν κοιτάξουμε, θὰ δοῦμε ἀνθρώπους νὰ δυστυχοῦν, νὰ βρίσκονται σὲ ἀθλία κατάσταση. Ἐν τούτοις, ὅμως, κάποιοι ἀδιαφοροῦν. Σὰν νὰ μὴν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ τόν ἑαυτό τους. Ὅλοι αὐτοὶ, ζοῦν καὶ κινοῦνται μὲ τρόπο ἐγωιστικὸ, ἐπιδεικνύοντας τὰ πλούτη καὶ τὴν νομιζόμενη ἀξία τους. Πολλοὶ, ἴσως, ποῦν, ὅτι δὲν ἰσχύει κάτι τέτοιο, ἰδιαίτερα στὶς ἡμέρες κρίσεως, ποὺ ζοῦμε. Ὅτι δὲν ὑπάρχουν παραδείγματα ἄκρατου ἀτομισμοῦ καὶ ἀπιστίας. Σὲ μικρότερη κλίμακα μποροῦμε νὰ τὴν δοῦμε ὁ καθένας στὸν ἑαυτό του. Κι ἐμεῖς, πολλὲς φορὲς, δείχνουμε ἀδιαφορία στὸν πόνο τοῦ συνανθρώπου μας. Πόσα καὶ πόσα δὲν ξοδεύουμε ἄσκοπα, μάλιστα στὶς ἡμέρες αὐτὲς καὶ ἐνῶ λέμε, ὅτι ἔχουμε οἰκονομικὴ κρίση.
Ἔρχεται, ὅμως, γιὰ ἄλλη μία φορὰ στὸ διάβα τῆς ζωῆς μας ἡ θεϊκὴ φωνὴ νὰ μᾶς ὑπενθυμίσει τὸ καθῆκον τῆς ἀγάπης, ποὺ ἐξοστρακίζει τὸν ἀτομισμό μας.
Πρέπει νὰ μάθουμε, πρῶτα ἀπ’ ὅλα, νὰ σκεπτώμαστε τοὺς ἄλλους. Ὄχι μόνο κάποιες στιγμές, ἀλλὰ συνεχῶς. Πρέπει νὰ ζοῦμε μὲ τὴ σκέψη τῆς δυστυχίας καὶ τοῦ πόνου τῶν ἄλλων. «Εἰ πάσχει ἓν μέλος, συμπάσχουν πάντα τὰ μέλη».
Σκεπτόμαστε, ὅτι εἴμαστε μέλη τοῦ ἴδιου σώματος, τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ; Σκεπτόμαστε, ὅτι ἀνήκουμε στὴν Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία καὶ δὲν πρέπει ἐμεῖς νὰ καλοπερνᾶμε καὶ ἄλλοι συνάνθρωποί μας νὰ ὑποφέρουν;
Ἕνα δεύτερο στοιχεῖο, ποὺ περιέχει ὁ κώδικας τῆς ἀγάπης εἶναι ἡ καθολικότητα τῆς ἀγάπης. Ὄχι μόνο ἀγάπη πρὸς τὸν ἰσχυρό, τὸν ἄνθρωπο, ποὺ θὰ μᾶς ἀνταποδώσει, ἴσως, ὅ,τι θὰ τοῦ προσφέρουμε, ἀλλὰ πρὸς τὸν ἀδύνατο. «Μηδενὶ μηδὲν ὀφείλοντες, εἰ μὴ τὸ ἀγαπᾶν ἀλλήλους».
Ὁ Κύριός μας, ἡ ὄντως ἀγάπη, κηρύσσει πρὸς ὅλους ἀγάπη καθολική, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν κοινωνικὴ θέση, τὸ φύλο, τὸ χρῶμα. Βάζει δίπλα στὸν δυνατὸ τὸν ἀδύνατο, δίπλα σ’ αὐτὸν, ποὺ ἔχει ὑγεία, τὸν ἄρρωστο, κοντὰ στὸν ἐλεύθερο, τὸν φυλακισμένο, κοντὰ στὸν λευκὸ τὸν μαῦρο. Καὶ σὲ ὅλους μας ζητάει νὰ δείξουμε τὸ ἐνδιαφέρον μας, τὴν ἀγάπη μας.
Ἡ καθολικότητα τῆς ἀγάπης περιλαμβάνει καὶ τοὺς τρόπους. Δὲν δείχνουμε ἀγάπη μόνο μὲ τὴν ἐλεημοσύνη. Ὅπως μᾶς λέει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, μία ἐπίσκεψη ἢ ἡ προστασία τοῦ ξένου εἶναι στὴ σφαίρα τῆς ἀγάπης. Ναί, πολλὲς φορὲς ἔρχεται ὁ Κύριος μὲ τὴ μορφὴ τοῦ γείτονα, ποὺ ἔχει ἀνάγκη περισσότερο ἀπὸ συντροφιά, παρὰ ὁ,τιδήποτε ἄλλο. Ἔρχεται μὲ τὴ μορφὴ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἔχει χάσει τὸ θάρρος καὶ τὴν ἐλπίδα του, κουρασμένος ἀπὸ τὸ βάρος τῶν τόσων προβλημάτων καὶ δὲν ζητάει τίποτε ἄλλο παρὰ τὴν ἠθικὴ συμπαράστασή μας. Ἔρχεται μὲ τὴ μορφὴ τοῦ νέου, ποὺ ζητάει καθοδήγηση μέσα στὴν πολυδαίδαλη κοινωνία, ποὺ ζοῦμε.
Ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι μόνο χρῆμα, δὲν εἶναι μόνο ὑλικὴ προσφορά. Εἶναι μία πράξη τῆς καρδιᾶς. Εἶναι ἡ προσφορὰ τοῦ ἑαυτοῦ μας. Μᾶς λέει: «ἠσθένησα καὶ ἐπεσκέψασθε μέ, ἐν φυλακῇ ἤμην καὶ ἤλθετε πρὸς με». Δὲν λέει στεῖλτε κάτι, ἀλλὰ κάνετε κάτι. Προσφέρετε κάτι ἀπὸ τὸν ἑαυτό σας. Θυσιάστε τὴν ἀνάπαυσή σας. Κουραστεῖτε, γιὰ τὸν ἀδελφό σας.
Ἀγαπητοί μου,
Ὁ Ἴδιος ὁ Κύριός μας, ὁ Ἀρχηγὸς τῆς πίστεώς μας, μᾶς ἔδωσε τὸν τύπο τῆς γνήσιας, τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης, ποὺ δὲν γνωρίζει ἀνάπαυση, ποὺ δὲν ὑπολογίζει κόπους καὶ θυσίες. «Διῆλθεν εὐεργετῶν». Καὶ ἔφθασε στὴν ὑπέρτατη θυσία.
Δὲν μᾶς ἔδειξε τὸν δρόμο αὐτὸ, γιὰ νὰ θαυμάζουμε ἁπλῶς τὸ μεγαλεῖο του. «Καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς, οὕτω καὶ ὑμεῖς ὀφείλετε ἀλλήλους ἀγαπᾶν». Σὲ ὅποια ἐποχὴ κι ἂν ζοῦμε, εἴτε ἔχουμε χρήματα, εἴτε ὄχι, εἴτε περνᾶμε κρίσεις ἢ ὄχι, ὁ Χριστός μας ζητάει νὰ παρουσιάσουμε τὴ γνήσια, τὴν ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη πρὸς ὅλους καὶ μὲ ὅλους τούς τρόπους. Τὴν ἀγάπη, ποὺ συνοδεύεται ἀπὸ μικρὲς ἤ μεγάλες θυσίες. Ἀμὴν.      Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Σάββατο, 3 Φεβρουαρίου 2018



Ἀριθμός 5

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 4 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ

 
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ
(Λουκ. ιε΄ 11-32)
4 Φεβρουαρίου 2018
"Ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς" (Λουκ. ιε' 11)
Ἀπορροφημένοι ἀπὸ τήν τραγικὴ πορεία τοῦ ἀσώτου υἱοῦ, ἀγαπητοί μου, δίνουμε, ἴσως, λιγότερη προσοχὴ στή μορφὴ τοῦ πατέρα, ὅπως μᾶς τὴν παρουσιάζει ἡ σημερινὴ παραβολή, δεύτερη Κυριακή τοῦ Τριωδίου. Καὶ ὅμως, εἶναι τόσο παρήγορα τὰ χαρακτηριστικά τοῦ πατέρα, ποὺ μᾶς δίνει ὁ Χριστός μας, ὥστε πολὺ συχνὰ θὰ ἔπρεπε νὰ ἑλκύουν τὴν προσοχή μας καὶ νὰ ἀποτελοῦν ὁδοδεῖκτες τῆς πορείας μας.
«Ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς». Καὶ ἐξακολούθησε νὰ ἔχει δύο παιδιὰ, ἂν καὶ ἀκολούθησαν στὴν ζωὴ τους διαφορετικούς, ἀντίθετους δρόμους. Παιδιὰ του ἦταν καὶ παρέμειναν καὶ οἱ δύο. Ὁ φαινομενικὰ, ἔστω, πειθαρχικὸς γιός, ἀλλὰ καὶ ὁ νεώτερος γιὸς, ποὺ ζήτησε τὸ «ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας» του καὶ ἔφυγε μακριὰ ἀπὸ τὸν πατέρα καὶ τὴν πατρικὴ ἑστία. Ὁ πατέρας συνέχισε ὅμως νὰ τὸν νιώθει σὰν παιδί του, ἔστω κι ἂν αὐτὸς δὲν συμπεριφέρθηκε καλά, ἔστω κι ἂν τὸν πίκρανε πολύ.
Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ, τὸν σκέπτεται συνεχῶς καὶ τὸν περιμένει ἐναγωνίως. Αὐτὸ ἀκριβῶς φανερώνει ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ἡ παραβολὴ παρουσιάζει τὸν πατέρα, ὅταν ἀντιλήφθηκε τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ ἀσώτου. Ὁ νεώτερος γιὸς ἦταν ἀκόμη στὸ δρόμο. Δὲν εἶχε προηγηθεῖ κανένα μήνυμα, ποὺ νὰ εἶχε εἰδοποιήσει τὸν πατέρα, ὅτι γύριζε τὸ παιδί του. Παρ’ ὅλα αὐτὰ, ἐπειδὴ ἡ σκέψη του, ἡ καρδιὰ του, ἦταν στραμμένη πρὸς τὸ χαμένο σπλάγχνο του φαίνεται, ὅτι συνεχῶς πρόσεχε πρὸς τὸν δρόμο, μήπως καὶ τὸ ἀντικρύσει νὰ ἐπιστρέφει. Γι’ αὐτὸ «ἔτι αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ». Τὰ γεροντικὰ μάτια φωτίστηκαν, ἕνα χαμόγελο ἄνθισε στὸ πρόσωπο, μόλις ἀντικρυσε τὴν ταλαιπωρημένη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν ἀσωτία μορφὴ τοῦ παιδιοῦ του. Ἂν καὶ παραμορφωμένο ἀπὸ τὶς στερήσεις καὶ τυλιγμένο μέσα στὰ κουρελιασμένα ροῦχα του, ἡ καρδιὰ τοῦ πονεμένου πατέρα δὲν δυσκολεύτηκε νὰ τὸν ἀναγνωρίσει. Ἦταν αὐτὸς, ποὺ τὸν θεωροῦσε νεκρό. Ἦταν τὸ παιδί του.
Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἀγάπη ἀπροσμέτρητη, ἀγάπη εὐγενική, ἀγάπη μεγαλειώδης. Ὅσο μεγάλη ἦταν ὡς τώρα ἡ ὑπομονή του, ἄλλη τόση τώρα εἶναι ἡ συγχωρητικότητα καὶ ἡ χαρά Του. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ, ποὺ θὰ μετανοήσει ὁ ἁμαρτωλὸς καὶ ἀποφασίσει νὰ ἐπιστρέψει στὸ Θεό, Ἐκεῖνος ἔχει ξεκινήσει ἤδη νὰ τὸν συναντήσει, νὰ τὸν ὑποδεχτεῖ, νὰ τὸν ἀγκαλιάσει καὶ νὰ τὸν φιλήσει. Καμμία ἀπὸ τὶς χαρὲς τοῦ κόσμου δὲν μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ μὲ τὴ χαρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅταν βλέπει τὸν ἁμαρτωλὸ νὰ μετανοεῖ καὶ νὰ ἐπιστρέφει κοντά Του.
Ἀπὸ τὴ στιγμὴ, ποὺ ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου θὰ κάνει τὴν πρώτη κίνηση πρὸς τὴ μετάνοια, ἀκόμα κι ἂν εἴμαστε μακριά, ὁ πάνσοφος Θεὸς τὸ γνωρίζει. Θὰ μᾶς δεῖ καὶ θὰ τρέξει νὰ μᾶς συναντήσει. Νὰ συναντήσει τὸν νέο ἄνθρωπο, ποὺ ἀναγεννήθηκε μέσα μας, μὲ τὴ μετάνοια. Λέει ὁ Προφήτης Δαβὶδ: «Κύριε, σὺ συνήκας τοὺς διαλογισμούς μου ἀπὸ μακρόθεν».
Ὁ πατέρας ἀναμένει τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ παιδιοῦ του. Περιμένει νὰ δείξει ὅλη τὴν ἀγάπη καὶ στοργή. Λέει ὁ Κύριος: «οὐ θελήσει θέλω τὸν θάνατον τοῦ ἁμαρτωλοῦ ὡς τὸ ἐπιστρέψαι καὶ ζῆν αὐτόν».
Αὐτὴ ἡ πίστη καὶ ἡ πεποίθηση στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ Πατέρα φώλιασε μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ νεότερου γιοῦ, ὅταν, ἐνῶ ζήτησε τὸ ὑπερβολικὰ πολύ, κέρδισε τὸ τραγικὰ ἀσήμαντο, ὅταν ἀπὸ πριγκιπόπουλο βρέθηκε χοιροβοσκός. Τὸ ὅραμα τοῦ στοργικοῦ πατέρα, πού τὸν περίμενε, ἡ σκέψη, ὅτι «πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπολλυμαι;» ἦταν τὰ κίνητρα πρὸς τὴν μεγάλη, τὴν ἡρωικὴ ἀπόφαση: «Ἀναστάς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου».
Μακάρι νὰ φώλιαζε καὶ στὶς δικές μας καρδιὲς ἡ μεγάλη αὐτὴ πεποίθηση. Πάντοτε νὰ εἶναι ἐνώπιόν μας ζωντανὴ ἡ μεγάλη ἀλήθεια: ὅτι, κι ὅταν, εἴτε ἀπὸ ἀμέλεια ἢ ἀδυναμία, εἴτε παρασυρόμενοι ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ τὰ τοῦ κόσμου, ἀκολουθοῦμε περισσότερο ἢ λιγότερο τὰ ἴχνη τοῦ νεώτερου γιοῦ, ἐξακολουθοῦμε νὰ εἴμαστε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὁ στοργικὸς πατέρας μᾶς περιμένει. Περιμένει νὰ ἀποτινάξουμε τὸν λήθαργο τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ γυρίσουμε πίσω στὸ θεῖο παλάτι.
Δυστυχῶς, ὅμως, τὴν μεγάλη αὐτὴ ἀλήθεια, συχνὰ τὴν ξεχνᾶμε καὶ πέφτουμε στὴν ἀπαισιοδοξία καὶ στὴν ἀπογοήτευση. Λέμε: "Δὲν γίνεται τίποτα μὲ μένα. Δὲν μπορῶ νὰ δῶ Πρόσωπο Θεοῦ. Ἐγὼ εἶμαι μέσα στὸ βοῦρκο τῆς ἁμαρτίας. Δὲν ὑπάρχει γιὰ μένα ἐλπίδα σωτηρίας". Λανθασμένη ἡ στάση αὐτή, ποὺ φανερώνει ἔλλειψη πίστης καὶ ἐλπίδας στὴ χάρη καὶ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ.
Ὅσο κι ἂν φαίνεται παράδοξο, ποτὲ σὲ καμμιὰ ψυχή, ποὺ δὲν ἔφθασε στὴν πώρωση, δὲν κόβεται ὁριστικὰ ἡ ἐπικοινωνία μὲ τὸν Θεό. Ἡ ἐπικοινωνία αὐτή, ὁ μυστικὸς σύνδεσμος, ποὺ ἔχουν μεταξύ τους οἱ δύο αὐτὲς πραγματικότητες, ὁ Θεὸς καὶ ἡ ἀνθρώπινη ψυχή, δὲν σταματᾶ ποτέ. Κρύβει ὅμως τὸν Πατέρα ἀπὸ τὰ μάτια μας συχνὰ ἡ ὁμίχλη τῆς ἁμαρτίας. Πρέπει νὰ φύγει ἡ ὁμίχλη, γιὰ νὰ δοῦμε τὸν Θεὸ, ποὺ μᾶς περιμένει. Ναί, μᾶς περιμένει ὁ στοργικὸς Πατέρας, ὅπως περίμενε τὸ γιὸ του ὁ πατέρας τῆς παραβολῆς. Μᾶς παρακολουθεῖ και ὅταν ἐμεῖς παραβαίνουμε τὸ νόμο Του. Ἔρχεται κοντά μας, εἶναι κοντά μας, πρὶν ἐμεῖς ἀκόμα ἀποφασίσουμε νὰ Τὸν πλησιάσουμε. Μᾶς καλεῖ συνεχῶς. «Ἰδοὺ ἔστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω». Εἶμαι κοντά σου καὶ πρὶν ἀκόμα μὲ ζητήσεις.
Ἀγαπητοί μου,
Νὰ τὸ μεγάλο κίνητρο πρὸς τὴν μετάνοια, τὴν ἐπιστροφή: Ἡ πίστη, ὅτι ὅταν ἁπλώσεις τὰ χέρια σου σ’ Αὐτόν, θὰ δεῖς ὅτι Αὐτὸς πρῶτα ἔχει ἁπλώσει πρὸς ἐσένα τὰ δικά του Παντοδύναμα Χέρια. Ὁ Κύριος ἀναμένει μὲ ἀνυπομονησία καὶ τὴ δική μας ἐπιστροφή. Μὴν ἀναβάλλουμε. Ἂς προχωρήσουμε. «Ἀναστάς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα». Ἀμήν.   Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Σάββατο, 27 Ιανουαρίου 2018

Αριθμός 4


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ
( Λουκ. ιη’ 18-24 )
28 Ἰανουαρίου 2018
«Οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων» (Λουκ. 18,11).
Ἡ σημερινὴ Κυριακὴ εἶναι ἡ πρώτη ἀπὸ τὶς τέσσερεις Κυριακὲς, ποὺ μᾶς προετοιμάζουν γιὰ τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Ἡ Κυριακὴ αὐτὴ θὰ μποροῦσε νὰ θεωρηθεῖ ὡς πύλη. Ἡ πύλη ἀπὸ τὴν ὁποία θὰ περάσουμε στὴν ἱερὴ περίοδο, ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ στὸ Πάσχα. Ἡ πύλη ποὺ διευκολύνει τὴν πρόσβασή μας στὴν ἀτμόσφαιρα τῆς μετανοίας, ὅπου θὰ πρέπει νὰ μᾶς ὁδηγήσει ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή.
Τὴν Κυριακὴ αὐτὴ, ποὺ στὴν ἐκκλησιαστικὴ γλώσσα ὀνομάζεται «Κυριακή του Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου», ἡ Ἐκκλησία, γιὰ νὰ μᾶς ὠθήσει πρὸς τὴν ἀληθινὴ μετάνοια, θέτει γιὰ ἄλλη μία φορὰ, μπροστὰ μας τὴν εἰκόνα δύο ἀνθρώπων, ποὺ ἀνεβαίνουν στὸν ναὸ γιὰ νὰ προσευχηθοῦν.
Ὁ Φαρισαῖος, εἶναι ὁ εὐσεβὴς καὶ δίκαιος στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων. Ἕνας «καλὸς χριστιανὸς» μὲ τὰ σημερινὰ δεδομένα. Ὁ τελώνης, ἀντίθετα, στὴ συνείδηση ὁλόκληρης τῆς κοινωνίας εἶναι ὁ ἔσχατος τῶν ἁμαρτωλῶν. Ὁ ἕνας ὑπερήφανος κι ὁ ἄλλος συντετριμμένος. Ἂς δοῦμε ὅμως τὴν εἰκόνα τοῦ Φαρισαίου.
Δὲν ὑπάρχει πιὸ ἀποκρουστικὸς τύπος ἀπὸ τὸν ἀλαζόνα καὶ ὑπερήφανο. Ξεχωρίζει μὲ ἀλαζονικὸ τρόπο τὸν ἑαυτό του ἀπὸ ὅλους τούς ἄλλους ἀνθρώπους. Φτιάχνει ἕνα φανταστικὸ, ἐπηρμένο θρόνο, στὸν ὁποῖο κάθεται μὲ ἀγέρωχο ὕφος καὶ βλέπει ὅλους τούς ἄλλους μὲ περιφρόνηση. Ἂν ἔχει κάτι καλὸ τὸ μεγαλοποιεῖ, τὸ ὑπερεκτιμᾶ, τὸ παριστάνει μὲ τὴν φαντασία του σὰν ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο δικό του κατόρθωμα καὶ προνόμιο. Δίπλα σ’ αὐτὸ προσθέτει καὶ ἄλλα φανταστικὰ καὶ ἀνύπαρκτα κατορθώματα, γιὰ νὰ κάνει, ὅπως νομίζει, ἀκόμη λαμπρότερο τὸ θρόνο τῆς ματαιοδοξίας του. Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ βρίσκεται σὲ μία τέτοια κατάσταση, μπορεῖ μὲ ἀσέβεια νὰ ὑπερηφανεύεται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ περιφρόνηση νὰ μιλάει γιὰ τὸν συνάνθρωπό του: «Οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων».
Ἂν παρατηρήσουμε προσεκτικὰ τὸν φαρισαῖο τῆς παραβολῆς θὰ δοῦμε, ὅτι εἶναι ἀσεβὴς καὶ ἱερόσυλος. Χρησιμοποιεῖ ὅ,τι ἱερὸ ὑπάρχει γιὰ νὰ ἐπιδείξει τὸν ἑαυτό του. Προσεύχεται στὸ ναό, ὄχι ὅμως γιὰ νὰ λατρεύσει τὸν Θεό, ἀλλὰ γιὰ νὰ τοποθετήσει καὶ νὰ προβάλει τὸν ἑαυτό του, τὸ δικό του εἴδωλο. Σταμάτησε στὸ κέντρο τοῦ ναοῦ, «καθ’ ἑαυτόν», ἀγέρωχος, δηλαδὴ, ἄκαμπτος, ὑπερήφανος καὶ μεγαλοπρεπής, μὲ τὸ κεφάλι ψηλά, χωρὶς νὰ καταδεχθεῖ νὰ σκύψει μὲ εὐλάβεια ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὴν συμπεριφορὰ του παραμερίζει τὸν Θεὸ καὶ χρησιμοποιεῖ τὸν ναὸ ὡς τόπο καὶ εὐκαιρία νὰ ἐπιδείξει στοὺς προσκυνητὲς τὸ ἑαυτό του. Ἐκείνη τὴν στιγμὴ ἦταν σὰν νὰ ἔλεγε στοὺς προσκυνητὲς τοῦ ναοῦ: «Σὲ μένα στρέψετε τὴν προσοχὴ καὶ τὰ μάτια σας· ὄχι στὸ ναὸ καὶ στὸν οὐρανό. Ἐγὼ εἶμαι ἐδῶ».
Ὡς ἱερόσυλος ὁ Φαρισαῖος, ἔτσι χρησιμοποιεῖ τὴν προσευχή. Διότι τί εἶναι ἡ προσευχή; Εἶναι ἡ ἐπικοινωνία τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεό. Ἡ προσευχὴ εἶναι τὸ προνόμιο ἐκεῖνο, ποὺ μᾶς δίνει ὁ Πανάγαθος Κύριος νὰ ἐπικοινωνοῦμε μαζί Του. Νὰ Τὸν δοξάζουμε γιὰ τὸ ἄπειρο μεγαλεῖο Του, νὰ Τοῦ ἐκφράζουμε τὴν εὐγνωμοσύνη μας γιὰ τὶς ἀνεκτίμητες δωρεές Του, νὰ Τοῦ ἐκθέτουμε μὲ σεβασμὸ τὶς ἀνάγκες μας, νὰ ζητοῦμε μὲ πίστη τὴ χάρη Του καὶ τὴ βοήθειά Του. Ὁ Φαρισαῖος, ὅμως, ἀσεβὴς πρὸς τὸν Θεό, χρησιμοποίησε τὸν ἱερὸ αὐτὸ θεσμὸ τῆς προσευχῆς ὄχι γιὰ νὰ δοξάσει τὸν Θεό, ἀλλὰ γιὰ νὰ δοξάσει τὸν ἑαυτό του. Γιὰ νὰ ἐξαπατήσει τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ὅτι, δῆθεν, προσεύχεται καὶ νὰ τοὺς παρασύρει νὰ ἀκούσουν τὸ αὐτολιβάνισμά του.
Ποιὸ ἦταν τὸ περιεχόμενο τῆς προσευχῆς του; Τί ἔλεγε πρὸς τὸν Θεό; Στὸν Θεὸ δὲν ἔλεγε τίποτε, ἔλεγε μόνο πρὸς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διαλαλοῦσε τὴν φανταστικὴ ὑπεροχὴ καὶ ἀνωτερότητά του σὲ σύγκριση μὲ ὅλους τούς ἄλλους. Ἡ προσευχὴ του εἶναι μία ἀποκρουστικὴ καὶ ἐξοργιστικὴ διαφήμιση τῆς «ἀναμαρτησίας» του, ποὺ στὴν πραγματικότητα δὲν ὑπῆρχε. Κατηγοροῦσε τοὺς πάντες. Ἔλεγε: «οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοὶ ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης».
Ποῦ γνώριζε ὅμως αὐτὸς τί ἦταν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι; Κι ἂν εἶδε μερικοὺς νὰ εἶναι ἅρπαγες, ἄδικοι καὶ μοιχοί, μὲ ποιὰ λογικὴ γενικεύει αὐτὴ τὴν διαπίστωση καὶ χαρακτηρίζει ὅλους τούς ἀνθρώπους ὡς ἁμαρτωλούς; Ποιὸς τοῦ ἔδωσε τὸ δικαίωμα νὰ κρίνει καὶ νὰ κατακρίνει τοὺς πάντες;
Καὶ σὰν νὰ μὴν ἔφθανε ἡ γενικὴ καταδίκη ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν ἀνθρώπων, στράφηκε μὲ καταφρόνηση πρὸς τὸν τελώνη. Τὸν ἔδειξε μὲ τὸ χέρι του σὲ ὅλους καὶ μὲ ἐγωισμὸ πρόσθεσε στὰ λεγόμενά του: «οὐκ εἰμί…ὥσπερ οὗτος ὁ τελώνης». Ποῦ γνώριζε ὁ φαρισαῖος τί γινόταν στὴν καρδιὰ τοῦ τελώνου καὶ τί ἔλεγε ὁ Θεὸς τὴν ὥρα ἐκείνη στὸν εἰλικρινὰ μετανοημένο τελώνη; Ὑπῆρξε πραγματικὰ μεγάλος ἁμαρτωλὸς ὁ τελώνης ἀλλὰ δὲν ἦταν πλέον. Ἕνας ἦταν ἐκεῖ ὁ μεγάλος ἁμαρτωλός, ὁ ὑπερήφανος καὶ ἀλαζονικὸς φαρισαῖος, τὸν ὁποῖο ὁ ἑωσφορικὸς ἐγωισμὸς τὸν παρέσυρε, ὅπως συμβαίνει πολὺ συχνὰ μὲ τοὺς ἐγωπαθεῖς, νὰ καταδικάζει ὅλους τούς ἄλλους καὶ νὰ παρουσιάζει τὸν ἑαυτὸ του ὁλόλευκο κρίνο, μοναδικὸ φαινόμενο ἀναμαρτησίας στὸν κόσμο.
Δὲν σταμάτησε ὅμως ἐδῶ. Συνέχισε τὸ ἐγωιστικὸ ὑβρεολόγιό του ἐναντίον τῶν ἄλλων. Συνέχισε νὰ ἐπαινεῖ τὸν ἑαυτό του. Ἄρχισε νὰ ἀπαριθμεῖ τὶς δῆθεν ἀρετές του, γιὰ τὶς ὁποῖες θεωροῦσε ὑποχρεωμένο κατὰ κάποιο τρόπο τὸν Θεὸ νὰ τὸν βραβεύσει καὶ τοὺς ἄλλους νὰ τὸν τιμήσουν καὶ νὰ τὸν δοξάσουν.
Ποιὲς ἦταν αὐτὲς οἱ δῆθεν ἀρετές του; Μήπως ἦταν ἡ ἀγάπη καὶ ἡ καλωσύνη, ἡ πραότητα καὶ ἡ μακροθυμία, ἡ αὐταπάρνηση καὶ ἡ προθυμία γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση ὅσων εἶχαν ἀνάγκη, ὁ σεβασμὸς καὶ ἡ τιμὴ πρὸς τοὺς ἄλλους ὡς τέκνα Θεοῦ; Ἦταν, ὅπως δίδασκε ὁ Νόμος, ἡ ἐξ ὅλης της καρδιᾶς  καὶ ψυχῆς καὶ διανοίας ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ πρὸς τὸν πλησίον καὶ τὰ καλὰ ἔργα, πού ἡ ἀγάπη ἐπιβάλει; Τίποτε ἀπὸ ὅλα αὐτά. Ἁπλῶς ὅλες οἱ ἀρετὲς του ἦταν ἡ τήρηση δύο τυπικῶν καὶ ἀνώδυνων μᾶλλον καθηκόντων. Ἡ νηστεία του δύο φορὲς τὴν ἑβδομάδα καὶ ἡ προσφορὰ στὸ ναὸ τοῦ ἑνὸς δεκάτου ἀπὸ τὰ εἰσοδήματά του.
Ἔτσι συμβαίνει πάντοτε μὲ κάθε ἐγωιστή. Ἂν τύχει καὶ κάνει κανένα καλὸ ἔργο τὸ ὑπερβάλλει καὶ τὸ διαφημίζει, γιατί τὸ κάνει ὄχι γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἐξυπηρέτηση τοῦ ἀδελφοῦ, ἀλλὰ «εἰς τὸ θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις». Ἀλλὰ κι ἀκόμη ὁ Φαρισαῖος ἐφάρμοζε πλήρως τὸ Μωσαϊκὸ νόμο κι ἂν τηροῦσε «πᾶσαν δικαιοσύνην», πάλι ἡ ἀρετή του θὰ ἦταν ἕνα τίποτε μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν Παῦλος ἔλεγε γιὰ τὸν ἑαυτό του ὅτι εἶναι ἕνα τίποτε. Κι ἂν εἶχε κάνει κάποιο καλὸ ἔργο, αὐτὸ εἶναι, ἔλεγε τοῦ Θεοῦ. Ποῦ νὰ φανεῖ ὅμως τέτοια εὐαισθησία στοὺς φαρισαίους. Ὁ φαρισαῖος λατρεύει τὸν ἑαυτὸ του ἐνῶ καταφρονεῖ τὸ Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Γι’ αὐτὸ γίνεται μισητὸς στὸν Θεό. Ἀποκρουστικὸς στοὺς ἀνθρώπους. Πολὺ σωστὰ τὸ Κοντάκιο τῆς ἑορτῆς μᾶς συμβουλεύει: «Φαρισαίου φύγομεν ὑψηγορίαν».
Ἀγαπητοί μου, Ἂς ξεκινήσουμε, λοιπὸν, τὸ ταξίδι μας πρὸς τὸ Πάσχα, συνειδητοποιώντας,  ὅτι εἴμαστε φαρισαῖοι. Εἴμαστε φαρισαῖοι ποὺ καλούμαστε νὰ γίνουμε τελῶνες. Κι ἂν, ἔστω καὶ γιά λίγο, κατορθώσουμε νὰ δοῦμε, ὅτι δὲν εἴμαστε τίποτε παραπάνω ἀπὸ «ἀχρεῖοι δοῦλοι», τότε θὰ ἔχουμε κάνει μία ἀρχή. Θὰ ἔχουμε πάρει τὸν δρόμο, ποὺ, μέσα ἀπὸ τὴν προσευχὴ τοῦ τελώνη, «ὁ Θεὸς ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ», καὶ τὴ μετάνοια, ὁδηγεῖ στὴν ἀποδοχὴ τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ καὶ στὴ χαρὰ τοῦ ἀναστάσιμου θριάμβου Του. Ἀμήν.     Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου